Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020



                    Ο  Χολομώντας.

Όσα θα διαβάσετε παρακάτω,-και οπλισθείτε με. . . υπομονή- γράφτηκαν με καλή διάθεση  και χωρίς να θέλω να  στενοχωρήσω κανέναν,   αλλά αν παρ’ ελπίδα κάποιος νομίσει ότι τού ταιριάζει μια κάποια περιγραφή ή ένας απρόσωπος χαρακτηρισμός, αυτό θα είναι εντελώς τυχαίο, δεν έγινε «επιταυτού» και εν πάση περιπτώσει, από τώρα ζητώ συγνώμη, παρόλο που τώρα τελευταία η ντροπή και η συγνώμη, έγιναν είδος σπάνιο στους περισσότερους, και εξαφανίστηκαν τελείως  σε άγνωστο αριθμό εκλεγμένων  (αλλά όχι και εκλεκτών) και μόνο κατ’ όνομα συνελλήνων,  που θάπρεπε να είναι υπόδειγμα εντιμότητας και  παράδειγμα για μας τους υπόλοιπους. Και μάλιστα σε μερικούς επώνυμους άρχοντες που θέλησαν να γράψουν και ιστορία τρομάρα τους, η ντροπή τους πήγε στην απέναντι μεριά και από ντροπή έγινε  ασυδοσία και αυθαιρεσία, και  έγινε «αρπαχτή», γιατί βρέθηκαν σε κάποιο ψηλό πόστο, κι’ αν  δεν είχαν εξαρτημένους εμάς τούς από κάτω, δε θα τους ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους , όπως έλεγε κάποτε κάποιο πρώην. . .παλληκάρι που άκουγε στο όνομα Γιώργος, τον θυμάστε; Που έκανε και υπουργός ναυτιλίας;  κλπ;  Μα κι’ αν τον ξεχάσατε δε χάσατε και τίποτα, η Βενετιά είναι γεμάτη  . . .βελόνια . . . και  να μην το μακρύνουμε κι’ άλλο (προς το παρόν . . ..και για αργότερα,. .  . .βλέπουμε), όμως, κάντε   λίγη (;) υπομονή, και  για να ξεκινήσω σύμφωνα με τους κανόνες. . . ευγενείας, όπως συνηθίζεται λέω,   
Καταρχήν,  Καλημέρα σας, και  
Εύχομαι (πάλι . . . ) υπομονή σε όσους αποφασίσετε  να διαβάσετε όσα θα ακολουθήσουν, γιατί όπως θα διαπιστώσετε στη συνέχεια, είναι κάμποσα.    
 - Απευθύνομαι  λοιπόν πρώτα σε όλους τους Χαλκιδικιώτες όπου γης, αλλά και σε όσους γνωρίζουν ή γνώρισαν την πατρίδα μας ως τουρίστες ή επισκέπτες. Χαιρετώ σταυρωτά  όλους τους γαμπρούς της Χαλκιδικής και τις πολλές  νύφες όλων των εθνικοτήτων, φυλών, χρωμάτων, βάρους και. . .  αναστήματος, γλωσσών και θρησκειών, ποικίλων απόψεων επί παντός και όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Καλημερίζω και τα πολλά συμπεθεριά σε όλα τα μήκη και πλάτη, με την παρότρυνση να επισκέπτονται τον τόπο μας όσο μπορούν συχνότερα για να συνηθίσουν τα χούϊα μας.
 Και  ως γνωστόν,  έχουμε αρκετούς  γαμπρούς ακόμα και εκ του εξωτερικού, γιατί οι περισσότεροι είναι από «μέσα» είναι δικά μας παιδιά και όσο να πεις τα χούϊα (χούγια)  μας λίγο πολύ τα γνωρίζουν, όπως τα γνωρίζουν και οι εκ του εσωτερικού νύφες μας. Το πρόβλημα φάνηκε αρκετές φορές με τις ξενόφερτες νύφες  που εγκαταστάθηκαν στα μέρη μας, που κι’ αυτές όπως και τις δικές μας,  τις τράβηξε η θάλασσα και οι ομορφιές του τόπου μας.   Και είπαμε, οι «δικές» μας όλο και κάτι ήξεραν, αλλά  οι ξενόφερτες νυφαριές μεθυσμένες απ’ τον ήλιο και την ομορφιά του τόπου, μπορεί και απ’ το φεγγάρι και τα βραδινά τσίπουρα, δε νοιάστηκαν για τα παραμέσα, αυτά τα παραμέσα δεν τα ήξεραν, ούτε  τα φαντάστηκαν, τις τύφλωσε που λέμε ο ήλιος, τις τράβηξε το μελαχρινό τσουλούφι και το δασύτριχο στήθος του «Άκη»  πίσω απ’ το ανοιχτό πουκάμισο, τις κέρδισε ο έρωτας, κι’ όταν τάμαθαν αυτά τα κρυφά και τα «παραμέσα» ήταν πλέον αργά για δάκρυα, γιατί αυτές τις παράξενες και αθέατες λεπτομέρειες άρχισαν να τις μαθαίνουν  όταν ήρθε η κρίσιμη εποχή που έψαχναν για μπιμπερό και κωλόπανα, ( Ελληνικά τώρα τα λέμε πάμπερς), όταν άρχισαν οι υποδείξεις για  σαραντίσματα και τα υπόλοιπα, κι’ όταν ακούστηκαν τα υπονοούμενα για το όνομα του παιδιού που δεν μπορούσε να ξεφύγει έξω από τα πεθερικά, και ούτε λόγος για ξενικό όνομα, κι’ ακούστηκαν από τις θειες στις γειτονιές και στα σόγια  σχόλια του τύπου,
. . . .«Ακούς ικεί . .  .θέλ’ λιέει να του πεί του κουρίτσ’ Βιλιλμίν’. .  .σ’ τ’ μάννα τ’ς . .  .» Κι’ απαντάει  η άλλη  . . .«Βιλιλμίν’ κιιιι. . .σιγά να μηηηη. . .τί όνουμα είνι αυτό για κουρίτσ’. . . σα φάρμακου μνιάζ’. . . », ή το άλλο που τ’ άκουσα ο ίδιος, .  να το λεν, για αγόρι αυτήν τη φορά . . .. 
. . . .«Γκόφριτ (Γκόντφριντ)  κι χαζά. . . ν’ απουμείν’ κι κανέ κουσούρ’ στου πιδούδ’ . . . . . . .!!»  
