Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020


                      


   Κόλλυβα   με σπόρους ροδιού.
 Το Σκτέλ’
Το Σκτέλ’ αναφέρθηκε σε προηγούμενη . . . διατριβή,  εκεί που με σκωπτική διάθεση, έγινε μια έμμεση πρόταση για να λυθεί το θέμα των συνταξιοδοτικών ταμείων, κι’ εκεί μπήκε μια ερώτηση η οποία απευθύνθηκε έτσι γενικά προς όλους,  και στάσου και να δεις, υπήρξαν δύο απαντήσεις, κι’ αυτό είναι παρήγορο, γιατί  φαίνεται ότι δεν ισχύει εκείνο που λέμε συχνά, «εγώ τα λέω, ο ίδιος τ’ ακούω». Αυτό λοιπόν το «Σκτέλ’» δεν έχει καμιά σχέση  με το άλλο το «Ξτέλ’»  που ανέφεραν οι δύο αγαπητοί  σχολιαστές και μάλιστα ο ένας με αρκετή δόση ειρωνείας για την ασάφεια  των επιχειρημάτων και τη λανθασμένη παρουσίαση, που  «μέσα στα πολλά που λες και που  αν δε διορθωθούν, στραβά θα μείνουν σε πολλούς  για πάντα . . .». Ο αγαπητός επώνυμος σχολιαστής  άμεσα δήλωσε, ότι ενοχλήθηκε από «τα πολλά» αλλά εκείνο που κάνει εντύπωση είναι η υπόδειξη-παραίνεση, την οποία μού απευθύνει, για να διορθώσω τα «στραβά» που διαδίδω στους ανύποπτους αναγνώστες. Και      πίσω απ’ αυτήν την υπόδειξη, εκτός από κάποιον ρόλο «δασκάλου», διακρίνω  και μια ακτιβιστικού είδους  φροντίδα  για σωστή ενημέρωση των αναγνωστών, για να μη μάθουν και να μην ακούσουν μερικές  λανθασμένες απόψεις , μερικά  «στραβά» και στραβωθούν για πάντα, (αφού θα τους μείνουν για πάντα . . . ). Μα είναι δυνατόν να στραβωθεί κάποιος και μάλιστα «για πάντα» επειδή  αγνοεί  το τι σημαίνει το «Σκτέλ’;». Γιατί, είτε Σκτελ’ το πει, είτε Ξτελ’ σημασία έχει το ότι ένα πράγμα έχει στο νου του, κι’ αυτό είναι τα Κόλλυβα. Και για να μη μακρηγορούμε και (ξανα)- κουράσουμε  τους επαΐοντες, λέμε ότι  το Σκτέλ’ έχει μακρά ιστορία, έρχεται από πολύ παλιά, και πέρασε στο Βυζάντιο πριν από το Χριστό και τα Χριστούγεννα. Έχει άμεση  σχέση με το «σκύτος» το δέρμα, όπως με το «σκύτος» άμεση σχέση έχει και το «σκουτί» (μάλλινο χοντρό και σκληρό ύφασμα σκληρό σαν δέρμα), και ιδίως έχει άμεση   σχέση με τη μικρή στρογγυλή ασπίδα εκείνη που κρατούσαν οι ελαφρά οπλισμένοι και η οποία  ήταν φκιαγμένη από αλλεπάλληλα συρραμμένα δέρματα, εκείνη που έμοιαζε, κυριολεκτικά, με το δίσκο της παλιάς και γνωστής μας «παλάντζας» αλλά βέβαια αρκετά μεγαλύτερη. . Τις ασπίδες αυτές οι Βυζαντινοί τις έλεγαν  Σκουτάρια και νάτο το «σκυτάριον». Οι Βυζαντινοί όμως πάλι, λόγω τούυ σχήματός του,  Σκουτέλιον ονόμαζαν το «Πινάκιον φαγητού εις σχήμα λεκάνης , άλλως «γαβάθα». Και το «Σκουτέλλι» αυτό, «χρησιμοποιείται ειδικώς για τα κόλλυβα, τα οποία φέρουν κατά τα Ψυχοσάββατα στην την Εκκλησίαν, για να τα ευλογήσει ο ιερεύς (να τα διαβάσει) και έπειτα μοιράζονται στο εκκλησίασμα». Αυτά αναφέρει για το «Σκουτέλλι» η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια  τόμος ΚΒ, αλλά και ο καθηγητής Φαίδων Κουκουλές στο μνημειώδες έργο του « Βυζαντινών βίος και Πολιτισμός» τόμος Β ΙΙ , Οικιακά Έπιπλα και Σκεύη, σελ. 65.  