Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Οι Βιταμίνες


Τώρα θα πει κάποιος τι ασχολούμαστε με τέτοια ειδικά θέματα, αυτά είναι της αρμοδιότητας των γιατρών και των διαιτολόγων, αλλά η απάντηση είναι έτοιμη, οι ειδικοί μπορούν να ασχολούνται με τα θέματα της επιστήμης τους και να γράφουν και συνταγές (και  τώρα τελευταία μπερδεύονται με τις ηλεκτρονικές) δεν τους εμποδίζει κανένας, αλλά κι’ εμείς στο μέτρο του δυνατού, έχουμε το δικαίωμα να λέμε τη γνώμη μας με τον τρόπο μας, να φέρνουμε τη συζήτηση προς το ευτράπελο για να νοστιμίζουν αυτές οι βιταμίνες, άσχετα αν το μουρουνόλαδο και ποιος το θυμάται πια, αυτό το τόσο ωφέλιμο σιρόπι, δε νοστιμίζει με τίποτα, με ό τι και να το ανακατέψεις τη μυρουδιά του τη ψαρίσια θα την έχει. .  .είπαμε ποιος το θυμάται, όμως κυκλοφορεί και τώρα, μα νομίζω ότι στην ηλικία που φτάσαμε  δε μας χρειάζεται. . . .

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η Απολεσθείσα Γυνή


Ήτοι μία σύντομος εξιστόρισις, διά   το πώς απωλέσθη  ορειβάτις άπειρος, ήτοι κατά το κοινώς λεγόμενον «γιαλαντζή», και  απολεσθείσα, περιεπλανήθη νύκτωρ και μακράν της οικίας και των προσφιλών προσώπων, εις το όρος  Όλυμπον το γνωστόν και ως «Όρος των Θεών». Η δε απώλεια και τα επακόλουθα ταύτης  αφορούν εις ώριμον κυρίαν,   διανύουσαν (ως  έγγιστα)   το μέσον της δεκαετίας των πρώτων «–ήντα» προσηυξημένον κατά δύο περίπου ενιαυτούς. Και βεβαίως η ηλικία της υπολογίζεται «εις το περίπου»  καθόσον ούτε ληξιαρχικήν πράξιν γεννήσεως διαθέτομεν, και ο ΑΜΚΑς είναι κάτι το τελείως προσωπικόν αφού περί τούτου εμερίμνησεν το Σον (σεβαστόν) Υπουργείον Προ–Πο.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Παράξενος Μέρμηγκας



             (Προσβάλλονται τα μερμήγκια  από Αλτσχάιμερ. . . ;)

Καλημέρα λοιπόν και πάλι και οπλισθείτε με υπομονή, το θέμα παρουσιάζει ενδιαφέρον, αλλά είναι και ελαφρώς  . . .φιλοσοφικό. Θα φανεί στη συνέχεια αν παρουσιάζει ενδιαφέρον ή απλώς είναι μια «φλατ» ιστορία όπως λέμε στα.. .  Ελληνικά, πίνοντας Φραπέ κάτω από την ομπρέλα «παρά θίν αλλός». Και όποιος συμφωνεί ας το πεί, έχουμε και ι μέιλ, το είπαμε αυτό. Όποιος όμως δε συμφωνεί, πολύ. .  .δημοκρατικά λέμε , ότι  αν δεν συμφωνεί, άς  πχει   . . .ξύδι. .  .και να . .  .κάτσει στην άκρη . .  . τόσο απλό και κατανοητό . . . . Και λοιπόν,

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Το Ψευτισμένο Αλάτι


 Θυμόμαστε πάντα τα δύσκολα χρόνια που ζήσαμε κάποτε. Και να μην μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, τα  χρόνια εκείνα τα θυμάται μόνο όποιος τα έζησε. Για τα χρόνια εκείνα μιλήσαμε στα παιδιά μας πολλές φορές και μάλλον μάς πίστεψαν γιατί είναι παιδιά μας, και είναι αλήθεια ότι προσπάθησαν αρκετά να μας . . .καταλάβουν,  αλλά και με το γνωστό σε όλους . .  .τριτοηλικιακό παράπονο (για να μην το πω «γεροντικό», γιατί για μερικούς  που . . . επιμένουν ο χαρακτηρισμός ίσως  είναι κάπως . . . βαρύς)   με το επαναλαμβανόμενο αυτό και βαρετό παράπονο, λέμε  τα ίδια και στα εγγόνια μας που φανερά απορούν. .  .

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Οι Επισκέπτες


Καλώς τους  λοιπόν καλώς τους,  και νά η έκπληξη, νάτοι οι επισκέπτες  μας που ζωή νάχουν, σήμερα  ο Μάρτης έντεκα  και  ώρα  Ελλάδος  23.15’, οι μετρημένες  επισκέψεις στην ιστοσελίδα έφτασαν τον αριθμό . . . 2087, έναν αριθμό σημαδιακό, αφού κατά τους πλέον αισιόδοξους .  . .ειδικούς, το έτος  2087 θα μπορέσουμε ως χώρα να ξεχρεώσουμε αυτά που  . . . .χρωστούμε, τρομάρα μας,  για να μπορέσουν οι τότε  απόγονοί μας, με οδηγό κάποιο βλαστάρι απ’ αυτούς που τώρα μάς κυβερνούν, να μπορέσουν να ξαναρχίσουν το αλόγιστο ξόδεμα των δανεικών και τφού πάλι απ’ την αρχή . . . . 

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

HALAYIK ( Χαλαήκ)


  

Η λέξη  είναι Τουρκική και  σημαίνει, Παλλακίδα, Δούλα, Σκλάβα. Μπορεί όμως να μην είναι και τόσο. . . .Τουρκική και να προέρχεται παρεφθαρμένη ως παράγωγο από το ρήμα αλίσκομαι ( με δασεία) που σημαίνει κυριεύω, κατακτώ, δηλαδή Χαλαήκ ίσως να σημαίνει  η  αλωθείσα, η  δ ο ρ ύ κ τ η τ ο ς ,

Γλωσσικά και . . .άλλα.


(Εκφράσεις για πράξεις που γίνονταν σε χρόνο περασμένο, στο παρελθόν, σε χρόνο παρελθόντα, ή παρελθοντικό , όπως μας τον είπαν  οι νεότεροι δάσκαλοι  για να τον . .  .καταλάβουμε . . .) 
 Η γλώσσα μας όπως παραδέχονται αυτοί που γνωρίζουν, έφτασε σε μας φκιαγμένη σοφά, με τη γραμματική της και την ηχητική της αρμονία και δεν μας ενδιαφέρει εδώ, πότε είπαν το ένα και πότε συμπλήρωσαν το άλλο οι πρόγονοί μας , αυτά πρέπει να έγιναν  σε μεγάλο χρονικό διάστημα σε αιώνες και χιλιετηρίδες.

Το Κάμπινγκ


Κανονικά, το θέμα θάπρεπε να το βαφτίσουμε Κατασκήνωση  γιατί όλα τα γεγονότα  που θα  αναφερθούν παρακάτω, συνέβησαν στο χώρο μιας κατασκήνωσης. Έλα όμως  που επικράτησε σε όλους μας, όταν λέμε τη λέξη κατασκήνωση να εννοούμε  εκείνο το χώρο που πηγαίνουν το καλοκαίρι τα μικρά και μεγαλύτερα παιδιά, εκεί που τα στέλνουμε δηλαδή όσοι μπορούμε, άσε τώρα ότι τα παιδιά μερικών προνομιούχων ομάδων (ως πότε;), πηγαίνουν δωρεάν γιατί οι γονείς είναι ασφαλισμένοι σε ισχυρά ταμεία, ενώ εμείς οι πληβείοι όπου πάμε θα πρέπει να πληρώσουμε, άλλου θεού παιδιά εμείς, για μάς τζάμπα δεν έχει τίποτα.

Το Κουλούρι.


Είκοσι  ο Φλεβάρης σήμερα, κρύος  ο καιρός  με μισή. . . λιακάδα, η ώρα «περί αγοράν πλήθουσαν»  κι’ εμείς, αργόσχολοι  εκεί στην κεντρική πλατεία της πόλης μας της πόλης που ζούμε τόσα χρόνια, την κεντρική  πλατεία της Ξάνθης. Mικρός ο τόπος μας και γνωστοί οι περισσότεροι, συζητούμε λιανοπατώντας, λέμε διάφορα και  χαζεύουμε τους περαστικούς, βγήκαμε μια βόλτα έτσι για να ξεσκάσουμε, μέχρι να έρθει η ώρα να μαζευτούμε, να επιστρέψουμε  στο σπίτι για φαγητό.

Το Τεφτέρι


Για το  Τεφτέρι θα πούμε λοιπόν, αυτό το «Δευτέριον» των βυζαντινών, μπορεί και να προέρχεται από τη λέξη «διφθέρα» που είναι το τομάρι, εκείνο το λεπτό επεξεργασμένο τομάρι πάνω στο οποίο έγραφαν οι πολύ παλιοί πρόγονοί μας αλλά έγινε γνωστό ως Περγαμηνή, και επειδή ήταν και πανάκριβο ως γραφική ύλη, οι κατοπινοί έσβηναν αυτά που ήταν γραμμένα στο τομάρι και έγραφαν δικά τους πράγματα, ψαλμούς και άλλα.

Ο ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ

Έφτανε στο χωριό μας και ανηφόριζε στη γειτονιά μας το «Καραούλι», και σταματούσε με το γαϊδούρι εκεί στην ανοιχτωσιά, έπαιρνε ανάσα κι’ αρχινούσε με φωνή δυνατή, « σαμπούρ’, λουλάκ’, πιπέρ, κανέλα, βιλόνις, θυμιάμα, λαμπουγιάλια, μηχανιές, φτύλια, ( και τα δυο αυτά για τις γκαζόλαμπες), τουκάδις, κουρδόνια, τσίπκις (μανταλάκια), καθριφτούδια, τσιακμακόπιτρις, μασουράκια, καρούλια, κουρδέλις, πιάστρις, φουρκιέτις,δαχλύθρις, λάστιχου για τ’ς’ βρακουζώνις και άλλα πολλά, πού να τα θυμάσαι ύστερα από τόσα χρόνια;

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Το Φλιτ


                                             
Σήμερα θα μιλήσουμε για την παλιότερη, αλλά και την πιο ενοχλητική γνώριμη και διαχρονικά . . .συγκάτοικο του ανθρώπου και για τον τρόπο με τον οποίο νόμισε ο άνθρωπος ότι  ξεφορτώθηκε αυτόν το μεγάλο μπελά. Σήμερα θα μιλήσουμε για την ψείρα και για το Φλιτ. .  .   

Συγγένειες.