Και απάντησε η γεροντότερη  θειά. . .«Κι  γιατί να μην του πουν  Ριστατέλ’ (Αριστοτέλη. .  .!!!) στου bαππού τ;. .    και με κάτι τέτοια σχόλια,  έμενε η απορία για το τι μέλλει γενέσθαι, κι’ εκεί τελείωνε η συζήτηση εν αναμονή του αποτελέσματος, γιατί τα « ιδώ θκα μας έτσ’ είνι. . .» και καμιά υποχώρηση  για συνήθειες και έθιμα που έρχονται από το Βορρά. Και λέμε «από Βορρά» γιατί από το Νοτιά, σπάνια να έχουμε νύφες, αν και κάναμε μερικούς γαμπρούς μαυριδερούς και μέχρι παραπάνω από μαυριδερούς, που φάνηκαν λεβέντες και καλύτεροι από τους ξιασπρουλούς δικούς μας.. . Έτσι λοιπόν οι διαφορές και οι  αντιδράσεις φάνηκαν από νωρίς πριν ακόμα να προχωρήσουν τα πράγματα,  και σε μερικές, λίγες όμως περιπτώσεις, ο καθένας τράβηξε έγκαιρα στο δρόμο του ανυποχώρητος, αλλά οι περισσότερες νύφες  αφού κατάλαβαν ότι η ζωή πουθενά δεν είναι μόνο καλοκαιρινή, συνήθισαν και επιβίωσαν, στάθηκαν στο ύψος τους, και μάλιστα  έδωσαν και μαθήματα στις ντόπιες, βάζοντας στη θέση τους όσες από το σόι διαφωνούσαν, φανερά ή στα μουλωχτά. .  . Πάντως να λέμε και το άλλο,  καλή η νύφη, αλλά δράκος η  πεθερά, δεν κατέθεσε τα όπλα εύκολα κι’ εκεί παίχθηκε το δράμα, με νίκη της φύσης στο τέλος και της ζωής.  Γιατί, να είσαι ξενικιά «ξινκιά» που λέμε στα θκά μας τα Ελληνικά και να σού μιλούν για σαραντίσματα και τα παρόμοια και να μην καταλαβαίνεις, και να σε ρωτούν αν «βαφτίστηκες» σε κολυμπήθρα και να τα αγνοείς όλα αυτά απορώντας,  αλλά με το να έχεις στο επίκεντρο του κόσμου μόνο τα παιδιά σου και την οικογένεια τη δική σου, και στο τέλος να τους κάνεις όλους να σε παραδέχονται, είναι μια νίκη της φύσης και της ζωής, που τελικά  η ζωή όλα τα ταιριάζει, γιατί η ζωή έχει ανάγκη από μόνη της να εφαρμόσει όπως αυτή θέλει κι’ όπως πρέπει, τους δικούς της αιώνιους νόμους, και άσε τις θειες να λεν και να θυμούνται, δεν μπορεί, κάποτε το γινάτι τους θα ξεχαστεί  . . .
Τέτοια τα ωραία στα μέρη μας, μα, ας τ’ αφήσουμε για αργότερα αυτά για το μέλλον, έχουμε καιρό, και δεν μπορεί, πρέπει να το πούμε κι’ αυτό για να νοστιμίσει η ιστορία,  έρχονται και οι συμπέθεροι  από  μια χώρα και ας πούμε τυχαία, από την Ολλανδία, και το λέμε έτσι μόνο για παράδειγμα, έρχονται από μια χώρα ταψί και τη θάλασσα ψηλότερα απ’ τα χωράφια, άνθρωποι αλλιώς μαθημένοι, κρυόκωλοι που λέμε με την καλή έννοια βέβαια, περιεργάζονται τους γύρω καθισμένοι με σταυρωμένα χέρια μουδιασμένοι και χαμογελούν καλόγνωμα, παρακολουθούν αμήχανοι και βλέπουν άλλες συνήθειες, άλλα ωράρια, ήλιος πολύς, τζιτζίκια και τσίπουρο και κρασί, δυνατές φωνές και ατελείωτες συζητήσεις,  απορημένοι βλέπουν και  δεν καταλαβαίνουν, παθαίνουν με την υποβρύχια κατάδυση του εγγονού στη βαθιά κολυμπήθρα (τρις), προσπαθεί ο ημέτερος γηγενής γαμπρός να εξηγήσει, αλλά μεγάλη η απόσταση, δεν είδαν ποτέ οι βόρειοι Νότιο Συμπέθερο στο κέφι, συμπέθερο που ακούστηκε το όνομά του στη βάφτιση, πρώτη φορά βλέπουν να κολλούν  τα εικοσάρικα στον αγκλιέφαρο του κλαριντζή ή του Πανίκα του λυράρη , δεν είδαν ζεμπέκικο, ούτε πληρωμένο γλέντι  για όλο το σόι  και βάλε , τα νέα παιδιά όμως γρήγορα τα ξεπερνούν αυτά, και η πεθερά τι να κάνει, συνηθίζει σιγά σιγά τις αλλαγές, συνηθίζει ακόμα και το κουτσουρεμένο όνομα της δεύτερης εγγονής που «μπήκε» επιτέλους και  από Φεβρωνία έγινε. . . Φαίη και παραπέρα στην άλλη γειτονιά, άλλη πεθερά, απορεί που το δικό της όνομα από Πηνελόπη στην εγγονή έγινε Πένη,  τ’ ακούν αυτά και τα καταπίνουν και θέλουν δε θέλουν στο τέλος τα συνηθίζουν, τέτοια  και άλλα πολλά τέτοια και άντε να πάμε παρακάτω για να μη βραδιαστούμε, γιατί από αναγνώστες δεν πάμε καλά, λίγοι έμειναν κι’ αν βαρεθούν  κι’ αυτοί, όσα αραδιάζω, στο τέλος  θα τα διαβάζω μονάχος μου . . . τί να κάνουμε όμως, «μό καλά νάμιστι όλνοι, κι. .  . .»  