Βέβαια, σίγουρα υπάρχουν και  ειδικότεροι να απαντήσουν και να αναλύσουν καλύτερα τέτοια θέματα, αλλά πολύ φοβούμαι ότι  τα επιχειρήματα εκείνων τών πλέον ειδικών,  οι αναλύσεις και οι πολλές λεπτομερείς παραπομπές στη σχετική  βιβλιογραφία, θα κουράσουν πολύ  περισσότερο τούς αδημονούντες εκλεκτικούς αναγνώστες  τουτέστιν τους «ακαρτέρετους» οι οποίοι  τόσο εύκολα  χαρακτηρίζουν κάποιον το λιγότερο «βαρετό», και μάλιστα με φανερή ειρωνεία .  Σκτέλ’ λοιπόν και όχι Ξτέλ’ και μάλλον φαίνεται ότι  σε μερικά χωριά, μείναμε πεισματικά «απροσάρμοστοι» και εξακολουθούμε ακόμα να θυμόμαστε πράγματα παλιά, με κίνδυνο να τα μεταδώσουμε λάθος.  Κι’ αυτό μάλλον δείχνει, ότι ο γλωσσικός μας λώρος μάς συνδέει ακόμα με την «παλιά» γλώσσα. Φαίνεται ότι αυτός ο λώρος ακόμα δεν κόπηκε, παρά τους ιδιωματισμούς, τις παραλείψεις φωνηέντων και τις φωνητικές προσαρμογές, αλλά το γλωσσικό Ντι Εν Ει (αν υπάρξει ποτέ) , μπορεί να το αποδείξει. .  . Πάντως, το βέβαιο είναι ότι το «Σκουτέλι» το παραλάβαμε από τους παλιότερους, γλωσσικά σωστό, αλλά όπως κάναμε σχεδόν με όλες τις πολυσύλλαβες λέξεις, το φέραμε κι’ αυτό στα μέτρα μας, κόβοντας τα τρία από τα τέσσερα φωνήεντά του, και το καταντήσαμε  Σκ(ου)τέλ(ι). Αλλά όμως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, αδυνατώ να καταλάβω  εκείνο το «Ξ’τώ» το οποίο  σημαίνει λέει «Χρεωστώ- Χρωστώ», γιατί πουθενά στη Χαλκιδική δεν άκουσα να το λεν. Αντίθετα, αυτό το, «τ’ Ξτού» (  Των Χριστουγέννων, τα Χριστούγεννα  . . . θα σφάξουμι του γρούν’), αν και σταματήσαμε να το λέμε, και σπάνια ακούγεται πια, όμως το θυμόμαστε γιατί το ακούγαμε από τις γιαγιάδες μας και μάς έμεινε. Αλλά έχω τη γνώμη,  ότι αυτό που απόμεινε στα μέρη μας από την  κανονική φράση «Τού Χριστού» δεν είναι παρά ένας ιδιότυπος χρονικός προσδιορισμός και δεν έχει να κάνει με τον ίδιο το Χριστό και τη μοναδική θέση που κατέχει στη Χριστιανική θρησκεία ως Σύμβολο. Γι’ αυτό και σώθηκε διαχρονικά χωρίς να ενοχλήσει κανέναν, αφού παρέμεινε μόνο ως ένας σκέτος χρονικός προσδιορισμός. Το άλλο όμως που γράφτηκε στο σχόλιο ότι δηλαδή  το «Ξτέλ’» προέρχεται από τη συγκοπή-συντόμευση του «Χριστέλ’»  νομίζω ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά μια τέτοια άποψη, και θα ήταν τουλάχιστον  «άκαιρο», γιατί διαχρονικά θα ήταν αδιανόητο στον οποιονδήποτε να αποκαλέσει το Χριστό με τέτοιο υποκοριστικό που φανερά παραπέμπει σε   κάτι το υποτιμητικό για τον ιδρυτή της Χριστιανικής  Θρησκείας. Και αν ακόμα κάτι τέτοιο θα τολμούσε κάποιος να το υποθέσει και να το διαδώσει, η Εκκλησία θα το καταδίκαζε αμέσως, σε μία από τις τόσες συνόδους της στις οποίες εξέτασε και ρύθμισε θέματα και ζητήματα  πολύ λιγότερο  σοβαρά.