Όσα θα εκτεθούν  στη συνέχεια, αναφέρονται σε ανθρώπους οι οποίοι σήμερα  είναι οι περισσότεροι μακαρίτες που έζησαν πριν από 100  και 150 χρόνια, μπορεί και παραπάνω.  Επίσης το δηλώνω από τώρα, όλα τα στοιχεία που θα παρουσιαστούν για τις συγγένειες, δεν πάρθηκαν από δημοτολόγια και ληξιαρχικά βιβλία,

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Το Τραμ

Το Τραμ
(Αφιερωμένο  σε όσους ακόμα θυμούνται . .  . .)

Το βενζινοκίνητο φορτηγό φορτωμένο με στρογγύλια οξιάς ανηφόριζε στο δρόμο για το Χολομώντα μέσα από τη φουντωμένη και καταπράσινη φύση. Οι κουβέντες λιγοστές, με τον μπάρμπα Λεωνίδα το Γκώγκο στο τιμόνι. Συγχωριανός μας και συνομήλικος τού πατέρα ο οδηγός  χωρίς να γυρίσει είπε προς το νεαρό που κάθονταν δίπλα στη θέση του συνοδηγού.
-Ώστε λοιπόν Πανεπιστήμιο ε; Δικηγόρος  . . .Μπράβο.  . .
-Και πάς τώρα να ρωτήσεις. . .  , να μάθεις ε;  
-Εμείς τότε. . . .Ίσα που τελειώσαμε το Δημοτικό . . .
-Ποιός  να νοιαστεί και με τί. . . Δε βαριέσαι, δύσκολα χρόνια, απ’ το χωριό ένας μονάχα πήγε στο γυμνάσιο τότε. .  .
-Πήγε και στο Πανεπιστήμιο. . . Έγινε καθηγητής  δε διορίστηκε  όμως.

Τώρα τα πράγματα είναι καλύτερα και μακάρι για σένα και για όλους, να δούμε κι’ από μάς μορφωμένα παιδιά, εμείς δεν μπορέσαμε. .

Πολιτισμός.


                                
Σύμφωνα με το  Σύγχρονο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας της επιτροπής φιλολόγων έκδοση 1960, Π ο λ ι τ ι  σ μ ό ς είναι ο βαθμός ανάπτυξης  των υλικών και πνευματικών όρων της διαβίωσης του ανθρώπου και Ε κ π ο λ ι τ ι σ μ ός είναι η μετάδοση και προαγωγή του πολιτισμού άρα και ε κ π ο λ ι τ ί ζω, σημαίνει προάγω τον πολιτισμό  και συγχρόνως τον μεταδίδω,

Περί Αρεσκείας καί τινων άλλων.


                                              Περί Αρεσκείας

Εισαγωγή.

Το θέμα που ακολουθεί,  είναι λίγο περίεργο και δεν είναι όσο φαίνεται αθώο.
Περιλαμβάνει πολλά στραβά, μέσα στα οποία στραβά κι’ εμείς ίσως όχι όλοι, αλλά οι περισσότεροι,  κάπου σε κάποια μέση ή    άκρη, έχουμε τη θέση μας. Και δεν είναι ανάγκη να έχουμε βάλλει το χέρι μας στην τσέπη κάποιου ή και το συνηθέστερο στην μεγάλη τσέπη τού κράτους.
Και δεν πρέπει να στήνουμε στον τοίχο μόνον αυτούς που «πιάστηκαν» με το κατσίκι στον ώμο, γιατί υπάρχουν κι’ άλλοι, υπάρχουν κάτι μικροί και μικρομεσαίοι που δεν τους πιάνει το μάτι σου, που κρύβουν πολλά, αλλά κυκλοφορούν ανάμεσά μας  και μικρότεροι από τους μικρομεσαίους, οι οποίοι χωρίς να το αξίζουν ωφελήθηκαν υπέρμετρα γιατί πρόσφεραν σε πρόσωπα και σε πολιτικά  κόμματα.

Οι Τρίχες

Ασυνήθιστο το θέμα  και αρκετά πρωτότυπο,  αλλά στην πορεία  θα φανεί περί τίνος πρόκειται. Και μην πάει το μυαλό σας όπου κι’ όπου και αλλού, σε τρίχες θα αναφερθούμε, και ειδικά  σ’ αυτές  του αγριογούρουνου , όχι όμως τού οικόσιτου,  τού ήμερου που το τρέφουμε στο κουμάσι για να το θυσιάσουμε κοντά στα Χριστούγεννα, γιατί οι τρίχες απ’ αυτό  το γουρούνι,

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Ο Κύων



(Ξαναδουλεμένος και . . . φρέσκος, για να μη λεν μερικοί .  .  . .)
Και λοιπόν,
Αγαπητοί αναγνώστες και λαθραναγνώστες καλημέρα σας και λέω καλημέρα σας  γιατί αυτό συνηθίζεται από αρχαιοτάτων χρόνων, η πρωινή καλημέρα πολύ μετράει, δηλώνει παρουσία  και αισιοδοξία, άντε ξυπνήσαμε  και σήμερα,   για  αύριο  βλέπουμε, να  κανονίσουμε τα σημερινά και για αύριο έχει ο θεός, σε  ένα   πεζό   θέμα θα πούμε σήμερα, πεζό στην κυριολεξία  δηλαδή  γιατί

Ο Τζούτζανος


                           
Ένα βαρύ και μικρό έντομο  είναι ο Τζούτζανος  της μεγάλης συνομοταξίας των κολεοπτέρων, που είναι αυτά με τα δυο ζευγάρια φτερά, ένα ζευγάρι σκληρά  από πάνω και τα μαλακά από κάτω με τα οποία πετούν όταν χρειαστεί.  Τα περισσότερα κολεόπτερα είναι αργοκίνητα, χρειάζονται ολόκληρη διαδικασία για να πετάξουν, πρώτα ανοίγουν τα σκληρά καπάκια  και μετά βγαίνουν τα από κάτω, τα κανονικά φτερά και μ’ αυτά τα δεύτερα πετούν και μετακινούνται.

Οδηγίες και σχόλια για σωστή προφορά στο Μλάρ.


                            
Και λοιπόν, με τους συγχωριανούς που τα διαβάζουν αυτά δεν έχουμε πρόβλημα. Το πρόβλημα  ανακύπτει με τους αναγνώστες  που δε μαθήτεψαν στους ιδιωματισμούς της γλώσσας του χωριού, που δεν έζησαν ανάμεσά μας για να έχουν  την εμπειρία  από τα ανάλογα ακούσματα , όπως για παράδειγμα , άμα σε κυνηγάει σκυλί  και σε φωνάξουν, «πλάλα ρε θα σι φάει», πάει πια  σού έμεινε αυτή η προστακτική  και δεν τη ξεχνάς ποτέ γιατί συνδέθηκε με τη σωματική σου ακεραιότητα. 

Τ ο υ Μ λ ά ρ ( Το μουλάρι)


         
                                 


Μια ευτράπελη ιστορία με μεγάλη (έως  πολύ. . . .μεγάλη) εισαγωγή, μια ιστορία που δείχνει, πώς ένα ζώο μπορεί ν΄αποχτήσει υπεραξία και ν’ ανεβεί η τιμή του, εξαιτίας  μιας κακιάς του συνήθειας και της εξ αυτής (της συνήθειας) ανέλπιστης χρησιμότητάς του. . . θα δούμε. . . .

Το Κλειτσνάρι.


                             
(Δεύτερη . . . έκδοση, συμπληρωμένη με νεότερα στοιχεία)

Άντε να εξηγήσεις τώρα σε κάποιον άσχετο, τι είναι το εν επικεφαλίδι αντικείμενο, αν δεν το έχει δει ή δεν έχει ακούσει τη λέξη, όχι όπως την γράψαμε «Κλειτσνάρι» για να την εξωραΐσουμε σεβόμενοι τις γλωσσικές απαιτήσεις των ανθρώπων που ναι μεν μιλούν τη γλώσσα μας,

Τ ο Α β γ ό


                              

 Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη γνωρίζει το αβγό  κι’ αν έλκει την καταγωγή από χωριό, εκτός από τα αβγά της κότας ίσως να θυμάται από μικρός κι’ άλλα αβγά, από πουλιά που φκιάνουν τις φωλιές τους στα κλαδιά ή στις κουφάλες των δέντρων. Όταν βρίσκαμε τις φωλιές από τα πουλιά αυτά τα «ελευθέρας βοσκής» θα τα λέγαμε, δεν αγγίζαμε καθόλου τα αβγά, γιατί λίγο να τα μετακινούσε κάποιος, το πουλί καταλάβαινε και  τα παρατούσε.

Τ ο Α β γ ο λ ό γ η μ α.

Για να εξαντλήσουμε όσο γίνεται το θέμα «Αβγό», παρουσιάζουμε σήμερα  τη διαδικασία του αβγολογήματος, καθώς και τους λόγους που την επιβάλλουν, γιατί το να τρέφεις κότες και να μην ξέρεις αν γεννήσουν αβγό αλλά και να μη γνωρίζεις και πότε θα το γεννήσουν, είναι τελείως αντίθετο με τους κανόνες της οικονομίας.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Το τσίπουρο


                          
Το να γράψεις για το τσίπουρο, δεν είναι απλό ούτε εύκολο, δεν είναι παίξε γέλασε, κι’ ας φαίνεται  κάτι συνηθισμένο. Γιατί  είναι σίγουρο ότι  όσοι είναι οι χιλιάδες και τα εκατομμύρια οι μερακλήδες που προτιμούν το τσίπουρο από τα λεγόμενα ευγενή ποτά, άλλες τόσες είναι και οι γνώμες πάνω στο θέμα το οποίο θέμα δεν έχει τελειωμό, δεν έχει μέση και άκρες, δεν έχει λογική, γιατί το τσίπουρο  δεν είναι ότι νάναι, δεν είναι όποιο κι’ όποιο προϊόν, δεν είναι ρόφημα, δεν είναι  ένα απλό  γιατρικό, δεν είναι ένα οποιοδήποτε ποτό, είναι προϊόν με ταυτότητα, είναι το πρώτο σκαλοπάτι για το όνειρο, είναι σκέτη ΙΔΕΑ.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Το Λαγοπόδαρο


Τώρα, σαν   τί περιμένει ο καθένας  να βγει από ένα τέτοιο τίτλο  άγνωστο, αλλά δεν μπορεί, όλο και θα έχει κάτι στο νου του, κάτι θα υποθέτει τέλος πάντων, κι’ αν δεν ξέρει τίποτα για το λαγό, όλο και θα είδε κάποιο κουνέλι, και τα δυο αυτά ζώα μοιάζουν αφού είναι δεύτερα. ..ξαδέρφια,

Φυλετικές Διακρίσεις.