Χαιρετώ λοιπόν εγκάρδια και  κείνους τους συμπατριώτες που μένουν αλλού, που μεγάλωσαν εκτός των ορίων της Χαλκιδικής και δεν. . . ευτύχησαν να ακούσουν, να μιλήσουν και να . . . μάθουν την ιδιωματική μας γλώσσα, αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς ακόμα δεν υπάρχουν λεξικά και ειδικά βοηθήματα, άλλωστε στο κείμενο που ακολουθεί, λίγοι είναι οι ιδιωματισμοί, στο μέλλον θα δημοσιευτούν  κι’ άλλα. . .σοβαρότερα κείμενα με περισσότερες άγνωστες λέξεις και εκφράσεις,  αλλά εκεί θα υπάρχουν επεξηγήσεις για να γίνεται κατανοητό από όλους αυτό που λέμε και συγχρόνως να. . .  μορφώνεται και ο καθένας όσο μπορεί και όσο τον βολεύει και τον βοηθάει η διάθεσή του να μπει παραμέσα στη γλώσσα των προγόνων του, όχι σ’ αυτή τη ξερή γλώσσα που μας δίδαξαν, αλλά στη ζωντανή που ευτυχώς  μιλιέται ακόμα στα χωριά μας και με την οποία όπως το ανάφερα κι’ αλλού, με πολύ λίγες λέξεις εκφράζουμε σκέψεις και νοήματα  που αν λέγαμε τα ίδια στη λεγόμενη  καθαρεύουσα, θα θέλαμε διπλάσιο χρόνο για να εκφραστούμε. Βέβαια κάποιοι αμετανόητοι αγκυλωμένοι ξυλόγλωσσοι με σταυρωτά σακάκια και πτυχία του περασμένου αιώνα στραβομουτσουνιάζουν με τις πολλές ιδιωματικές εκφράσεις μας, αλλά δεν το κάνουμε επίτηδες, έρχεται από μόνο του και όσο κρατήσει. . . αυτοί δεν έχουν παρά να μας αγνοήσουν ή αν θέλουν ας. . . προσαρμοστούν . . . . το λέμε πάλι και μη βαριέστε τις επαναλήψεις, αφού αρχίσατε να διαβάζετε θα πει πως δεν έχετε να κάνετε κάτι άλλο καλύτερο και αποδοτικότερο, είτε λόγω. . . ηλικίας ή και λόγω ιδιοσυγκρασίας ακόμα, πιθανόν και λόγω «θέσεως» επειδή κάποιος σάς τοποθέτησε κάπου και εκ των πραγμάτων δεν έχετε αντικείμενο-συμβαίνουν κι’ αυτά-, και απλώς πρέπει να σκοτώσετε την ώρα σας αλλά από δω και κάτω εκτός απ’ αυτό το «σκότωμα» -λέμε πάλι κι’ απέ μ’ τι - καλό θα είναι να πάρουμε και κάτι, να προβληματιστούμε κάπως, αλλά και να διασκεδάσουμε και πού θα βρίσκατε όλα αυτά σε ένα και μοναδικό γραφτό, αυτό που λένε στις διαφημίσεις, αυτό το «όλα σε ένα;»
 Χαλαρώστε λοιπόν και αρχίστε το διάβασμα  αλλά φοβούμαι ότι θα τη χάσετε τη συνέχεια αφού το  γραφτό είναι παραπάνω από μεγάλο και  υπάρχει πιθανότητα κάπου στη μέση να βαρεθείτε ή να σας κουράσει η πολυλογία, γι’ αυτό, οπλισθείτε με υπομονή και  διαβάστε όσα ακολουθούν  χωρίς σχόλια και τις απορίες όσες έχετε θα τις λύσουμε εν καιρώ, και πάλι λέω υπομονή, και αν έχετε απορίες πάνω στους λίγους γλωσσικούς ιδιωματισμούς που θα συναντήσετε, ρωτήστε κάποιον που γνωρίζει αλλά κι’ αν δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, δεν πειράζει που δεν καταλάβατε, το κεντρικό νόημα πάντως είναι κατανοητό και σε όσους δεν καταλάβουν μερικά, λέμε  για παρηγοριά να ξέρουν ότι ακόμα και όσοι έλκουμε την καταγωγή από κάποιο μέρος της Χαλκιδικής, δεν πα να πει οτι γνωρίζουμε  όλες τις ιδιαιτερότητες  της γλώσσας, ή τις συνήθειες του κάθε χωριού  και τα έθιμά του, διαφορές στις έννοιες και στην προφορά πολλές φορές παρουσιάζονται ακόμα και στο ίδιο χωριό, πόσο μάλλον σε διαφορετικά χωριά ακόμα και γειτονικά και για παράδειγμα στο χωριό μας το Νεοχώρι λέμε μπδω ( πηδώ) αλλά δίπλα στην Αρναία λένε αμπδώ, εμείς λέμε στην προστακτική μπήδα κι’ εκεί λεν άμπδα, ένα είδος νόστιμου μανιταριού εκείνοι το λεν τσιγκρίκα και σε μας λέγεται γκουργκουλιάνος, το ίδιο και στον Ταξιάρχη,    πολλά τέτοια συναντάει κανείς, αλλά όμως  όποιος έχει υπομονή ν ’ακούσει, βγάζει νόημα και καταλαβαίνει από τα. .  .συμφραζόμενα.
Λέω όμως και το άλλο, οτι όποιος κατάγεται απ’ τον τόπο μας και δεν έτυχε ν’ ακούσει ή να χρησιμοποιήσει αυτούς τους γλωσσικούς  ιδιωματισμούς, δεν έχασε βέβαια και μεγάλα πράγματα,  η άγνοιά του αυτή –για να μην την πούμε έλλειψη- δεν πρόκειται να τον δυσκολέψει και να τού αφαιρέσει μόρια  στις εξετάσεις στον. . . . ΑΣΕΠ, αλλά τον έχει απομακρύνει ήδη από τις ρίζες του, γιατί η ιδιαιτερότητα της γλώσσας είναι κι’ αυτή ένας γερός συνδετικός κρίκος με τις ρίζες και τον τόπο του καθενός μας, κι’ αυτό φαίνεται στο αμήχανο ύφος των απλών μονίμων κατοίκων της υπαίθρου όταν ακούν τους δικούς τους ανθρώπους που εγκατέλειψαν τον τόπο τους για την πόλη πριν από χρόνια, όταν τους ακούν να χρησιμοποιούν λέξεις και εκφράσεις, που ναι μεν τις  κατανοούν, αλλά οι οποίες μέσα στο γλωσσικό περιβάλλον του χωριού φαίνονται τουλάχιστον ξένες και αταίριαστες  κι’ ενώ κάποιος έφυγε απ’ το χωριό παίρνοντας μαζί του το «κνούσα», αντί  να το διορθώσει στην πόλη και να το πει τουλάχιστον κουνούσα, τόκανε κατευθείαν «κούναγα»,  και με τον ίδιο ισοπεδωτικό τρόπο, το «πιρνούσα» δεν έγινε περνούσα, αλλά πέρναγα και το αγαπούσα μετατράπηκε στο βάρβαρο «αγάπαγα» και πόσα πόσα άλλα τέτοια ών ουκ έστι αριθμός, τι να κάνουμε, δεν είναι εξέλιξη αυτή, ούτε της γλώσσας ούτε του πολιτισμού, αλλά δε γίνεται αλλιώς και να πω και καναδυό πράγματα για όσους έλκουν μεν την καταγωγή από τη Χαλκιδική, έχουν φύγει όμως προ αμνημονεύτων χρόνων από κει και απλώς διατηρούν μια κάποια ανάμνηση, από τα παιδικά τους χρόνια και ελάχιστα από το περιβάλλον, από το χωριό  που μεγάλωσαν, αλλά έχουν   ακόμα τη σύνδεση με τον ομφάλιο λώρο, διατηρούν εγκεφαλικούς δεσμούς που δε φεύγουν γιατί κατά βάθος δε θέλουν να τους χάσουν  κι’ άς  λεν τα έτερα ήμισυ κάθε τόσο «τι τα θέλ’ ς, ποιος σι θμάτι;»,  απαντούμε στις γκρίνιες και στις ανάλογες παρατηρήσεις, ότι «δε μι θμάτι κανές τ’ ς  θμούμι  όμους ιγώ, κι τ’ ς θμούμι όλνοι. . . .» και το λέμε αυτό, έτσι για να σηκώσουμε ανάστημα, και να το χαρούμε αυτό το ανάστημα έστω και μονάχοι μας μπροστά στον καθρέφτη αλλά όσοι αισθάνονται κάπως άβολα  μηδέ και του γράφοντος εξαιρουμένου, μπορούμε να το ξεπεράσουμε με πολλούς τρόπους και ένας είναι η γνώση της ιστορίας του τόπου μας και ο άλλος είναι  η πλαισίωση των συλλόγων όπου υπάρχουν στις πόλεις,  τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό κι’ αν μπορούμε να φρεσκάρουμε και την ιδιωματική μας γλώσσα θα είναι το καλύτερο, αρκεί βέβαια να υπάρχει όρεξη και όλα είναι δυνατά. Καλοί αυτοί οι «γεωγραφικοί» σύλλογοι, καλές και αξιέπαινες οι πολυποίκιλες δραστηριότητές τους, και μπράβο στους ορεξάτους διοργανωτές αυτών των δραστηριοτήτων, που όσο μπορούν αυτοί, περιορίζονται στο πολιτιστικό τους έργο και μόνο σ’ αυτό πρέπει να επιμένουν. 