   Και όσο για τα κόλλυβα σε «δίσκο», αυτό είναι φαινόμενο  των τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα, γιατί από όσο θυμούμαι, οι γυναίκες που πήγαιναν «Σκτέλ’ στην Εκκλησία, όλες τα κόλλυβα τα είχαν σε βαθύ πιάτο. Αργότερα, όταν επαγγελματίες ανέλαβαν τα κόλλυβα, εμφανίστηκαν οι δίσκοι, με στολίδια από κουφέτα άσπρα, με σταυρούς και σχήματα, ενώ  παλιότερα, το μόνο στολίδι πάνω στα κόλλυβα  ήταν οι σταφίδες και τα σπυριά από ρόδι, που κι’ αυτό έχει τη σημασία του και φτάνει  πολύ μακριά το ρόδι, φτάνει στη Δήμητρα και στο μύθο για την αρπαγή τής κόρης της  Περσεφόνης στον Άδη, αλλά αυτά είναι θέματα της ωραίας  μυθολογίας μας και δεν είναι του παρόντος. Για τις διάφορες κατά τόπους ονομασίες της σκούπας συμφωνώ. Άλλωστε διαχρονικά σε κάθε τόπο για την κατασκευή της σκούπας χρησιμοποιήθηκε  όποιο υλικό ήταν πρόχειρο,   άφθονο και ανθεκτικό.  Ήθελα μόνο να συμπληρώσω, ότι η σκούπα που γινόταν από Σπάρτο, φυτό ανθεκτικό από το οποίο έφκιαχναν και σκοινιά,(1)  έδωσε το όνομα στο ρήμα  Σπαρτεύω και με μετάθεση των συμφώνων, έγινε το Παστρεύω. Αυτά.      
(1)              Στη Μ. Παναγία, το μεγάλο σκοινί στο σαμάρι, που χρησιμοποιείται για φόρτωμα, ακόμα το λεν «Σπαρτίνα». Και με την ευκαιρία, χαιρετισμούς στα σόια εκεί στη Μ. Παναγία. 
 Με χαιρετισμούς σε όλους    Βαγγέλης Μαυροδής


                                            Τα    Κατούνια
Τώρα θα πουν  κάποιοι, τι θέμα είναι αυτό, θα το πουν βέβαια όσοι   προχωρήσουν στην ανάγνωση της  περί Κατουνίων διατριβής (μηδέ και του Στέργιου εξαιρουμένου)  και λέω μόνο το μικρό όνομα χωρίς βαθμούς και αξιώματα γιατί τότε  αγγίζουμε τα . . . προσωπικά δεδομένα.
 Έτσι λοιπόν, πολύ σύντομα και χωρίς εισαγωγή μπαίνουμε στο θέμα, για να εξηγήσουμε τι είναι τα «Κατούνια» δηλαδή τα ρούχα γενικώς κι΄ εδώ για να συνδεθούμε  με τα προηγούμενα, θα πρέπει να πούμε πώς ξεκίνησε η όλη ιστορία, και όλα ξεκίνησαν από τότε που δημοσιεύτηκε και δεν αναρτήθηκε (ακόμα!) η  περισπούδαστη πραγματεία «περί Τσίρου» δηλαδή για τον Τσίρο είχαμε πει τότε, για το τι είναι ο Τσίρος, για το πώς «τσιρουνιέται» ο Τσίρος κρεμασμένος με σπάγκο από την ουρά για να στεγνώσει και να φαγωθεί ως μεζές από τους μερακλήδες, κι’ εκεί παρεμπιπτόντως, αναφέραμε και τα κρεμασμένα ρούχα στην αυλή, τα πολύχρωμα ρούχα που  τα κρεμούν στο σχοινί για να στεγνώσουν,  με όλα τα πονηρά επακόλουθα της άνοιξης, κι’ εκεί επίσης είπαμε τη λέξη «Κατούνια» την οποία  χρησιμοποιούμε για τα ρούχα γενικά , αλλά και ειδικότερα για τα ρούχα που τα κουνάει ο αέρας όπως είναι κρεμασμένα στο σκοινί της αυλής, έχουμε μια ιδιαίτερη έκφραση, λέμε  ότι « τσιρουνιούdι τα κατούνια» , έτσι είπαμε εκεί στα περί Τσίρου, και. . . .όποιος το θυμάται . . . (!!!),  αυτήν την ονομασία δώσαμε στα κρεμασμένα ρούχα, την ονομασία που γνωρίζουμε και λέμε από αιώνες κι’ ας μην είχαμε  ιδέα μέχρι τότε από πού προέρχεται, και τι ακριβώς σημαίνει, τι θέλει να πει, κι’ ας μην ξέραμε ότι η λέξη «Κατούνια» κάποτε πριν από καναδυόμιση χιλιάδες χρόνια(!!) σήμαινε το ρούχο το «κατωνάκιον»  το οποίο  φορούσαν οι δούλοι, για να ξεχωρίζουν από μακριά, γιατί το ρούχο από τα τότε μέχρι το σήμερα  προσδιορίζει και σηματοδοτεί την κοινωνική τάξη και προέλευση του  ανθρώπου.