Λάθος καταλάβατε, δε θα μιλήσουμε για τις διακρίσεις που  υπάρχουν μεταξύ των φυλών, άσπρων, μαύρων, κίτρινων και λοιπών, ούτε και για τις μεγάλες ή μικρές φυλετικές διαφορές και διακρίσεις μεταξύ των κατοικούντων το κέντρο, και τα βόρεια ή νότια προάστια, γηγενών –με περγαμηνές ή άνευ- και επήλυδων,

Τα τσαρούχια


Στο Χωριό μας το Νεοχώρι Χαλκιδικής, όταν αναφέρεις τα τσαρούχια όλοι οι παλιοί θα φέρουν στο νου τους  τα γουρουνοτσάρουχα, τα καμωμένα από  το δέρμα του γουρουνιού, το οποίο απλώς το πασπάλιζαν με μπόλικο χοντρό αλάτι, το τέντωναν κατάλληλα βάζοντας ξύλα σταυρωτά και τόβαζαν κάπου ψηλά σε κανέναν πλοκό να   στεγνώσει, ψηλά γιατί  κινδύνευε από τα σκυλιά, που από τη συνεχή πείνα, έτρωγαν ακόμα και το πολυκαιρισμένο  και σκληρό πετσί από τα σαμάρια,  

Γλωσσικά


Περί τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, σε ένα μεικτό χωριό, όπου ζούσαν Σαρακατσάνοι και Μπαφραίοι, συνέβη το εξής περιστατικό που αντικατοπτρίζει τα βαθύτερα βιώματα ευρύτερων ομάδων και κοινωνιών .
Στην Κυριακάτικη λειτουργία, δυο γυναίκες, μια  Μπαφραία  και μια Σαρακατσάνα, πήγαν να μεταλάβουν  τα ατίθασα εγγόνια τους. Τα σκασμένα όμως  αντιδρούσαν και δεν ήθελαν να πάνε  προς το μέρος του παπά  ο οποίος περίμενε στην ωραία πύλη κρατώντας το δισκοπότηρο. Όταν μπόρεσαν και τα έφεραν μπροστά στον παπά, πρώτη η Μπαφραία γιαγιά  είπε στο εγγόνι της   « Κόρκμα  κουζάνιμ,  Άτς στόμαϊ  κουζάνιμ, παππούλη σένα τουρσού βερετζέκ» ( Μήφοβάσαι παιδί μου, άνοιξε το στόμα σου, ο παππούλης θα σού δώσει. . . τουρσί . . .) και  η διπλανή Σαρακατσάνα  απευθυνόμενη στο δικό της βλαστάρι είπε  « Άνοιξ’ πιδάκι μ’ τού στόμας. . .Δεν είνι λύκους η παπάς για να σι φάει. .  .»     
 Για  την αντιγραφή    και με χαιρετίσματα  σε όλους
                 Βαγγέλης        Μαυροδής   Ξάνθη 

Ο Παράξενος Μέρμηγκας


     (Πάσχουν τα μερμήγκια  από Αλτσχάιμερ;)
     Όταν  ακούς  να λένε   «τί κουβαλάει αυτός κλπ»,  φέρνεις στο μυαλό την εικόνα κάποιου  ο οποίος φορτωμένος με λίγα ή πολλά, με μικρό ή μεγάλο δέμα ή ξύλα, κουρασμένος κατευθύνεται κάπου και αν αυτό συμβαίνει στην πόλη, αποκλείεται να έχει στους ώμους του ξύλα, μια μπάλα τριφύλλι  ή  ένα  κλεμμένο. . . . . . κατσίκι,

Σκεδάννυμι


         Ή αλλιώς. . . .     Σκμώ και Σκμίζω . .  . . !!!
               (  Οι απορίες θα λυθούν στη συνέχεια. Περιμένετε και η υπομονή σας    θα  ανταμειφθεί.)  
- Και λοιπόν, εδώ δε χρειάζεται καμιά εισαγωγή, το θέμα είναι καθαρά γλωσσικό ή μάλλον γλωσσολογικό και μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι περισσότερο αναφέρεται στην επιστήμη της συγκριτικής γλωσσολογίας, αν και για το τελευταίο, δεν είμαστε και πάρα πολύ . . . σίγουροι,

Η Κληματίδα


 ( Γνωστή και με το όνομα Αγράμπελη )
 Στο ηλεκτρονικό περιοδικό «24 Γράμματα» και στην ενότητα Β3 της Ιστορίας διάβασα  προσεχτικά το άρθρο του κ. Μ.Ζ. Κοπιδάκη  και είδα εκεί τα όσα αναφέρει για  τα « απόρρητα» μέλη του ανθρώπου.   Βέβαια ίσως υπάρχουν ελάχιστα που μπορεί να προσθέσει κάποιος μη ειδικός σε μια μονογραφία ενός καθηγητή, ο οποίος  έχει τη δυνατότητα και τα μέσα να ανατρέξει στις πηγές, και έτσι, κάποιο «συμπλήρωμα» από τρίτους, θα πρέπει  να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή και απόλυτη βεβαιότητα.

Τ ο Λ ε ω φ ο ρ ε ί ο.

Αφορμή για  το σημείωμα πήρα από μερικά ταξίδια που έκανα τελευταία, είπα να πάω με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ τι να το κάνεις το ιδιωτικό αυτοκίνητο, πού να το πας και πού να το σταματήσεις,  στις μεγάλες πόλεις περίσσεψαν τα αυτοκίνητα, γέμισε ο τόπος, δε χωράει άλλα και όμως κάθε χρόνο οι αρμόδιες υπηρεσίες λένε ότι κυκλοφόρησαν τόσα καινούργια χωρίς να αποσυρθούν ισάριθμα παλιά, κόλαση οι δρόμοι των πόλεων, είπα λοιπόν να πάρω το λεωφορείο όπως και έγινε, και έκανα πολύ άνετα ταξίδια, μεγάλα τα λεωφορεία, σύγχρονα και καθαρά  χωρίς σταχτοθήκες και καπνιστές μέσα, και με οδηγούς καλούς επαγγελματίες, αυτό φαίνεται.

Ευχές


Εύχομαι Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά, στους απανταχού και όπου Γης Χαλκιδικιώτες, μεγαλόβαθμους και μεγαλόσχημους, χαμηλοσυνταξιούχους, φτωχομεσαίους και μικρομεσαίους, σε γαμπρούς και νύφες του τόπου μας, σε  συγχωριανούς και λοιπούς, των βορείων και νοτίων επαρχιών και προαστίων, σε όσους διαθέτουν οικόπεδα και εξοχικά στην όμορφη πατρίδα μας, σε όσους  κατά καιρούς την επισκέπτονται, σε όσους δοκίμασαν τη φιλοξενία μας και θα θυμούνται για πολύ την τιμή της χωριάτικής σαλάτας  μας, και τον αριθμό εφτά, όσες είναι οι ψητές σαρδέλες αραδιασμένες κυκλικά στο πιάτο, -και αραία αραία που λέμε για να φαίνονται πολλές-. 

Η Ε λ ι ά μας


Ο Παππούς μας ο Βαγγέλης, συνέχεια μας λέει παραμύθια. Ξέρει πολλά παραμύθια ο Παππούς, όχι σαν αυτά που διαβάζουμε στα βιβλία. Ο Παππούς τα παραμύθια που μας λέει τα φκιάχνει μόνος του και είναι πάρα πολύ ωραία, χαίρεσαι να τον ακούς κι’ όταν τα λέει αλλάζει έτσι τη φωνή του και με τα χέρια του κάνει κινήσεις, που νομίζεις ότι όσα λέει είναι αλήθεια και γίνονται τώρα, την ώρα που τα αφηγείται. Βάζει τα ζώα και τα πουλιά, ακόμα και τα δέντρα να μιλούν σαν να είναι άνθρωποι. Εγώ και η μεγαλύτερη  αδερφή μου δε χορταίνουμε να τον ακούμε κι’ εκείνος δε βαριέται καθόλου.

ΜΠΑΧΤΣΙΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

(Να μη στουν απουλύκου)
Τις παλιότερες εποχές σε όλη τη Χαλκιδική αφθονούσαν τα γιδοπρόβατα, είχε πάρα πολλά στο χωριό μας, ιδίως γίδια, είχε και πολλά γελάδια που έβοσκαν ελεύθερα στα βουνά κατά «Νταμπίζη» μεριά, είχε όμως και πολλούς λύκους οι οποίοι καταντούσαν πρόβλημα για τους κτηνοτρόφους και κάθε τόσο ακούγαμε στο χωριό ότι έφαγαν οι λύκοι τόσα γίδια, πρόβατα, η γελάδες και σπάνια κανένα μουλάρι ή γαϊδούρι.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Τα Φύλλα


Γύρω στις δέκα το πρωί, το λεωφορείο από τη Θεσσαλονίκη κατέφθανε στην πλατεία της Αρναίας, όπου έκανε μια στάση για λίγα λεπτά. Οι  περισσότεροι    επιβάτες κατέβαιναν, με πρώτους και βιαστικούς τους άντρες  κάποιας  ηλικίας  που ως γνωστόν σ’ αυτή την κάποια ηλικία των αντρών, αρχίζουν και εμφανίζονται μερικά συμπτώματα, άκρως ενοχλητικά και πολλές φορές επικίνδυνα ιδίως στα ταξίδια,  και ο νοών νοείτω. . . .

Οι Μπαχάμες.


Μάης, Κυριακή λίγο πριν από το μεσημέρι και το εστιατόριο εκεί στην πλατεία της Αρναίας με τα λίγα τραπέζια κάτω από τις ακακίες χωρίς κίνηση λόγω της ώρας, τα δυο τρία φαγητά σχεδόν έτοιμα στις κατσαρόλες και στο ταψί και το αφεντικό, ο Κυρ Γιάννης με την άσπρη πεντακάθαρη ποδιά με τη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ανοιχτή , απολαμβάνει το δεύτερο  καφέ του,

Ο Βήχας.


                                       
          Ο καθένας μας λοιπόν έχει το δικό του βήχα, ένα βήχα που τον
χαρακτηρίζει και τον  ξεχωρίζει  από          τους   άλλους.                      Άλλος βήχει διακεκομμένα και  ψιλά, άλλος  παρατεταμένα  και  χοντρά, αλλιώς βήχουμε όταν είμαστε κρυωμένοι, διαφορετικά όταν θέλουμε να βγάλουμε  το  ψαράγκαθο  που  σκάλωσε στο λαιμό, κι’ αλλιώς  όταν μας ακροάζεται ο γιατρός και λέει  «βήξε». Αλλιώτικο βήχα έχουν  τα σκυλιά, άλλον οι γάτες και διαφορετικά  βήχουν τα μουλάρια,  τα πρόβατα  και οι γίδες.