Καιρός όμως να κλείσει  η μακροσκελής  εισαγωγή και να μπούμε  στο κυρίως θέμα, έτσι χωρίς ανάσα, χωρίς κόμματα και τελείες  για να μπορεί ο καθένας να σταματάει όπου θέλει, χωρίς . . .αναπνευστικούς και  νοηματικούς περιορισμούς, και πάμε λοιπόν όλοι μαζί στο Χολομώντα που είναι δικός μας,  που όμως για μας σε καμιά περίπτωση δεν είναι Όρος, όχι γιατί θέλουμε να τον υποτιμήσουμε, αλλά να, «όρος» συνηθίσαμε να λέμε τον απέναντι Άθωνα και το θεωρούμε φυσικό αυτό, γιατί ο Άθωνας μας έρχεται απόμακρος και μυστήριος, γιατί δεν είναι στα μέτρα μας, είναι απρόσιτος και άγνωστος, ενώ ο Χολομώντας είπαμε είναι το δικό μας βουνό,   και  μάς φαίνεται παράξενο όταν βλέπουμε στους χάρτες να τον γράφουν το Χολομώντα μας ως «Όρος Χολομών» σ’ αυτή την ιδιότροπη καθαρεύουσα, άσε που οι παλιότεροι και επίσημοι χάρτες το Χολομώντα μας τον γράφουν με το όνομα «Υψίζων» άκου εσύ όνομα και πού το βρήκαν, αυτό το όνομα το άκουσαν οι Λουκοβίτες και απόρησαν και συμφώνησαν ότι «τ’ς γραμματζμέν’ τ’ς λώλαναν τα γράμματα» πήγαν να το ρεζιλέψουν το βουνό μας οι γεωγράφοι βαφτίζοντάς το με τέτοιο όνομα, που βγήκε κατ’ ευθείαν από την ξεχασμένη και πεθαμένη καθαρεύουσα, ακούγοντάς τον το Χολομώντα  με τέτοιο όνομα μάς φαίνεται  σαν ξένος, και γίνεται αγνώριστος σαν νάναι απ’ αλλού και δε μας ταιριάζει, και κάποτε λέει που κάτι ξένοι ζήτησαν ψηλά στο δρόμο από κάποιον Λουκοβίτη (κάτοικο του διπλανού Ταξιάρχη)  να τους δείξει τον  «Υψίζωνα», αυτός απορημένος απάντησε,
-Ιγώ δε ξιέρου, τέτοιου παράνουμα  Αψίζουμα . . . Τέτοιου όνουμα δεν έχουμι στου θκο μας του χουριό. . . . ρουτήστι αλλού . . ..
Η Χαλκιδική βέβαια στο κυρίως σώμα της έχει κι’ άλλα χαμηλότερα βουνά και βουναλάκια, αλλά όλα είναι δεμένα με το Χολομώντα αρμονικά, είναι δικά του παιδιά και βλέπουμε προς την Ανατολή  τον Στριμπινίκο  ή Στρατωνικόν όρος όπως τον γράφουν οι χάρτες, όπου εκεί στη θέση «της Μαρίας το δέντρο» προς τη μεριά της Ολυμπιάδας, πριν από 50 χρόνια, σκάβοντας κάποιος  εργάτης στην κουφάλα μιας καστανιάς για να μαζέψει καστανόχωμα, έπεσε επάνω σε ένα κομμάτι καλντερίμι μαστορεμένο με πέτρες στρωμένες σε υπόστρωμα από  ασβέστη και είπαμε τότε ότι από κει θα πρέπει να περνούσε αρχαίος δρόμος που ένωνε τα μεταλλεία  με την αρχαία Ολυμπιάδα, το συζητήσαμε μεταξύ μας εκεί στο συνεργείο καθαρισμού τού ωραίου καστανοδάσους, αλλά μέχρις εκεί, γιατί ούτε ειδικές γνώσεις είχαμε, ούτε και κανένας μάς μίλησε για νάχουμε το νού μας άμα βλέπαμε κάτι παρόμοιο και το αρχαίο καλντερίμι θα περιμένει εκεί, ανενόχλητο, μέχρι τυχαία πάλι να το ανακαλύψει κάποιος.      