 Έπρεπε ο δούλος να φαίνεται, να μην μπορεί να κρυφτεί, φορούσε κάτι το ξεχωριστό, όπως ας πούμε οι βαρυποινίτες κάποτε, για να μην μπορούν να κρυφτούν σε περίπτωση που την «κοπανούσαν» από μέσα για έξω, όπως κάποιος «δικός μας» που την κοπάνησε «ελικοπτερικώς» χωρίς ξεχωριστή ενδυμασία,  κι’ ακόμα τον ψάχνουν. . . κι’ όπως κάποιος άλλος (κι’ αυτός  «δικός μας») με γραβάτα  και μούσι αυτός,( για την ακρίβεια υπογένειον),  ο οποίος  έφυγε μέρα μεσημέρι με αερόπλανο για Μόναχο και πήγαν οι δικοί μας οι βολευτές και τον έψαχναν, να τον βρουν και να τον «ψαρέψουν»,  να τού πάρουν λόγια για κάτι. . . τηλέφωνα λέει και για κάτι . .. καλώδια που έφυγε και τα πήρε μαζί του λέει, αλλά αυτός δεν ήταν κρυμμένος, τους δέχτηκε καλά, τους κέρασε κιόλας εκεί, και οι δικοί μας γύρισαν άπρακτοι και πήγαν «διασκά-διασκά» (τουτέστιν  βιαστικά, δρομαίως όπως έλεγαν οι αρχαίοι κλπ κλπ), πήγαν κατευθείαν στο ταμείο της βουλής     για να εισπράξουν τα οδοιπορικά, τέτοια τα φαιδρά  που συμβαίνουν υπό τας κοντοχόνδρους ελαίας  και τας φαιδράς πορτοκαλέας, αλλά  πολλά είπαμε γι’ αυτούς όλους, και για να μη χάσουμε τη συνέχεια πάμε παρακάτω και, εκεί λοιπόν στα περί Τσίρου ευτράπελα που λέγαμε , αναφέραμε τα «Κατούνια» χωρίς να πούμε τι σημαίνει, γιατί τότε δεν ξέραμε τη σημασία  και την προέλευσή της λέξης. Όμως εκεί στη Βορειοανατολική πλευρά του Εθνικού μας Όρους του Χολομώντα, τη λέμε ακόμα αυτή τη λέξη, αλλά νομίζω ότι πολύ σύντομα θα ξεχαστεί και θα χαθεί, και ο λόγος είναι ότι οι περισσότεροι που τη θυμούνται χωρίς να τη λένε, νομίζουν ότι είναι λέξη ξενική, ότι μας ήρθε κι’ αυτή από τη Βορεινή πλευρά των συνόρων μας όπως τόσες πολλές άλλες οι οποίες όμως αφομοιώθηκαν και πολιτογραφήθηκαν ακόμα και από τον Μπαμπινιώτη.
Είπαμε εκεί, στα «περί Τσίρου»  ότι «τσιρουνιούdι τα κατούνια», τα απλωμένα ρούχα δηλαδή γενικά, αλλά τότε, δε μπορούσαμε να φαντασθούμε ότι τα «κατούνια» αυτή η παρεξηγημένη λέξη, θα ήταν καθαρά Ελληνική και όχι κάποια από κείνες που μας άφησαν κατά καιρούς όσοι «φιλοξενήθηκαν» στα χώματά μας. Αυτά λοιπόν τα «Κατούνια» έρχονται από μακριά,  από πολύ μακριά από τότε που η κοινωνική θέση του ανθρώπου σημαδεύονταν από την ενδυμασία του, από τα ρούχα που φορούσε.   Η λέξη αναφέρεται στα γραπτά που σώθηκαν από «τότε» και αφορά στο ρούχο που έπρεπε να φορούν οι δούλοι για να ξεχωρίζουν.