Ο κυρ Μέντιος


                                   
Όλοι θα έχουμε ακούσει κάποτε το γάιδαρο να τον λένε Κυρ Μέντιο, έτσι το διαβάσαμε και στα σχολικά βιβλία, αλλά ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε από πού βγήκε αυτό το δεύτερο όνομα του γαιδάρου, το παρασούμι του μάλλον, αλλά  και κανείς δεν μπόρεσε να μας φωτίσει σε μια τέτοια και τόσο. . .βασική απορία.

Ο ι Κ α φ έ δ ε ς


                               
 Πριν από κάμποσα χρόνια στο χωριό μου το Νεοχώρι Χαλκιδικής την ημέρα της πανήγυρης του Αϊ Λιά, ο μπάρμπα Γιώργης  δεινός κυνηγός στα νιάτα του, ζωσμένος τα φυσεκλίκια και με το δίκαννο σταυρωτά στην πλάτη, διέσχισε την πλατεία πηγαίνοντας για . .  . κυνήγι. . !! Όσοι τον είδαν δε μίλησαν δεν τον σταμάτησε κανείς, ήξεραν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, άστον σου λέει, πήγε ο μπάρμπα Γιώργης και το απόγευμα λέει επέστρεψε στο σπίτι ήρεμος.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Η Θυσία

Λοιπόοοοοοον. . . μια φορά κι’ έναν καιρό στα παλιά τα χρόνια, δηλαδή όχι και πάρα πολύ παλιά, να, εκεί στη δεκαετία του ’50,     στο χωριό μας το Νεοχώρι Χαλκιδικής και στα γύρω χωριά, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα συνέβαιναν πράγματα και θαύματα τα οποία καρφώθηκαν στη μνήμη και δε λεν να φύγουν.

Η Απεργία

Καλημέρα σε όλους. Σε όσους μάς διαβάζουν και ευχαριστιούνται, σε όσους μάς βαριούνται, αλλά και σε όποιους άλλους  στάθηκαν . . . τυχεροί που μας ανακάλυψαν. . .(!! ) όψιμα . .  Η Καλημέρα λοιπόν,  σε όλους τους υπομονετικούς, και μάλλον κάπως περίεργους αναγνώστες, που διαβάζουν και παρακολουθούν γεγονότα και αναφορές σε εποχές που έχουν παρέλθει, αλλά αφού όσο «περνάει» η ηλικία, η μνήμη όλο προς τα  πίσω πηγαίνει, κι’ αυτό ισχύει ανά τους αιώνες, και μη βλέπετε που δεν  κατέγραφαν το φαινόμενο τότε, στα παλιά τα χρόνια.  Ήταν που ακόμα ...

Η Χήρα

Mια  σύντομη ιστορία, ευτράπελη  και γουστόζικη, με γλωσσικούς ιδιωματισμούς από τα χωριά της περιοχής γύρω από το Χολομώντα το  . . .Εθνικό βουνό της Χαλκιδικής, για να θυμηθούν κάτι οι παλιότεροι και να μάθουν (αν θέλουν) οι νεότεροι, αλλά προπάντων να  γελάσουν μερικοί ή τουλάχιστον να χαμογελάσουν, γιατί τα σύννεφα κάθισαν σκοτεινά πάνω απ’ τον τόπο μας και η μπόρα μάλλον έρχεται.  Αλλά παρά τις καθημερινές δυσκολίες, ο κόσμος σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης έχει ανάγκη από χαμόγελο.  Ελάτε λοιπόν να δούμε τι γίνεται παρακάτω, κι’ αν θέλετε κι’ άλλα παρόμοια, έχω πολλά, και λοιπόν. . . .

Η Νουρά π’ του Λύκου (παραμύθι)

Η  Νουρά  π’ του Λύκου (παραμύθι)

                         ( Η Ουρά του Λύκου)
Μια φουρά  κι’ ένα γκιρό στα παλιά τα χρόνια  ικεί σιαπάν  στου Χουλουμόdα(1)   ικεί στου θκο μας του ψλό του Βνο, ικεί, λίγου παρακάτ’ απ’  d’ γκουρφή   που γλιέπ’ς τ’ θάλασσα κι τουν Άθουνα αντίκρια στ’ Αγιόρους, στ’ ικείνου τού μέρους, ήταν κι’ είνι ακόμα ένα μκρο χουριό  που παλιά τόλιγαν  Λόκουβ’  κι’ έτσ’ τούξιρι η κόσμους, αμά  ύστιρα,  μιτά που ήρτι του Ιλλινικό, του είπαν αλλιώς, του βάφτσαν Ταξιάρχη, τόδουκαν τόνουμα π’ τουν Άγιου Ταξιάρχη που τουν έχ’ ν προυστάτ’ οι Λουκουβίτις είνι λίγου άγριους η Άγιους αλλά βουλ’κός κι δε bειράζ’ κανέναν   κι’ οι Λουκουβίτις τουν διάλιξαν bουρεί κι’ απού πουνηράδα, σι λιέει  μαχαίρα  βαστάει κι  κουdά στου Dρανό είνι, bουρεί να τουν χριαστεί  καμιά φουρά  του χουριό,

Η Χημεία.

Λοιπόν, Καλημέρα σε όλους. Έτσι μάθαμε από μικροί, πριν πούμε οτιδήποτε σωστό ή λάθος, μάθαμε να λέμε πρώτα Καλημέρα. Και όχι όπως τώρα, σε σταματάει κάποιος εποχούμενος στο δρόμο και ρωτάει κατευθείαν . . . «δε μού λες ..  .!! Από πού θα πάω για. . .» και ούτε Καλημέρα ούτε τίποτα, λες και θα του έπεφτε η μύτη αν χαιρετούσε.  . .
Έτσι λοιπόν, μετά την εισαγωγική Καλημέρα και την προετοιμασία μιας καλής διάθεσης για την ανάγνωση τού  γραπτού, αρχίζει η . .. ταλαιπωρία του αναγνώστηηηηηη . . . . !!!    
Και λοιπόν, όχι οτι σκοπεύαμε να γίνουμε χημικοί, αλλά όλα κι’ όλα,  το μάθημα της χημείας το διδαχθήκαμε  στις δύο τελευταίες τάξεις τού εξαταξίου Γυμνασίου,

Η Ουρά του Λύκου

Αφιερώνεται ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ στους απανταχού γηγενείς Ταξιαρχιώτες, με τις ευχαριστίες μας για τη σκωπτική διάθεση που μετέδωσαν στα χωριά μας εκεί στον κατήφορο γύρω από το Χολομώντα.
Αφιερώνεται και  στους γαμπρούς και στις νυφαριές τους, αφιερώνεται ακόμα και σε όσους αγάπησαν κατά κει και όσο για το πόσοι και ποιοι είναι ο καθένας το ξέρει μόνος του και μη σκαλίζουμε ύστερα από μισό αιώνα, αφιερώνεται  και σε όσους πέρασαν  ή ξαναπέρασαν από τα χώματά μας, με την προτροπή να ξαναπεράσουν, και, πέρα από τα κοψίδια και τα όσα γεύτηκαν αυτοί οι επισκέπτες στο Χολομώντα και στα γύρω χωριά, να σκύψουν και να ψάξουν περισσότερο στις συνήθειές μας και να προσέξουν τη γλώσσα μας.

Η Πλάνη.

Η Πλάνη λοιπόν και τι είναι, έχουμε εργαλείο που το λέμε Πλάνη, αλλά υπάρχει και η λέξη που εκφράζει μια αφηρημένη  έννοια αφηρημένη όσο κάθεται αυτή η λέξη μόνο στο. . .χαρτί, γιατί αν ενεργοποιηθεί, το αποτέλεσμά της θα είναι συνήθως « το πλάνεμα» κάποιου . . .αθώου κορασίου, έτσι λέμε όταν θέλουμε να πιέσουμε, κατά το κοινώς λεγόμενο, να τυλίξουμε το γαμπρό και όταν ακόμα το κοράσιον δεν ήτο και τόσον αθώο, τέλος πάντων γνωστά αυτά περί πλανέματος και ξεπλανέματος, -τώρα για το ποιος πλανεύει ποιον, φαίνεται. . .

Η Μασέλα

Αν κάποτε χρειαστεί και κριθεί απαραίτητο να δημοσιεύσει κάποιος το  βιογραφικό μου το οποίο  νομίζω ότι ούτε τώρα αλλά ούτε και στο μέλλον θα έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, θα πρέπει να γράψει κάπου ότι εργάσθηκα και στο Δασονομείο στο Ν. Μαρμαρά τής ιδιαίτερης πατρίδας μου Χαλκιδικής για κάποιο χρονικό διάστημα, στην αρχή της εργασιακής μου σχέσης με το δημόσιο, τότε  που το ραδιόφωνο μετέδιδε κάθε μέρα τη «μικρή πικρή μου αγάπη», την ώρα που μαγειρεύουν οι νοικοκυρές και στις  τρισήμισι με τέσσερες το απόγευμα, είχε την ειδική εκπομπή  που την παρακολουθούσε όποιος ήθελε να μάθει. . . Γαλλικά, (τα Γαλλικά από ραδιοφώνου παρακαλώ) και μαζί με όλα αυτά, οι τσιπούρες (θαλασσινές βέβαια και ελευθέρας. . . βοσκής  αλανιάρες), τις πουλούσαν  πέντε δραχμές το κιλό (0,014 Ευρώ), και στο εστιατόριο του Καλαμάρη στον Πολύγυρο, εκεί στον Πλάτανο, μια και δεν κυκλοφορούσαν ..  .χαρτοπετσέτες,  ο κάθε τακτικός πελάτης είχε τη δική του λινή πετσέτα, περασμένη σε ξύλινο κρίκο με το όνομά του γραμμένο  σε κολλημένο λευκοπλάστη και την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, από το Ν. Μαρμαρά, έφευγε ένα πράσινο λεωφορείο το πρωί για Θεσσαλονίκη και επέστρεφε το βράδυ, λίγος ο ξένος κόσμος, το καλοκαίρι το πολύ να υπήρχαν έξη εφτά οικογένειες  που παραθέριζαν στο χωριό και το μόνο που φαίνονταν να κινείται ήταν το καφενείο-ταβέρνα των αδερφών Παράσχου και Πέτρου,    και το καρνάγιο του μπάρμπα Θόδωρου εκεί πίσω που έγιναν τα μεγάλα ξενοδοχεία,  εκεί που στην εποχή που αναφέρομαι υπήρχε το νεκροταφείο τού χωριού,  και προς τη μεριά της θάλασσας στάσιμα νερά με βούρλα. Καλά όλα ως εδώ, αλλά αν το μεροκάματο που έπαιρνα τότε σε δραχμές, το μετατρέψω σήμερα σε Ευρώ, έρχεται ακριβώς  σε 0,127 του Ευρώ, κι’ όποιος κατάλαβε . . .
Άλλη εποχή και από ανάγκη ωραία (;), λίγος ο κόσμος, καθαρή η θάλασσα  και είπαμε , οι τουρίστες λιγοστοί, και σε αναλογία τρεις τέσσερες το πολύ ασπριδερές και μακρυφούστανες  «ξένες» κοπέλες  που συνεχώς τις είχε κάποιος «δικός » από κοντά . . .      