Προς το βοριά στέκεται το Σουγκλιάνι που αγναντεύει το Στρυμονικό κόλπο και πάνω από το χωριό μας το Νεοχώρι έχουμε τη δικιά μας την  Καμήλα αντικριστή με τον Αϊ-Λια,  παραπίσω έχουμε τον Κάκαβο για τον οποίο πολύς λόγος γίνεται τελευταία,  και μάλλον πάν να τον σκάψουν και να τον ισοπεδώσουν γιατί λέει κρύβει χρυσάφι, να το βγάλουν για να φκιάσουν δαχτυλίδια και κοσμήματα, μια και τα χρυσά δόντια δεν είναι στη μόδα,  και παραδίπλα πάνω από τη Μ. Παναγία στέκεται το δικό της βουνό ο  Χτίκελας (άκου ισύ όνουμα. . .θυμίζει . . . σανατόριο, .!!! τέλος πάντων. . .) κ’ αν προχωρήσουμε κι’ άλλο, στη μέση της Σιθωνίας υψώνεται το Ντραγκουντέλι και η ονομασία μάλλον θα πρέπει να έχει  σχέση με τη λέξη δράκος, μπορεί όμως να βγαίνει και  από το Σλαβικό Drago που σημαίνει αγαπώ. Το  «Ντραγκντέλ’»  όπως είναι γνωστό το βουνό στην ευρύτερη περιοχή της Χαλκιδικής, είναι απέναντι από το μυτερό Άθωνα, και τα τελευταία χρόνια αυτό το βουνό έχασε τα λογικά του από τον πολύ κόσμο που κυκλοφορεί στα μονοπάτια του και λιάζεται τσίτσιδος στις παραλίες κάτω απ’ τα πόδια του- στο βουνό της Σιθωνίας συμβαίνουν αυτά, όχι απέναντι, για να μην παρεξηγηθούμε-, αλλά  τώρα αφού τόφερε  η κουβέντα να πούμε κάτι για το Ντραγκουντέλι κι’ ας φανεί παραπανίσιο, το βουνό εμείς το ξέρουμε και το μάθαμε όπως το ακούσαμε, αλλά εδώ και μερικά χρόνια ακούγεται και ένα πιο πολιτισμένο  όνομα, αυτοί οι «ξένοι» που όψιμα πήγαν κατά κει, το λένε ‘Ιταμο και πήρε λέει αυτό το εξευγενισμένο όνομα, από το ομώνυμο φυτό που φυτρώνει στα ρέματα εκεί. Στα χωριά μας το ξέρουμε αυτό το χαμηλό δέντρο και το λέμε Ιτάνι, ένα δέντρο που δεν ψηλώνει και πολύ, είναι εκείνο που έχει φύλλα σαν του έλατου περίπου αλλά δεν κάνει κουκουνάρια, κάνει στρόγγυλα μικρά μαύρα κουκουτσούδια κι’ αν αυτά τα φύλλα τα φάει ζώο με μια οπλή, -μόνοπλο το λένε-, δηλαδή γαϊδούρι, άλογο ή μουλάρι, αν το φάει θα πάει αδιάβαστο που λέμε, τουτέστιν θα ψοφήσει και θα κουβαλήσει ο νοικοκύρης το σαμάρι στην πλάτη. . .Εκεί λοιπόν στον ‘’Ιταμο»  περίπου πριν από εξήντα και παραπάνω χρόνια άναψε μια πυρκαγιά που έκαιγε μέρες και ποιος να πάει να τη σβήσει τότε εκείνες τις εποχές τις δύσκολες, έκαψε λέει ότι μπόρεσε και έσβησε μονάχη της.   Εκεί πήγαν  πιο ύστερα υλοτόμοι και «βοδάδες» από το χωριό μας και πήραν τα βουβά τα ξύλα , τα μεγάλα πεύκα δηλαδή και με βόδια τα σβάρνισαν μέχρι τη Συκιά κι’ από κει οι έμποροι με καΐκια τα πήγαν ποιος ξέρει πού, και πήραν τότε μόνο τα χρήσιμα ξύλα όσα ήταν κατάλληλα για τεχνική χρήση, αλλά τα «καψάλια» κουμαριές και άλλα έμειναν καμένα και όρθια μέχρι το 1959,  οπότε τότε που εργαζόμουν στο δασαρχείο Πολυγύρου με έδρα το Ν Μαρμαρά, στις  πεζοπορίες  από Μαρμαρά στη Συκιά τα εντόπισα και με τις κατάλληλες αναφορές και ενέργειες, και την ενεργοποίηση του Δασικού Συνεταιρισμού, που μέχρι τότε μόνο στα χαρτιά υπήρχε, υλοτομήθηκαν τα καψάλια και με μουλάρια τα καυσόξυλα κατέβηκαν στην είσοδο του χωριού , δούλεψε ο κόσμος και πήραν μια ανάσα όσοι ασχολήθηκαν με την υλοτομία και μεταφορά, έπεσαν και τα πρώτα χρήματα στο χωριό που μέχρι τότε οι κάτοικοι  έκοβαν παράνομα τα μεγάλα πεύκα και τα κουβαλούσαν στην παραλία νύχτα για να φύγουν με πλεούμενα στη Λήμνο και αλλού.
Έτσι έγινε τότε και γέμισε κόσμο ο Ντραγουντέλης, κι’ έδωσε δουλειά στα «Σκιουτούδια» μέχρι που αργότερα άλλαξαν τα πράγματα, έγιναν οι δρόμοι, έγινε εύκολη η πρόσβαση στην περιοχή κι’ ήρθαν επισκέπτες  στις κοντινές θάλασσες, κυκλοφόρησαν δικοί μας και ξένοι, κι’ ακούστηκαν γλώσσες διάφορες, και σιγά σιγά εγκαταστάθηκε κόσμος στις παραλίες και παραμέσα, έγιναν κάμπινγκ  πολλά και διάφορα, και γέμισαν οι θάλασσες ομπρέλες και ξαπλώστρες, και μαζί με όλα τα ωραία και τα σύγχρονα, φάνηκαν κι’ άλλα πολλά  που δεν είναι του παρόντος.
Το Χολομώντα τον μελέτησαν  και τον χαρτογράφησαν, ακόμα και το μπόι του μέτρησαν και το βρήκαν λέει 1.165 μέτρα, και σ’ αυτά οι ειδικοί δε σηκώνουν αντιρρήσεις, έλα όμως που οι ντόπιοι έχουμε μερικές αμφιβολίες όχι βέβαια για το μπόι του, αλλά για μερικά άλλα , θα τα πούμε παραπέρα, είπαμε υπομονή και προσέξτε τη συνέχεια γιατί όσο προχωράτε στην ανάγνωση, το ενδιαφέρον μεγαλώνει, θα δούμε . . .   
  Ο Χολομώντας λοιπόν, δε στέκεται έρμος και ολομόναχος,  έχει στην αγκαλιά του  κι’ άλλα βουνά και βνούδια, επώνυμα και ανώνυμα, και το καθένα έχει την ομορφιά του, την ιστορία του, και οπωσδήποτε και τον Άγιό του και στις κορυφές τα περισσότερα εξωκκλήσια είναι στη μνήμη του προφήτη Ηλία, ίσως γιατί θεωρείται ο κοντινότερος λόγω συνωνυμίας με το θεό Απόλλωνα-Ήλιο που τον αντικατέστησε.
Τέλος πάντων όμως, το να βρεις στις κορυφές της ερημιάς των βουνών ένα εξωκκλήσι ημερεύεις, είναι μια παρουσία, είναι ο Άγιος της φύσης και της ερημιάς ο προφήτης Ηλίας, ο μοναχικός Άγιος των βουνίσιων και  σε αντίθεση με τους κοσμικούς αγίους, το καντήλι του καίει σπάνια και μόνο όταν τον θυμηθεί κάποιος περαστικός, αυτό όμως δεν τον πολυπειράζει τον Άγιο μια και συνήθισε να είναι πιο κοντά στον ήλιο και στο φως, ανάμεσα στα άγρια ζώα και στα πουλιά.    