Οι δούλοι φορούσαν τα πιο χοντροκομμένα ρούχα  αλλά μάλλον και οι φτωχοί δε θα είχαν και πολλές επιλογές και μάλιστα γύρω στο 550  της παλιάς χρονολογίας  ο αρχαίος ποιητής Θέογνις κλαίει και οδύρεται επειδή «έπεσαν» οι αριστοκράτες και στην εξουσία ανέβηκαν οι ξυπόλυτοι, οι οποίοι  όπως λέει είναι από κατώτερη ράτσα, αφού πριν πάρουν την εξουσία ζούσαν σαν τα ζώα και κατά τη γνώμη του δεν αξίζουν να κυβερνούν, αφού  ζούσαν έτσι που «αμφί πλευραίσιν δοράς αιγών κατέτριβον» δηλαδή φορούσαν ακατέργαστα γιδοτόμαρα που έλιωναν απάνω τους, γιατί από την πολλή φτώχεια δεν είχαν τη δυνατότητα να τ’ αλλάξουν με κάτι άλλο καλύτερο.  
Από τότε λοιπόν  στην αρχαία Σικυώνα  που βρισκόταν κοντά  στο σημερινό Κιάτο της Κορινθίας, όπως αναφέρει ο αρχαίος Αθήναιος, οι δούλοι φορούσαν ένα μονοκόμματο μάλλινο ρούχο κάτι σαν χοντροκομμένο ράσο την «Κατωνάκην»   και γι’ αυτό ονομάζονταν και «κατωνακοφόροι». Το ρούχο αυτό  στον ποδόγυρο κάτω κάτω είχε μια «φάσα» από ακατέργαστη προβιά από ένα κομμάτι τραγίσιου ή πρόβειου δέρματος και το ίδιο αναφέρει και ο Αριστοφάνης στις Εκκλησιάζουσες.
Το ακατέργαστο αυτό δέρμα λοιπόν, οι πρόγονοί μας το έλεγαν «Νάκος και Νάκη» και απ’ αυτόν τον ακατέργαστο προβατίσιο ή κατσικίσιο ποδόγυρο, αυτήν την «κάτω- Νάκην» πήρε και την ονομασία του το μονοκόμματο ρούχο που φορούσαν οι δούλοι εκεί στην αρχαία Σικυώνα. Εδώ όμως αξίζει να αναφέρουμε και μια . . . ειδικότητα που βγαίνει ως παράγωγο απ’ αυτήν τη λέξη, να πούμε ότι οι αρχαίοι μας τον κουρέα προβάτων και αιγών, τον έλεγαν,  και  «Νακοτίλτη». (Άκου όνομα. . . !!!). Και έτσι οι γραπτές  μαρτυρίες των αρχαίων, βεβαιώνουν την καθαρά Ελληνική προέλευση της δικής μας ονομασίας για τα ρούχα γενικά, μιας ονομασίας που πάει να ξεχαστεί γιατί αυτή η ονομασία «Κατούνια» μέχρι τώρα ήταν παρεξηγημένη επειδή από άγνοια  τη θεωρούσαμε ότι ήταν δανεικιά από κάποιους γείτονες, ενώ είναι δικιά μας, καταδικιά μας.  Τώρα αν η ονομασία αυτή για τα ρούχα έμεινε από  τα τότε ενδύματα  των σεβαστών μας προγόνων μάς είναι άγνωστο, αλλά για να μείνει, μάλλον  κάποιοι στο περιβάλλον τους τη φορούσαν αυτήν την «κατωνάκην». Και όσο για το αν τη φορούσαν μόνο οι δούλοι ή και κάποιοι «δικοί μας», ένα είναι βέβαιο, ότι το συγκεκριμένο ρούχο . . . «φορέθηκε» στην περιοχή μας κι’ έτσι έμεινε και το όνομα, αφού είναι παραπάνω από σίγουρο, ότι δούλοι υπήρχαν αμέτρητοι στην περιοχή, γιατί τα μεταλλεία  στη μεριά των αρχαίων Σταγίρων δε σταμάτησαν να δίνουν ασήμι και μολύβι από  την εποχή του Φιλίππου ακόμα,  κι’ αυτό σημαίνει ότι τα δούλευαν οι πάμπολλοι δούλοι, οι οποίοι δε φορούσαν βέβαια χιτώνες όπως τα αφεντικά τους, φορούσαν την «κατωνάκην» κι’ έτσι έφτασε σε μας. Και σιγά σιγά,  με το πες πες, είπαμε αυτό που έπρεπε, συμπληρώσαμε ένα κενό στο  «διδακτορικό περί Τσίρου», αλλά συγχρόνως ρίχνουμε  και κάποια «ιδέα»  για το τι μπορεί να φορεθεί στο φετινό . . . καρναβάλι. (Άdι dε. . !!)