Στην ανατολική μεριά του χωριού εκεί στο ακατοίκητο μέρος υπήρχε  το Καρνάγιο, όπου ο μαστροΘόδωρος έφκιανε κάτι βάρκες μακριές και στενές, ολόκλειστες με δύο ανοίγματα περίπου στη μέση που έκλειναν με φαρδιά στρόγγυλα καπάκια, βάρκες περήφανες, με πλώρη και πρύμνη αρχαιοπρεπώς υπερυψωμένες, και  θυμούμαι που τον ρώτησα και μού απάντησε ότι τέτοια σκαριά είχαν στη μαύρη θάλασσα, γιατί  αντέχουν στις τρικυμίες, δε βουλιάζουν. Τον ήξερα το μαστροΘόδωρο, ήταν καλός τεχνίτης και τον βοήθησα αρκετές φορές να βρει στραβόξυλα για τη δουλειά του, στα δημόσια πευκοδάση της περιοχής, αλλά και στο διπλανό καλογερικό, παρόλο που ο παπαΝικόλας ο καλόγηρος γκρίνιαζε. Ο μαστροΘόδωρος ήθελε σώνει και καλά τα στραβόξυλα στο σκαρί να τα βάζει μονοκόμματα, όχι «ματισμένα», μεράκια αυτά, μαστόρευε ο άνθρωπος όλη μέρα, με τα εργαλεία που είχαν και οι αρχαίοι ναυπηγοί, αλλά η δουλειά του τέλεια όπως έλεγαν όσοι γνώριζαν από τέτοια και σάμπως πόσες βάρκες έφκιανε, και τέλος πάντων, η εποχή στην οποία αναφέρομαι πέρασε ανεπιστρεπτί και ο Ν. Μαρμαράς άλλαξε, έγινε  αγνώριστος, γέμισε κτίσματα και μαγαζιά, έγινε της μόδας, με ξενοδοχεία και όσα άλλα χρειάζεται και απαιτεί ο σύγχρονος τουρίστας που  τότε τον ονόμαζαν «παραθεριστή », αλλά αυτή η «αλλαγή» έφερε τα πάνω κάτω στο τοπίο  και στις συνήθειες, από την άλλη μεριά όμως, ανέβασε οικονομικά όσους είχαν την τόλμη και τη διορατικότητα να δουν και να προβλέψουν τις απαιτήσεις των καιρών.
Ο Ν. Μαρμαράς  χωριό προσφύγων, «φυτεύτηκε» ανάμεσα σε Μοναστηριακές εκτάσεις και τα γύρω δάση ανήκουν σε διάφορα  Μοναστήρια του Άθωνα, τα οποία έχουν το δικαίωμα της εκμετάλλευσής τους εκμισθώνοντάς τα σε ιδιώτες, αλλά για την υλοτομία και τον  τρόπο διαχείρισης  αρμόδια είναι η Δασική Υπηρεσία, η οποία επιβλέπει τη σωστή επέμβαση για τη λεγόμενη «απόληψη» των ποικίλων δασικών προϊόντων. Έτσι λοιπόν όταν τελείωσε η υλοτομία σε κάποιο Μοναστηριακό δάσος, δε θυμούμαι σε ποιο, αλλά δεν έχει και καμιά ιδιαίτερη σημασία αυτό, έπρεπε να γίνει η λεγόμενη τελική επιθεώρηση, να πούμε  δηλαδή  «εμείς» οι αρμόδιοι ότι τηρήθηκαν οι κανόνες της σωστής υλοτομίας και για να  γίνει αυτό έπρεπε να μεταβούμε επί τόπου, ο  Δασάρχης και ο γράφων το παρόν. . . βαρετό και μακρύ γραπτό, μαζί με τον έμπορο ο οποίος είχε νοικιάσει το δάσος από το Μοναστήρι. Η μετάβαση θα γινόταν με πλεούμενο, γιατί δρόμος «διά ξηράς» δεν υπήρχε, κανονίστηκαν όλα από την προηγούμενη μέρα και ο έμπορος «κατέλυσε» στο μοναδικό πανδοχείο της κυρίας Αναστασίας Λ., εκεί στο πρώτο λιμανάκι στον πίσω δρόμο. Πολύ πρωί λοιπόν μπήκαμε στο αγκυροβολημένο πλεούμενο όλοι και ο κάπταιν σήκωσε την άγκυρα και άρχισε να κάνει τις απαραίτητες μανούβρες για τον απόπλου. Το σκάφος μικρό μια σταλιά αλλά μας χωρούσε και τους τέσσερες, όρθιοι ήμασταν και πού να κάτσεις. Το  «σκάφος» που  είχε και  κουβούκλιο μόνο για τη μηχανή βέβαια, πήρε κατεύθυνση προς τα έξω, οπότε σε κάποια στιγμή φάνηκε η κυρία Αναστασία η ιδιοκτήτρια του μικρού πανδοχείου, φάνηκε να τρέχει προς τον «αιγιαλό» με το χέρι υψωμένο ανεμίζοντας μια πετσέτα που κρατούσε, κάτι είχε μέσα στην πετσέτα, έτρεχε φωνάζοντας έτσι αόριστα «σταθείτε, σταθείτε», και  ήταν ολοφάνερο ότι  απευθύνονταν σε μάς, που «ταξιδεύαμε» με το μικρό καΐκι. Ο καπετάνιος έκανε «κράτει» τη μηχανή και σιγά σιγά πλησίασε την ακτή και η ασθμαίνουσα κυρία Αναστασία είπε  κάπως δυνατά για να ακουστεί, « αυτός ο κύριος ξέχασε αυτά», και ξετυλίγοντας την πετσέτα, και κρατώντας την ανοιχτή με το  χέρι «προτεταμένο» προς το πέλαγος, πλησίασε κοντά, οπότε  και  φάνηκε το περιεχόμενο.  . .
Μια μασέλα κλειστή, να μάς κοιτάζει περίεργη, μια μασέλα με κουμπωμένα τα άνω και κάτω διαζώματα αλλά εκτός έδρας, περιμένοντας έτοιμα να . .  δουλέψουν μόλις θα έμπαιναν εκεί που έπρεπε. .  .
Ροζ η μασέλα στο χρώμα που έχουν τα ούλα,  και τα δόντια έρημα και ορφανά, παράταιρα εκτός γηπέδου, στραμμένα προς το πέλαγος να περιμένουν τον ιδιοκτήτη να λύσει το αίνιγμα . . . .
Οπότε ο εκ Θεσσαλονίκης « έμπορος» (από χωριό των Ζερβοχωρίων κατάγονταν ο άνθρωπος), με αστραπιαία κίνηση έφερε το χέρι στο στόμα και με προφορά που πρόδιδε έλλειψη των απαραίτητων «παραπέτων» στη στοματική κοιλότητα, φώναξε. «Θκέδμ’ είνι θκέδμ’ οι μαθέλιθ,   φέρτι θ’,. .  . αυτά παθαίνθ άμα διάδιθι . . . »
Γελάσαμε όλοι (σιγανά και αμήχανα. .  .), και ο ξεχασιάρης «ιδιοκτήτης» πήρε τα «εργαλεία» και γυρίζοντας ανάποδα προς το πέλαγος, με μια γρήγορη κίνηση «χλάτς» τα τοποθέτησε  «εντός» και  ξαναβρήκε την ικανότητά του στην σωστή προφορά όλων των συμφώνων, αν και τα φωνήεντα ιδίως το «α», τα πρόφερε αρκετά κλειστά, από φόβο μην πέσει το άνω «διάζωμα» και τρέχα να το βρεις στη θάλασσα. . . .
 Αλλά να, και πες πες,  το ένα φέρνει το άλλο, και θυμήθηκα την πρόταση κάποιας γιαγιάς στη διπλανή της και να μην λέμε ονόματα, μια πρόταση που έγινε όταν ξενυχτούσαν τον παππού, (μακριά πουδώ) κι’ αφού είπαν τι είπαν κι’ ήπιαν καφέδες και η νύχτα ατελείωτη σε τέτοιες περιπτώσεις, άρχισαν να συζητούν για διάφορα, και σε κάποια στιγμή είπε η «Χήρα» στην άλλη, και  μάλλον ρώτησε,
«Τι μαρ’ γίνκη μι τ’ μασιέλα τ’ Αργύρ’; Dbαράγκιλίτι; . .. »  Και απάντησε η σύζυγος του παππού Αργύρ’. .
 « Να δγιούμι τι θα κάνουμι, θέλ’ ένα σουρό παράδις κι . . .»  
Οπότε η το πρώτον λαλήσασα έκανε σοβαρά την πρόταση  ..  .
 « Γιατί μαρή δε bέρν’ς να τουν δώεισ’ τ’ μασιέλα τ’ μακαρίτ’ τ’ παππού μας; Ούτι που τ’ φόρισι . . ., τούν στένιβι κι’ όλας . . νάτην, ιδώια τ’ν έχου στου συρτάρ’. .  . .!!!.»
Αυτά και τέτοια τα γεγονότα λοιπόν παλιά και καινούργια, κι’  η κατάστασ’ δύσκουλην κι να δγιούμι πώς θα τα βουλιέψουμι . . .  
Το ολιγόωρο ταξίδι όμως είχε κι’ άλλα απρόοπτα, αλλά  για τα υπόλοιπα μια άλλη φορά, γεροί νάμαστε να τα πούμε.                 
 Και πάλι χαιρετισμούς  και εύχομαι σε όλους, «να τάχ’ν κί τα τριανταδυό γιρά . . .».   
                                                                Βαγγέλης Μαυροδής 

Η Καμινάδα

Όλοι βέβαια γνωρίζουμε το τζάκι. Παλιά όλα, μα όλα τα σπίτια διέθεταν τέτοιο, αργότερα βγήκαν οι σόμπες και οι πιο πρακτικές μασίνες και σε πολλά σπίτια γκρέμισαν κάποτε τα τζάκια γιατί τα θεώρησαν άχρηστα πια και τους εμπόδιζαν.
 -Όμως από το ταβάνι και πάνω οι καμινάδες έμειναν, είναι ενσωματωμένες στη στέγη και δεν γκρεμίζονται, αλλά και δεν εμποδίζουν και σε τίποτα, μόνο που κάποιος πρέπει να κλείσει από πάνω, έξω από τη στέγη την τρύπα που έβγαινε ο καπνός, για να μην μπαίνει η βροχή και λερώνει τον τοίχο με τη μαυρίλα που βγάζει η καπνιά συνέχεια.