Δεν είναι πρώτο μπόι ο Χολομώντας και δε  διεκδικεί πρωτεία στο ύψος,  δεν έχει βαθιές χαράδρες και απότομα γκρέμια ούτε πλωτά ποτάμια για τους λάτρεις των σύγχρονων σπορ, εκείνων των σπορ που πάνε όλοι σωστοί και αρτιμελείς, αλλά οι μισοί επιστρέφουν με πατερίτσες, δε διαθέτει ούτε και χιονοδρομικές πίστες αν και κρατάει αρκετό χιόνι στα ψηλά, αλλά και στις πλαγιές του, τόσο χιόνι όσο χρειάζεται  για να μπορούν  οι πιτσιρικάδες  να κάνουν γλίστρα στις κατηφόρες  και να δυσκολεύονται τα τροχοφόρα, αλλά αυτό το χιόνι, όσο πέφτει τέλος πάντων, δίνει κάθε φορά την ευκαιρία στον κρατικό μηχανισμό  να κινητοποιηθεί, ο οποίος μηχανισμός λαδωμένος και μάλιστα τα τελευταία  χρόνια παραλαδωμένος «λαμουρδωμένος» θα λέγαμε και πανέτοιμος, αρπάζει την ευκαιρία να φανεί αυτός ο κρατικοδίαιτος μηχανισμός, και βλέπεις νομάρχη και δημάρχους με τα φκιάρια στον ώμο κι’ απουκαταπόδ’ αντιδήμαρχοι, σύμβουλοι και παρατρεχάμενοι εργολάβοι, με τα κασκόλ και τις τραγιάσκες καταϊδρωμένοι ν’ ανοίγουν τους δρόμους για να κατεβούν οι γριές  να πάνε στον μπακάλη, να πετάξουν και τα σκουπίδια, να περάσουν κι’ απ’ τον αγροτικό γιατρό να γράψουν ακόμα καναδυό κουτιά φάρμακα έτσι για να έχουν, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται, και στις βραδινές ειδήσεις να τους βλέπουμε αυτούς τους αρμοδίους όλους φάτσα, παρακουρασμένους αλλά και περιχαρείς, να κάνουν ατελείωτες δηλώσεις για το πόσους απεγκλώβισαν, ενώ πίσω τους στο γυαλί παρουσιάζονται εντυπωσιακά πλάνα με. . . ξένο χιόνι που πέφτει ασταμάτητα, χιόνι από βόρειες χώρες έτσι για να μας εντυπωσιάσουν και ιδίως να μας φοβίσουν, να μας κάνουν να σκεφτούμε το καρότσι στο μπακάλικο που τώρα στα. . . Ελληνικά, αυτό το παλιό μπακάλικο, ακόμα και οι γριές έμαθαν και το λεν σουπιρμάρκιτ. .  .
Τώρα βέβαια καιρός να . . . προχωρήσουμε λίγο και να πούμε ότι, από  θηρία ο Χολομώντας δε  διαθέτει και μεγάλη ποικιλία από τα γνωστά  ας πούμε αρκούδες και τα παρόμοια, αλλά από αλεπές έχει μπόλικες, που μπαίνουν ακόμα και μέσα στις αυλές και αφανίζουν τ’ αρνίθια, κάπου κάπου φαίνεται και κανένας μοναχικός περαστικός λύκος, έχει τσακάλια και μπρουσούκια ( ασβούς), που ρημάζουν τα καλαμπόκια, έχει στα χαμηλά λαγούς που βόσκουν μέσα στα τριφύλλια και στα φασουλοχώραφα, έχει ζαρκάδια που όσο παν και λιγοστεύουν όχι βέβαια από. .  .ασθένειες, έχει και πάρα πολλά αγριογούρουνα τα οποία ιδίως κατά τα μέρη μας όπου υπάρχουν κάστανα διασταυρώθηκαν με τα ήμερα και γέμισε ο τόπος κι’ αν πεις για πουλιά έχει απ’ όλα, έχει κίσσες  και φάσες, μαυροπούλια και κουρούνες, μπεκάτσες και κοτσύφια, ακόμα διαθέτει και γλάρους στεριανούς, έμαθαν βλέπεις οι γλάροι και τα γλαρόνια τους σκουπιδότοπους -είδες τι κάνει η. . . πληροφόρηση; - έμαθαν οι γλάροι  πού υπάρχει φαΐ και μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις στα μεσόγεια να βρουν να φαν, μη ξεχάσουμε τις τσιαπλιατάρες (τους τσαλαπετεινούς ντε) και τα  εκατομμύρια λαίμαργα σταρίδια (σπουργίτια ή αλλιώς σιταρήθρες ή Στρουθία)   υπάρχουν ευτυχώς ακόμα και περήφανα γεράκια που ορμούν στα κλωσσοπούλια, παλιότερα έρχονταν και όρνια για να φαν τα ψοφίμια, κάτι μεγάλα αρπαχτικά με γυμνό λαιμό και γαμψή μύτη που στα γρήγορα τα ξεκοκάλιζαν, πλησιάζαμε κοντά τους και δεν έφευγαν, τα βλέπαμε να καταπίνουν και κόκκαλα, και ποιος ξέρει από πού έρχονταν, αυτοί που ήξεραν έλεγαν ότι μυρίζουν το ψοφίμι κι’ έρχονται από πολύ μακριά, έρχονταν απ’ «τα Σιέρρας» έλεγαν, τώρα χάθηκαν κι αυτά αφού δεν υπάρχουν ψοφίμια, τώρα τα θάβουν και τα καίνε    τα ψόφια ζώα και μάλλον αυτό το κάψιμο θα επεκταθεί λέει και σε μας για να μη πιάνουμε τόπο και να σταματήσει κι’ αυτό το αλισβερίσι τόσα για το ένα και άλλα τόσα για το άλλο, άσε που μερικοί αγοράζουν και χλοερό οικόπεδο οικογενειακό, που κοστίζει όσο μια γκαρσονιέρα και τί να πεις γι’ αυτές τις μάταιες επιδείξεις του πλούτου που εξομοιώνονται με την ύβρη των αρχαίων, τώρα ακόμα και τα κόλλυβα  δεν τα τρώει κανένας,  παρόλο που τα μοιράζουν συσκευασμένα σε φακελάκια με το όνομα του μακαρίτη τυπωμένο, και ευτυχώς (προς το παρόν) χωρίς τη φωτογραφία του,  με κουταλάκι μέσα και χαρτοπετσέτα, τα προτιμούν τα κόλλυβα οι γριές και κρατούν και το πλαστικό κουταλάκι, μερικά επαγγέλματα βέβαια θα χάσουν τα τυχερά τους, αλλά τέλος πάντων μην το πάμε και πιο μακριά, μπορεί να θιγεί κάποιος, συμφέροντα είναι αυτά, όμως αν κάποτε καθιερωθεί το κάψιμο νομίζω ότι μοναδικό μέρος και με. .  .ωραία θέα, μπορεί να γίνει ένα παρατημένο παλιό ασβεστοκάμινο θυμάμαι  ποιος το δούλευε αλλά τι να το κάνεις να το πεις, ένα ασβεστοκάμινο που βρισκόταν  αριστερά εκεί στον ανήφορο, στον παλιό δρόμο από Άγιο Πρόδρομο πριν από το Παλαιόκαστρο, όποιος το θυμάται, και τα σουβλάκια κοντά για ψυχικό και όλα . .  .τέλεια, αλλά  ας γυρίσουμε  ξανά στο θέμα μας και δεν είναι  ψηλός ο Χολομώντας αλλά είναι όμορφος, σε αντίθεση με την αγριάδα των ψηλών βουνών, αυτός  έχει μια ιδιαίτερη ομορφιά  από όποια  μεριά και να τον δει κανείς και η θέα του δεν κουράζει το μάτι, αλλά αντίθετα, οι απαλές, συμμετρικές και . . .προκλητικές του καμπύλες, ξεκουράζουν την όραση φέρνοντας ψυχική ισορροπία και, αλήθεια, έτυχε να δείτε το Χολομώντα από τον κόλπο της Γερακινής; Δε σας θύμισε τίποτα; Δε μοιάζει με νταρντάνα που λιάζεται στον ήλιο; Ελάτε. . . βάλτε λίγο τη φαντασία να δουλέψει. . . καιρός είναι. . .  κι’ αν πεις για τον ουρανό-καθρέφτη από πάνω του, όποιος δεν έτυχε να τον παρατηρήσει και να τον χαρεί μέρα ή νύχτα, δεν ξέρει τι χάνει.