Με την ονομασία όμως «Κατούνια –Κατουνάκια» υπάρχει  και περιοχή εκεί στη μύτη του Άθωνα, υπάρχουν τα ασκηταριά πάνω από τους γκρεμούς, αλλά δε βρήκαμε  στοιχεία συγγένειας μεταξύ Κατουνίων-Ρούχων και της συγκεκριμένης τοποθεσίας. Μόνο σε μια επίσημη ιστοσελίδα, αναφέρεται ότι μερικοί μοναχοί εκεί, ασχολούνται και με την «Ιεροραπτικήν». Αν αυτό λέει κάτι, τότε υπάρχει η γλωσσική σύνδεση της τοποθεσίας με τα «Κατούνια», αλλά πάνω σ’ αυτό δεν επιμένουμε. Αν όμως κάποιος γνωρίζει πώς πήραν την ονομασία τα εκεί ασκηταριά, ας  το πει, αξίζει τον κόπο να το μάθουμε,  τα Κατουνάκια είναι ένας τόπος φοβερός, κι’ αν  πάς στο μέρος  και κοιτάξεις στον κατήφορο  σε πιάνει «αdράλα».     
Τώρα για να συνδεθούμε με τα . . . (προ) προηγούμενα, θα πρέπει να πούμε πάλι ότι «ο Τσίρος»  δημοσιεύτηκε στην τότε έντυπη και αξιόλογη εφημερίδα Γνώμη της Χαλκιδικής και στο φύλλο  915/06-09-08. Σήμερα  η εφημερίδα υπάρχει μόνο στο διαδίκτυο, με τον ίδιο τίτλο. Και για όσους διάβασαν τότε τα περί Τσίρου και δεν καλοθυμούνται τις. . . λεπτομέρειες, (και  θα ήταν θαύμα και να  θυμούνται), ξαναστέλνω τον «Τσίρο» για να αναρτηθεί στο διαδίκτυο και να ικανοποιήσει την περιέργεια όσων αναρωτιούνται περί τίνος πρόκειται, αλλά και για να  θυμηθούν όσοι το. . . ξέχασαν. Κι’ εδώ λέμε ότι  άμα διαβάσεις κάτι που σού άρεσε, δεν μπορεί, κάτι θα θυμάσαι, αλλά λέμε και το άλλο, δηλαδή,  άντε να θυμάσαι όσα απαιτούνται σε εξετάσεις, ας πούμε στον  ασέπ  και αλλού καλά, αλλά να σού ζητούν να θυμάσαι και τα «Περί Τσίρου», τι να πεις . . .  Τέλος πάντων, καλά είναι μερικά που διαβάζουμε και μας εντυπωσιάζουν, καλά είναι να τα θυμόμαστε, γιατί  για να μάς κάνουν εντύπωση, θα πει ότι μάς ευχαρίστησαν θα πει ότι ενεργοποίησαν τον εγκέφαλό μας για παραπέρα σκέψεις, θα πει ότι έφεραν παραστάσεις απ’ αλλού, παραστάσεις τις οποίες είχαμε ξεχάσει, τις είχαμε ξεγράψει, μας υποχρέωσαν να «ξανα»-θυμηθούμε πρόσωπα ή πράγματα και να «ξανα»-ζεστάνουμε τη μηχανή. . . κι’ αυτό είναι καλό γιατί ένα ξαναζέσταμα, μας βγάζει από την ανία και ίσως μας σηκώσει κι’ από τον καναπέ  και μακάρι. . .              
     Βαγγέλης Μαυροδής  
Πρωτοχρονιά του έτους  2011-  ,β ι΄α ΄-   ΜΜΧΙ