Η Λ Α Τ Ε Ρ Ν Α

Να ευχηθούμε στους απανταχού αναγνώστες και. . .λαθραναγνώστες όχι για κάποια γιορτή ή επέτειο, αλλά να, οι ευχές πάντα είναι ευπρόσδεκτες ακόμα κι’ αν απευθύνονται σε κάποιον έτσι . . .αόριστα, ευχές είναι τέλος πάντων. . 
Να διασκεδάσουμε  πάμε όχι να προβληματισθούμε, μπορεί να μη γελούμε πάντα δυνατά με κάτι που βλέπουμε ή ακούμε, αρκεί να χαμογελούμε, κέρδος είναι κι’ αυτό για την ψυχική ισορροπία μας, οι κακόκεφοι και οι γκρινιάρηδες  συνήθως δε ζουν και πολλά χρόνια, αλλά κι’ αν περάσουν το φυσιολογικό όριο, πραγματικά ζουν μόνο όταν κοιμούνται, γιατί συνήθως στον ξύπνιο τους υποφέρουν, τους φταίνε όλα ή τα περισσότερα και  ποτέ δεν έχουν ένα καλό λόγο για κανέναν, η πρόοδος της κοινωνίας δεν οφείλει τίποτα σ’ αυτούς την κοινωνία την ωφελούν οι αισιόδοξοι και οι περίεργοι, σ’ αυτούς χρωστούμε την εξέλιξη των πάντων, τέλος πάντων όμως κάπως μακρά η εισαγωγή, είπαμε για διασκέδαση  ξεκινήσαμε και κοντεύει να το σοβαρέψουμε πάλι το θέμα, τέλος λοιπόν η φλυαρία και μπαίνουμε στο θέμα που είναι σχετικό με τη λατέρνα  ένα όργανο του μεσοπολέμου που σχεδόν ξεχάστηκε, μαζί με το γραμμόφωνο και την ωραία φυσαρμόνικα, το γραμμόφωνο βέβαια υπάρχει σε μερικά σπίτια αλλά δε βρίσκονται βελόνες για να παίξει, η φυσαρμόνικα πάει κι’ αυτή τα παιδιά δεν τη γνωρίζουν κι’ είναι τόσο γλυκιά κι’ όσο για τη  λατέρνα, κάπου κάπου τη βλέπουμε και την ακούμε μόνο στους δρόμους, ξυπνά τη νοσταλγία μέσα μας και μας πηγαίνει πίσω σε άλλες εποχές, τότε που οι αείμνηστοι Μίμης Φωτόπουλος
και Βασίλης Αυλωνίτης την έκαναν γνωστή στο πανελλήνιο με τις ασπρόμαυρες ταινίες τους στο σινεμά.

Η Μολόχα

Αυτό το ταπεινό,  όμορφο και ανθεκτικό λουλούδι που οι περισσότεροι το γνωρίζουμε και δεν είναι άλλο από το γεράνι όπως το ονομάζουν γενικά, αλλά εμείς εκεί στα χωριά μας στην ορεινή βορειοανατολική Χαλκιδική, επιμένουμε να την ονομάζουμε με το πρώτο. . .

Η Διαπόμπευση Των Μοιχών

Μία μάλλον  διασκεδαστική  ιστορία, με λεπτομερή, κατατοπιστική και ολίγον . . . μακροσκελή εισαγωγή, βασισμένη σε . .  .αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία αλλά και  στην προφορική παράδοση. Οπλιστείτε με υπομονή και θα δούμε. . .
Αρχή της ιστορίας λοιπόν,

Η άλλη Μαμά

Η ώρα  περίπου δέκα και ο ήλιος ψηλά, κόσμος περνάει,  ποικιλία αμφιέσεων  γλωσσών και χρωμάτων, μικροί και μεγαλύτεροι  όλοι κατευθύνονται προς τη θάλασσα, κι’ εμείς κάτω από την καρυδιά  με τα φλύαρα τζιτζίκια από πάνω μας που δε λεν να σταματήσουν. Οι περισσότεροι συζητούν  μεγαλόφωνα, τα πιτσιρίκια  τρέχουν γύρω από τούς μεγάλους και νά, κάποιου  μικρού τού  έφυγε η σαγιονάρα και  τρέχει να τη βρει πηδώντας στο ένα πόδι, περνούν σε παρέες και μεμονωμένοι, κεφάτοι οι περισσότεροι. Από πέρα φάνηκε να έρχεται ένα ζευγάρι, η κυρία φαίνεται λίγο παρακάτω από τα πρώτα  –άντα, -εκτός αν. . .-  με λουλουδιασμένο πλατύγυρο η κυρία και γυαλιά που καλύπτουν σχεδόν όλο το  πρόσωπο, ντυμένη σικ που λέμε για τη θάλασσα, σοβαρή κι’ αμίλητη με βλέμμα  χαμηλό, και παρουσία η οποία γενικά φανερώνει  απόσταση στα όρια τής ενόχλησης και της οργισμένης μοναξιάς, ένα κινούμενο και περιφερόμενο «θα σας δείξω εγώ. . .», προηγείται ελαφρώς τού κυρίου ο οποίος  μάλλον λίγο πιο κάτω  από τα πρώτα  -ήντα έπεται,  ασκεπής αυτός αλλά φορώντας σκούρα γυαλιά ηλίου από κείνα που ακολουθούν τις καμπύλες τού προσώπου,  ευσταλής ο κύριος με φανερή την αρχόμενη αποψίλωση  τού προσθίου τεταρτημορίου της κεφαλικής τριχοφυΐας  και εμφανέστερη μια «γραμμή» περιμετρικώς στα κοντοκουρεμένα μαλλιά,  σίγουρα   από τη διαρκή πίεση κάποιου υποχρεωτικού υπηρεσιακού «πηλικίου», ακολουθεί ο κύριος συνοδεύοντας διαγωνίως την κυρία, έχοντας στον ώμο του  μια μοδάτη ανοιχτή τσάντα σίγουρα με τα απαραίτητα αξεσουάρ για την παραλία, από την οποία εξέχει ένας παιδικός αναπνευστήρας. Η κυρία προηγείται πάντα  αμίλητη  και ο κύριος ακολουθεί  και κάθε τόσο ρίχνει μια ματιά προς τα πίσω, γιατί  πίσω τους και σε αρκετή απόσταση, έρχονται δύο μικρά αγόρια που περπατούν μαζί, κάτι λέει ο μεγάλος στο μικρό, αλλά είναι ακόμα πέρα και δεν ακούγονται, φαίνονται όμως, μικρά τα παιδιά γύρω στα δέκα ο μεγάλος κι’ ο μικρός περίπου έξι-εφτά, ο μικρός  έχει αγκαλιά  μια πολύχρωμη μπάλα  κι’ ο μεγαλύτερος με το δεξί χέρι τον κρατάει από τους ώμους προστατευτικά και τού μιλάει  σκύβοντας το κεφάλι προς το μέρος του, εκείνος  κάθε τόσο  με το αριστερό χεράκι σκουπίζει τα μάτια του,  κι’ ο μεγάλος  σκύβει ακόμα περισσότερο  και τού μιλά, όπως μόνο τα παιδιά ξέρουν να  μιλούν έτσι σιγανά αναβαθμίζοντας ασυναίσθητα το ρόλο τους, να μιλούν με τέτοια προφύλαξη κι’ ας  μην υπάρχει γύρω κανείς να τούς ακούσει, ο κύριος που προχωρεί, έριξε ακόμα μια ματιά προς τα πίσω  και με κάποια προσποιητή και απολογητική σοβαρότητα είπε για ν’ ακουστεί, «άντε Σπύρο, προχωρείτε τί κάνετε επί τέλους;» Η κυρία συνεχίζει  και η απόσταση σταθερή, δε δείχνει ενδιαφέρον η κυρία για τα παιδιά, ούτε ένα βλέμμα προς τα πίσω.  Πλησίασαν τα παιδιά ήρθαν κοντά, πέρασαν από δίπλα μας.  Όπως φάνηκαν από πέρα, αγκαλιασμένα. Κι’ ο μικρός πάλι τρίβει τα ματάκια του. Τώρα φαίνεται καθαρά. . . Είναι κλαμένος. Προχώρησαν  πιο γρήγορα προς  τούς μεγάλους  και ξεμακραίνοντας λίγο, κοντοστάθηκαν. Έσκυψε πάλι ο μεγαλύτερος  τον έσφιξε περισσότερο  το μικρό και τον τράβηξε επάνω του.. . . . «Πρέπει να καταλάβεις. . . Ακούς;  Πρέπει να το καταλάβεις. . . Αυτή  δεν είναι η δική μας η Μαμά.. . Σταμάτα τώρα . . . Μην κλαίς. . . .Η γιαγιά μάς περιμένει. . . Εκεί θα   πάμε πάλι . . . Ο παππούς είναι εκεί. . . » κι’ εξακολούθησε να τον κρατά τρυφερά  από τους ώμους με αυτήν τη χαρακτηριστική προστατευτική κίνηση, μια κίνηση που ταιριάζει συνήθως μόνο στους μεγαλύτερους, αλλά  που μερικοί  τυχεροί,  τη μαθαίνουν και τη συνηθίζουν από την τρυφερή τους ηλικία. . . . Προχώρησαν κι’ άλλο  τα παιδιά, απομακρύνθηκα και χάθηκαν στη στροφή. . . Αγκαλιασμένα. . . .
                      Βαγγέλης Μαυροδής   Σκάλα Ποταμιάς Θάσου,
                                        Κεκαυμένου Ιουλίου λήγοντος

Η Μαστίχα.