Από πολύ μικροί ακούγαμε για το Χολομώντα από τους μεγαλύτερους, για το πόσο δύσκολο είναι να τον περάσεις με αυτοκίνητο, πόσες φορές άναψαν  οι  μηχανές, και οι παππούδες μάς έλεγαν ότι παλιότερα  τον περνούσαν με τα πόδια, όταν τύχαινε να πάν στον Πολύγυρο για κανένα δικαστήριο συνήθως, αλλιώς δεν είχαν καμιά δουλειά κατά κει, οι συγκοινωνίες στην εποχή τους ήταν ανύπαρκτες και οι άνθρωποι αναγκαστικά περπατούσαν  ή πήγαιναν καβάλα, άλλος τρόπος δεν υπήρχε.
Είπαμε παραπάνω για ποτάμια, δεν έχει ο Χολομώντας ποτάμια, λάκκους έχει και βιράγγια, χειμάρους δηλαδή που αγριεύουν το χειμώνα με τις βροχές και κατά την Ορμύλια μεριά  το νερό του Χαβρία περισσεύει μόλις πιάσει κάμπο και ίσιωμα, γίνεται  πολύ το νερό, σε κείνον τον κάμπο  ο Χαβρίας που μαζεύει τα περισσότερα νερά από τις Νότιες και Ανατολικές ποδιές του Χολομώντα σηκώνει ανάστημα και γίνεται πραγματικό ποτάμι αρκετά βαθύ, που πολλές φορές πλημμυρίζει και χαλάει κάποιο γεφύρι  για νάχουν δουλειές και οι εργολάβοι, και τι να κάνουμε όλα ακολουθούν το νόμο του ουδέν κακόν κλπ κλπ.
Γίνεται ποτάμι από την Ορμύλια  και κάτω ο Χαβρίας, αλλά είπαμε ποτάμι χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αφού το πολύ νερό του είναι . . .εποχιακό και συνήθως ανοιξιάτικο από τα λειωμένα χιόνια του Χολομώντα. Μόνο τις γέφυρες δικαιολογεί και  τις αποζημιώσεις από τον παλιό ΟΓΑ για τις ζημιές που προκαλεί, επί δικαίων και αδίκων, ενώ ας πούμε αν είχε το ίδιο νερό συνέχεια, θα μπορούσε να ήταν πλωτός ο Χαβρίας κι’ έτσι η Ορμύλια θα είχε λιμάνι, θα είχε  και   .  . .Λιμενάρχη με χρυσά γαλόνια, να παρακολουθεί ως επίσημος τις παρελάσεις  . . .  Nα πούμε όμως και το άλλο, οτι κάθε φορά που φουσκώνει ο Χαβρίας, οι Ορμυλιώτες βλέπουν να κατεβαίνουν διάφορα  από τα ορεινά, και ενώ παλιότερα το ποτάμι κατέβαζε λίγα πράγματα, , έφερνε ξύλα πολλά, κάπου κάπου  και κανένα  ψοφίμι, άντε και κανένα παλιοσάμαρο, φτωχά πράγματα όλα αυτά και . . . οικολογικά, τώρα κατεβάζει τα πάντα, κατεβάζει χιλιάδες πολύχρωμα και ποικιλόσχημα γυάλινα και πλαστικά μπουκάλια, μπουκάλια διαφόρων μεγεθών,  από νερά και σαμπουάν, από ποτά, φάρμακα και φυτοφάρμακα, δείγμα του πολιτισμού και της εξέλιξής μας, και δυστυχώς ο πολιτισμός εκεί φαίνεται, εκεί στο Χαβρία, εκεί βλέπεις την κατάντια μας και θλίβεσαι, εκεί βαθμολογείς, βλέπεις, απορείς και αναρωτιέσαι, και λες αφού υπάρχουν τόσοι κάδοι σκουπιδιών τι δουλειά έχουν μέσα στο ποτάμι ας πούμε τα παλιοπάπουτσα και οι . . . ουροσυλλέκτες; Όλα αυτά που εμείς τα πετάμε όπου νάναι, στο τέλος της πορείας τους καταλήγουν στη θάλασσα η οποία τα  βγάζει  εκεί που δεν τα περιμένει κανείς, ή τα ταξιδεύει για χίλια χρόνια μέχρι να λειώσουν, ή να βυθιστούν, και όλα αυτά είναι λεφτά πεταμένα, γιατί όπως μάς λεν οι ειδικοί, μπορούν να ανακυκλωθούν. Για να τελειώσει όμως το θέμα «Χαβρίας» και για να γίνει πλήρως κατανοητό, παραπέμπω τους υπομονετικούς, ορεξάτους και περίεργους, να διαβάσουν στην ιστοσελίδα μου το . .  .βαρυσήμαντο και πολυσέλιδο γραφτό  « Η  Σβούρα, ή το Φουρφούρι . .  .». Όποιοι θέλουν βέβαια. Όσοι αδιαφορούν, τι να κάνουμε, ας συνεχίσουν τουλάχιστον να διαβάσουν τα άλλα, τα παρακάτω . . . και,
Αφού δεν έχουμε στη Χαλκιδική  μεγάλα άξια λόγου ποτάμια, εκτός από τον κεντρικό χείμαρρο, κάτι πρέπει να πούμε για τα μικρά ποταμάκια που υπάρχουν, για τα λακκούδια και τα βιράγγια  μέσα στα οποία μάθαμε κολύμπι, τα λακκούδια που είχαν και έχουν ακόμα κάμποσο νερό για πότισμα στους μπαχτσέδες και στα φασουλοχώραφα. Παλιότερα μ’ αυτό το λιγοστό νερό γύριζαν κι’ οι μυλόπετρες στους νερόμυλους, τώρα δεν υπάρχει κανένας τέτοιος μύλος, ρήμαξαν όλοι, αφού ούτε φούρνοι δεν υπάρχουν στα σπίτια, τώρα στα χωριά το ψωμί έρχεται έτοιμο, και μάλιστα λέει, ακόμα και με ζυμάρι κατεψυγμένο. Τώρα θα μού πείτε ότι   από το ένα πάμε στο άλλο, αλλά τι να κάνουμε έτσι έρχονται, να πούμε για τα ποταμούδια λοιπόν και οι πηγές του Χαβρία βρίσκονται σε