Το θέμα σήμερα είναι η γνωστή σε όλους μαστίχα. Μ’ αυτήν τα καταπιαστούμε, όχι ως ειδικοί, παρά μόνο με καλοπροαίρετες παρατηρήσεις και αρκετές. . . . μπηχτές ιδίως για το ωραίο φύλο το οποίο αν θέλει να είναι πραγματικά ωραίο, θα πρέπει να τηρεί ορισμένους κανόνες ευπρέπειας και συμπεριφοράς, χωρίς να υποστηρίζουμε ότι εμείς οι «ισχυροί» -τρομάρα μας- από την άλλη μεριά είμαστε καλύτεροι. . . , θα δούμε παρακάτω πώς έχουν τα πράγματα, υπομονή μόνο και διαβάστε με προσοχή.   Σκέφτηκα να  βάλω επικεφαλίδα  την τσίχλα, αλλά δε μ’ αρέσει η λέξη καθότι ξενόγλωσση  παρόλο που πολιτογραφήθηκε στη γλώσσα μας και πάει, μας έμεινε κι’ αυτή, αλλά και για ένα άλλο λόγο καθαρά φιλοζωικό θα έλεγα, γιατί σκέφτηκα ότι αυτή η συνωνυμία αδικεί την Τσίχλα, το  πουλί που γνωρίζουμε όσοι ακόμα δεν ξεκόψαμε τελείως από τη φύση και  δε μας αλλοτρίωσε τελείως η φραπεδιά και ο καναπές. Βέβαια, η ξενόφερτη λέξη  θα φανεί παρακάτω, αλλά ας μην τη βάλουμε στην επικεφαλίδα. Θα το παλέψουμε λοιπόν το θέμα και στο  τέλος ελπίζω να βγει και κάποιο δίδαγμα, ένα συμπέρασμα τέλος πάντων που μακάρι να φανεί χρήσιμο σε όσους  τύχει  να διαβάσουν τη συνέχεια.
-Η μαστίχα όπως είναι γνωστό κι’ αν δεν είναι να το μάθουμε τώρα, είναι το δάκρυ του μαστιχόδεντρου- του δέντρου που πληγώνουμε- . Το μαστιχόδεντρο είναι αειθαλές με μικρό μπόι και βρίσκεται  αυτοφυές   στη Χίο  κι’ εκεί όχι σε όλο το νησί, αλλά στο μισό. Οι Χιώτες δοκίμασαν λέει να φυτέψουν μαστιχόδεντρα  και στο άλλο μισό του νησιού, ακόμα και ξένοι τα φύτεψαν  σε άλλες χώρες, αλλά τα δέντρα έμειναν απλώς . . . καλλωπιστικά, και μαστίχα δε βγάζουν. Έτσι η μισή Χίος παραμένει ο  μοναδικός τόπος παραγωγής της μαστίχας σε όλο τον κόσμο.
-Επειδή λοιπόν από πολύ νωρίς φάνηκε η αξία της μαστίχας, κάποιος Σουλτάνος  κήρυξε τα μαστιχόδεντρα προστατευόμενο είδος  και παραχώρησε προνόμια στους Χιώτες, αφού το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής  το απορροφούσε το παλάτι για τις μασητικές ανάγκες του πολυπληθούς χαρεμιού, αλλά  και των συζύγων και παλλακίδων  των  αμέτρητων  αξιωματούχων της απέραντης αυτοκρατορίας. Μη έχοντας λοιπόν τι άλλο να κάνουν οι πολλές  νόμιμες  σύζυγοι και οι αμέτρητες σκλάβες και παλλακίδες και οι κάθε είδους και φυλής παρακοιμώμενες των επισήμων στο ντοβλέτι, μασούσαν τη μαστίχα νυχθημερόν  μια και η κολγκέιτ βρέθηκε πολύ αργότερα, ήταν μια καθημερινή συνήθεια και απασχόληση το μάσημα της μαστίχας, γι’ αυτό και η  μοναδική Χιώτικη  ήταν περιζήτητη και ά, σιγά σιγά από τα χαρέμια πέρασε και στα λαϊκά  στρώματα. Η μαστίχα εκτός από το μάσημα, χρησιμοποιείται και στην παρασκευή γλυκών, αλλά η χρήση της αυτή ενδιαφέρει κατ’ αποκλειστικότητα τους ζαχαροπλάστες, εμάς  μας ενδιαφέρει μόνο η χρήση της για μάσημα. Είναι σκληρή η Χιώτικη μαστίχα, αλλά μαλακώνει με το μάσημα, κι’ όταν πια  τη βαρεθούμε και την παρατήσουμε κάπου, ξανασκληραίνει  με φανερά τα αποτυπώματα των δοντιών επάνω της και « ελαφρώς κεχρωσμένη»  από τα υπόλοιπα της στοματικής κοιλότητας, κι’ όταν την ξαναθυμηθούμε, χλάπ τη βάζουμε στο στόμα να  συνεχίσουμε το…μαρκάλισμα, έκτός κι’ αν τη δει κάποιος αφημένη και με μορφασμό αηδίας την πετάξει από το παράθυρο για να την πατήσει κανένας περαστικός και να την κουβαλήσει στο χαλί ή στα σκαλοπάτια. Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μαστίχα Χιώτικη ή άλλη, είναι αποκλειστικά ιδιωτικής χρήσης, γιατί είναι μάλλον αδιανόητο να τη δανείσουμε σε κάποιον άλλο, εκτός αν αυτός ο άλλος είναι  ο σύντροφος κι’ αυτό μόνο στις πρώτες δυο τρεις μέρες στο μήνα  του…. μέλιτος, αλλά  κι’ αυτό το λέω με μεγάλη επιφύλαξη. . .            
Ο κόσμος λοιπόν πορεύτηκε (βολεύτηκε) με τη μαστίχα της Χίου και ικανοποίησε τις μασητικές του ανάγκες  για πολλούς αιώνες, από την προ Ομήρου και προ …Τισσαφέρνη εποχή, μέχρι που  ήρθαν οι Αμερικάνοι στην Ευρώπη και μαζί με το σχέδιο Μάρσαλ, μας έφεραν και τις  τσίχλες στρογγυλές και πολύχρωμες στην αρχή, μακρόστενες σε πακετάκια αργότερα, με πρώτη ύλη  το αποχρωματισμένο και αρωματισμένο καουτσούκ, αυτό που χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια  στην κατασκευή  των ελαστικών για τα αυτοκίνητα και χρησιμοποιείται συνεχώς για τα εξαρτήματα του. . . οικογενειακού προγραμματισμού, -έτσι τα λέμε τώρα τα προφυλακτικά, με τέτοιες εκφράσεις πολιτισμένες. . .!!- 
-Βέβαια και σ’ αυτόν τον τομέα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν βρει πρωτότυπους τρόπους αντισύλληψης, αλλά γι’ αυτό μια άλλη φορά,   αρκεί να το θυμηθούμε, γιατί αν  το αναλύσουμε κι’ αυτό θα ξεστρατίσουμε από το κυρίως θέμα της μαστίχας και θα γκρινιάξουν μερικοί, έχουμε χρόνο μπροστά μας να πούμε και γι’ αυτό, αλλά θα το πούμε πάλι, αυτές οι….παρακάμψεις που υπεισέρχονται στην πορεία της ανάπτυξης ενός θέματος, είναι σαν το τζατζίκι ή την ταραμοσαλάτα που συνοδεύουν το κυρίως πιάτο και τρώγονται λίγο λίγο για να νοστιμίσει το φαγητό, και συνεχίζουμε μ’ αυτήν την τσίχλα που τη μάθαμε για τα καλά, μπήκε στη ζωή μας  εδώ και χρόνια, έγινε συνήθεια. Και ως συνήθεια δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι αξιοκατάκριτη εφόσον δεν ενοχλεί τους μη μασούντες, αλλά από τη στιγμή που γίνεται ενόχληση, τα πράγματα αλλάζουν. Κατ’ αρχάς (βασικά που λένε μερικοί και χλάτς χλουτς μασούν  την τσίχλα τους), αυτή η μαστίχα της επικεφαλίδας και η τσίχλα, προσφέρονται για  όλους, αλλά για μερικές ηλικίες και κατηγορίες ανθρώπων, αποκλείεται η χρήση και η απόλαυσή της. Δε δίνουμε στα μωρά τσίχλες γιατί  κινδυνεύουν να πνιγούν και δεν μπορούν να την απολαύσουν οι φέροντες τεχνητή οδοντοστοιχία, γιατί κολλάει πάνω στα ξένα δόντια και με το πρώτο μάσημα ξεφεύγει η μασέλα  και μια μασέλα εκτός….γηπέδου πασαλειμμένη μάλιστα με τσίχλα δεν είναι και το ωραιότερο ως θέαμα. Να, τώρα, το ένα φέρνει το άλλο και οι ανήκοντες στην παραπάνω κατηγορία, δεν μπορούν επίσης να απολαύσουν τα σύκα γενικώς ξερά και φρέσκα, τα κουλούρια με σουσάμι και άλλους καρπούς με μικρά σπόρια που χώνονται και πληγώνουν τα ούλα και όσο για το λουκούμι τώρα οι γνώμες των ειδικών διίστανται, άλλοι λένε ότι μπορούν να το φαν οι γέροι, άλλοι διαφωνούν, τέλος πάντων όμως υπάρχει εκείνο το καλαμπούρι με τη γριά που της πρότειναν λέει, να διαλέξει λέει ανάμεσα σ’ ένα λουκούμι και σε κάτι άλλο που δε γράφεται αλλά ευκόλως εννοείται, κι’ εκείνη απάντησε « Μ’ τι να του κάνου του λουκούμ’  πιδί μ’, σάματι έχου δόdια;» κλείνει κι’ αυτή η παρένθεση και ξαναμπαίνουμε στο θέμα. Είναι δικαίωμα του καθενός να μασάει περπατώντας  από τσίχλα μέχρι ότι θέλει, αρκεί να μη προσφέρει άσχημο θέαμα  και ιδίως να μη μας υποχρεώνει να κουβαλήσουμε αυτήν την τσίχλα στο  σπίτι μας ,αυτήν την τσίχλα που πέταξε αδιάντροπα στο δρόμο, γιατί ενώ γενικά μας ευχαριστεί να τη μασούμε, όταν τη βαρεθούμε  καταντάει πρόβλημα, δεν μπαίνει και στην τσέπη, και κοιτούμε να τη ξεφορτωθούμε φτύνοντάς την στο δρόμο, ή κολλώντας την στο παγκάκι  του Δήμου, στο κάθισμα της πλατείας ή στο κάτω μέρος του τραπεζιού εκεί που  καθόμαστε και απολαμβάνουμε τον καφέ μας με τη συντροφιά φίλων και γνωστών  ντυμένοι  με τα καλά μας και φορώντας μπόλικη αξιοπρέπεια που δεν επιτρέπουμε σε κανένα να την αμφισβητήσει. Αυτή την κίνηση όμως  που  βαθμολογικά μας κατατάσσει  στα μάτια των άλλων πολύ χαμηλά, δεν την κάνουμε στο σπίτι μας , δεν πετάμε την τσίχλα στο πάτωμα, ούτε την κολλάμε στο περβάζι και στο μπαλκόνι, γιατί αυτά είναι δικά μας και θα τα καθαρίσουμε εμείς, εμάς θα ενοχλήσουν…… Είναι και ζήτημα αγωγής όμως κι’ από κει ξεκινούν όλα, τους καλούς τρόπους τους μαθαίνουμε από την παιδική ηλικία  κι’ όταν βλέπουμε τη μαμά να πετάει τη σακούλα   στο δρόμο ή να φτύνει την τσίχλα της στη μέση της πλατείας, δεν μπορεί, θα κάνουμε κι’ εμείς το ίδιο, αφού το μάθημα που πήραμε αυτό μας δίδαξε και πάει, δε διορθώνεται. . . Έχουν γεμίσει τα πεζοδρόμια και οι πλατείες από μασημένες πατημένες τσίχλες διαφόρων αποχρώσεων που για όλους είναι ένα αηδιαστικό θέαμα, μια απαράδεκτη κατάσταση που δε λέει να διορθωθεί, γιατί, είπαμε, λείπει η αγωγή, λείπουν οι καλοί τρόποι, οι οποίοι καλοί τρόποι δεν είναι επακόλουθο ούτε της υψηλής βαθμολογίας στο σχολείο, ούτε του υψηλού εισοδήματος, αλλά  το αποτέλεσμα  της σωστής αγωγής. Το κακό έχει παραγίνει και διαβάζω ότι ο Δήμαρχος της Σιγκαπούρης, απαγόρεψε λέει το μάσημα της τσίχλας σε δημόσιους χώρους, γιατί λέει, ξοδεύει πολλά εκατομμύρια για να καθαρίσει τους δρόμους και τις πλατείες από το σιχαμερό θέαμα που παρουσιάζουν  λέει…. Τώρα τι την κάνουν την τσίχλα οι λαθρομασούντες Σιγκαπουριανοί όταν πλησιάζει ο αρμόδιος τσιχλοελεγκτής (άκου ειδικότητα. . .!!) δεν αναφέρει το δημοσίευμα, αλλά  υποθέτω ότι την καταπίνουν στα γρήγορα  και εξέρχεται έτσι δια της φυσικής οδού. . .
-Τέλος πάντων όμως όπως και να το πούμε, είναι αηδιαστικό αυτό που συμβαίνει και θα πρέπει να συμμαζευτούμε γιατί  δεν είναι σωστό και πρέπον να ξοδεύονται τεράστια ποσά για την αναβάθμιση του περιβάλλοντος στις πόλεις μας  και να βλέπουμε  δρόμους  και δημόσιους χώρους στρωμένους με πατημένες τσίχλες που  το καλοκαίρι ιδίως λιώνουν με τη ζέστη  κι’ άμα τις πατήσουμε κρέμονται στα παπούτσια μας και μας ακολουθούν κι΄αυτό, εξαιτίας του ανάγωγου για να μη χρησιμοποιήσω βαρύτερο χαρακτηρισμό,που σκέφτεται, τι με νοιάζει δικιά μου είναι η πλατεία, ή που μάλλον δε σκέφτεται καθόλου. Αν όμως ανατρέξουμε στους κανόνες καλής συμπεριφοράς και ανατροφής στους κανόνες των λεπτών και ευγενικών τρόπων όπως τους εννοούμε οι περισσότεροι, δε νομίζετε ότι και μόνο το μάσημα της τσίχλας στο δρόμο ή σε δημόσιο χώρο, δείχνει  έλλειψη και λεπτότητας και απουσία σωστής αγωγής, δείχνει ότι δεν ταιριάζει μ’ αυτό το κλασσικό «πρέπει» που η κάθε γενιά προσπαθεί ν’ αφήσει στην άλλη; Αισθανόμαστε άνετα  όταν μας συναντήσει φίλος ή γνωστός  κι’ εμείς μασούμε τσίχλα;  Στο χαιρετισμό του γνωστού  στο δρόμο, γιατί προσπαθούμε  να  μιλήσουμε χωρίς να φανεί ότι κάτι έχουμε στο στόμα μας; Δε δείχνει ενοχή αυτό; Ποιος θα πει στις κυρίες και στους κυρίους ότι μέσα στην εκκλησία και μάλιστα κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας ή μίας  τελετής δε μασούμε τσίχλα; Ότι στη διάρκεια του μαθήματος μέσα στην τάξη του σχολείου, την αποχή από το μάσημα της τσίχλας την εφαρμόζουν  πρώτοι οι διδάσκοντες; Ακόμα και αρχηγός κόμματος συνελήφθη από την κάμερα εκτός βουλής, να μασάει τσίχλα σε τόπο στον οποίο βρισκόταν η ηγεσία όλων των εξουσιών της χώρας.. . 
Σκεφθήκαμε ποτέ ότι υποτιμούμε και προσβάλλουμε την προσωπικότητα του απέναντί μας μιλώντας του ή απλώς βλέποντάς τον μασώντας την τσίχλα μας; Θα μιλούσαμε στον προϊστάμενό μας μασώντας τσίχλα; Τότε  γιατί το κάνουμε όταν  εξυπηρετούμε κάποιον ή σε τράπεζα εργαζόμαστε, σε δημόσια υπηρεσία ή στο ταμείο του  σουπερμάρκετ, ως σερβιτόροι, δάσκαλοι ή γιατροί; Αμ εκείνο το μάσημα της τσίχλας από μερικές κυρίες έτυχε να το δείτε ποτέ; Οι κυρίες λοιπόν, για να μη φύγει το κραγιόν  και πάρει τον κατήφορο ένθεν και ένθεν των χειλέων και δείξει ως έγχρωμος κινέζικος μύσταξ, μασούν φροντίζοντας να μην ακουμπούν τα χείλη τους, ή, για να μην παρουσιάζουν άσχημο θέαμα μασώντας με ανοιχτό στόμα, το κάνουν  μόνο με τα μπροστινά δόντια, που κι’ αυτό δεν είναι ότι καλύτερο να το βλέπεις και κάποιος θα πρέπει να  μιλήσει, αλλά ποιος; Αν τύχει και διαβάσουν  όλα αυτά, ίσως κάτι να γίνει, αλλιώς. .
-Έτυχε λοιπόν ένα βράδυ να βγούμε για φαγητό και όλα καλά, μέχρι που απέναντί μας  στρώθηκε μια παρέα τριών γνωστών μας ζευγαριών με κυρίες καλοντυμένες και με κείνον τον αέρα του νεόπλουτου  μικρομεσαίου, του  20%  όπως τους λέμε αυτούς που κλέβουν τον ΦΠΑ μη κόβοντας αποδείξεις, κι’ είναι τραγικό να σκεφτείς ότι πληρώνοντας ας  πούμε  εκατό Ευρω  σ’ ένα μαγαζί που δεν δίνει απόδειξη , αυτομάτως στο νόμιμο κέρδος του προσθέτει (κλέβει) κι’ άλλα είκοσι Ευρώ,  όσος είναι ο έρημος ο ΦΠΑ που δεν καταβάλλει,  (κλείνει η παρένθεση). Οι κυρίες λοιπόν, μόλις θρονιάστηκαν στις πλαστική καρέκλες, έριξαν και μια ματιά κυκλικά για να δουν αν οι υπόλοιποι  πελάτες είναι της . . . τάξης τους και  το περιβάλλον είναι κατάλληλο και αντάξιο της ιδέας που έχουν για τον εαυτό τους. Και λέω « θρονιάστηκαν» γιατί το εκτόπισμά τους συνήθως είναι ανάλογο του νεοπλουτισμού τους και φαίνεται καθαρά η ανακούφισή τους μόλις βολευτούν γιατί το υπέρβαρο  μεταβιβάζεται από τα πόδια τους στην πλαστική καρέκλα. Στήθηκαν οι κυρίες, ως συνήθως  με θέα προς όλο το μαγαζί μασώντας τις τσίχλες τους με τον τρόπο που είπαμε, χωρίς ν’ ακουμπούν τα χείλια τους  και  συγχρόνως άναψαν και τσιγάρο από κείνα τα λιανά και μακριά τσιγάρα  τα καμωμένα ειδικά για δεσποινίδες και κυρίες του καλού(;) κόσμου, γύρω στα  σαράντα οι κυρίες να εκτοξεύουν τον καπνό προς το ταβάνι τεντώνοντας λοξά και με μαεστρία το κάτω χείλος προς τα έξω. Ήρθαν τα τζατζίκια και τα υπόλοιπα και τότε συνέβη το αναπάντεχο. Έσβησαν  τα τσιγαρίλος οι κυρίες και κόλλησαν την τσίχλα τους στο πιάτο  και μετά το φαγητό, οι  ίδιες καθωσπρέπει( ; )  κυρίες ξαναπήραν τις μασημένες τσίχλες και τις μασούσαν καπνίζοντας, και μετά εμείς φύγαμε, αλλά οι τσιχλομασούσες  και  φουγαρηδόν καπνίζουσες κυρίες μετά των συνοδών  τους έμειναν εκεί συνεχίζοντας την παράδοση μαθημάτων καλής συμπεριφοράς  και  ευπρέπειας στους εναπομείναντες πελάτες  και μετά, δεν έχει μετά, μένει μόνο να πεις και τι να πεις. . .δεν έχεις τίποτα να πεις, παρά μόνο να σκεφτείς περίλυπος ότι  είναι μερικά πράγματα που δε χωνεύονται με τίποτα, που δεν μπορεί να τα κρύψει το ακριβό μοδάτο ρούχο, και το πανάκριβο αυτοκίνητο, «επειδής» και γενικά, η υποδομή  είναι «πτωχή».
-Αλλά  για να τελειώνουμε κάποτε, τσίχλες δε μασούν μόνο στο δρόμο, μασούν και στη  διάρκεια θεατρικών παραστάσεων και σε κάθε είδους  καλλιτεχνικές εκδηλώσεις μηδέ των συναυλιών της . .  καμεράτας εξαιρουμένων  που σ’ αυτές, υποτίθεται ότι το ακροατήριο είναι περισσότερο  καλλιεργημένο και για να σας φύγει η απορία, ρωτήστε τις καθαρίστριες  των χώρων  αυτών να σας πουν πόσες τσίχλες  ξεκολλούν μετά από κάθε παράσταση. . . .!!!
-Κι’ εδώ, θα παρακαλούσα ιδίως τις κυρίες, να σταθούν μπροστά στον καθρέφτη μασώντας την τσίχλα τους, χωρίς την παρουσία άλλου προσώπου και μάλιστα να προσπαθήσουν να μιλήσουν μασώντας. Είμαι σίγουρος ότι το θέαμα θα τις συνεφέρει, εκτός και αν η περίπτωσή τους είναι πλέον . . .  ανίατη και η κατάστασή τους μη αναστρέψιμη. . . .οπότε. . . κουνάς την κεφαλήν περίλυπος και δε λες τίποτα. . . .αλά η προσωπική μου άποψη,  είναι ότι, οι πραγματικές ΚΥΡΙΕΣ, δε μασούν τσίχλα ούτε στο δρόμο, ούτε στη δουλειά.
Αυτά και κάθε αντίθετη άποψη συζητήσιμη, αλλά η συζήτηση χωρίς τσίχλα. . . .Και πάλι χαιρετίσματα, αλλά μόνο σε όσους συμφωνούν με τα παραπάνω.  . .στους άλλους, αφού καταπιούν την τσίχλα τους. . .
                                                    Με αγάπη ,Βαγγέλης Μαυροδής
Και η ηλεκτρονική διεύθυνση, vagelis_mavrodis@yahoo.gr