πολλές μεριές αλλά νομίζω ότι το μακρινότερο σημείο απ’ όπου ξεκινάει το νερό και τροφοδοτεί το χείμαρρο, βρίσκεται στην περιοχή του χωριού μας του Νεοχωρίου, κοντά στα σύνορα με το Βαρβαριώτικο το μέρος, στο δρόμο προς την Ολυμπιάδα. Βέβαια το νερό του Χαβρία κοντά στις πηγές του πάντα ήταν λιγοστό,  αλλά από το νερό αυτό το λίγο, ποτίζαμε κάποτε τα χωραφούδια μας  που είχαμε εκεί κοντά δίπλα στην κοίτη του. Στον Χαβρία νερό έρχεται κι’ από την περιοχή της Αρναίας, από το μέρος Ανατολικά  του προφήτη Ηλία και  όλα αυτά τα νερά και τα αποστράγγια της Αρναίας μαζεύονται στου  Μέγα το Πηγάδι, ή όπως το ξέρουμε και το λέμε « σ’τ Μέγα του Μπγάδ’», κι’ από κει χύνονται στον Παλιχουρνό το λάκκο και στη διαδρομή μαζεύονται  τα νερά και άλλων . . .  παραποτάμων, και όλα είπαμε καταλήγουν στον κάμπο της Ορμύλιας, αλλά δε σταματούμε εδώ, πρέπει να πούμε και για τα ποτάμια της Ανατολικής  και βόρειας πλευράς μικρά και μεγάλα, επώνυμα και ανώνυμα, να πούμε για τον Κόκκινο το λάκκο που το νερό του κοκκινίζει από τις σκουριές των μεταλλείων τού Μαντέμ Λάκκου, για τη «Λακκάρα» και τον  Ασπρόλακκα, που μαζεύουν τα νερά του Κάκκαβου, για  τον τρανό το Βίραγγα στον Ταξιάρχη, αλλά και για τον κεντρικό . . .  .ποταμό της Αρναίας τον ονομαστό  και καταγεγραμμένο με την ονομασία «τ’ ς Καραγιάννινας η  Λάκκους», ο οποίος παρά το εύηχο και μακρύ όνομα δεν ήταν παρά ένας κοινός κουραδόλακκας στον οποίο έφταναν με πρόχειρα αυλάκια (Ευρωπαϊστί. . .Γκιρίζια), οι ανθρώπινες ακαθαρσίες σαν αργοκίνητη λάβα, (όσες γλύτωναν από τις αρνίθες).
Εκεί χύνονταν   τα  «λύματα» των διπλανών σπιτιών ( έτσι λένε τώρα οι . . . ειδικοί τις ακαθαρσίες γενικώς και τα περιεχόμενα τού απόπατου, τα λένε λύματα, αλλά όπως και να τα πουν  ο απλός κόσμος,  εξακολουθεί να τα ονομάζει  με την αρχαιοπρεπή ονομασία τους, σκ.  . .. . ).
Και όπως σε όλα τα χωριά, οι κατοικούντες στη δυτική μεριά της κωμόπολης, εκεί έριχναν  τις ψόφιες αρνίθες, τα περισσευάμενα γατιά και όποιο αντικείμενο καταντούσε άχρηστο, εδώ και χρόνια όμως  άλλαξαν τα πράγματα και ευπρεπίστηκε το μέρος, σκεπάστηκε και τώρα  μαζεύει μόνο τα βροχόνερα και με μαιανδρική πορεία κάτω από τον Άγιο Χριστόφορο κατευθύνεται προς τη Βόλβη και ά σιακάτ’ σιακάτ’ περνώντας κάτω από το Στανιώτικο το μέρος, ανταμώνει παρακάτω  με τον άλλο. .  .Χολομοντήσιο ανώνυμο ποταμό ο οποίος ξεκινάει από τις βόρειες πλαγιές του Χολομώντα πάνω από τη Ντορίτσα της Παλιόχωρας κι’ εκεί, κοντά στη Μαραθούσα ενώνονται οι δυο. Εκεί μαζεύονται κι’ άλλα ποταμούδια και κάθε χειμώνα όλο αυτό το θολό νερό αγριεύει και δημιουργεί προβλήματα, πριν να καταλήξει στη λίμνη  κι’ από  τη Λίμνη όσο  περισσεύει, μέσω του γνωστού από την Αρχαιότητα «Ρήχιου» ποταμού, κατευθύνεται στη θάλασσα του Σταυρού. Κι’ όσο για τη χαμηλή γέφυρα που έγινε τελευταία κοντά στη Μαραθούσα, μέχρι να στηθεί, στα παράπονα του κόσμου οι αρμόδιοι απαντούσαν, «καρτιράτι. . .να ξαναβγούμι κι θα τ’ φκιάσουμι. . .  κι σάματι πόσνοι πιρνούν; Ας παν απού παν. ..»        
Αλλά, εκτός από τον επώνυμο Χαβρία, υπάρχει και ένας άλλος «ποταμός» με το . . . αρχαίο όνομα  «Ρεσετνικιώτης» ή επί το Ελληνικότερον «Ολύνθιος», ο οποίος πηγάζει από τα γύρω υψώματα των «Ρεσετνικίων» ήτοι του Αγίου Προδρόμου τού γνωστού για τις νοστιμιές του. Αυτός ο Ολύνθιος ποταμός λοιπόν, ξεκινώντας από τον Άγιο Πρόδρομο και μαζεύοντας τα νερά από το Δυτικό και Νοτιοδυτικό Χολομώντα, καταλήγει ωραίος και άνετος στη θάλασσα λίγο παραόξω από την Όλυνθο, ύστερα από μια περήφανη λοξή και κάπως νοτιοανατολική διαδρομή ανάμεσα σε βουνά και στενούρες, δροσίζοντας μια μεγάλη απόσταση, αλλά τελευταία όπως όλα παντού, υποβαθμίστηκε κι’ αυτός κι’ αντί για καθαρό νερό, παρασέρνει και «κατεβάζει» ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν άγνωστα στα χωριά. Και κάποιος ανάρτησε στο διαδίκτυο και φωτογραφίες από την κοίτη του κάποτε όμορφου Ολύνθιου ποταμού, τις οποίες θλίβεσαι να βλέπεις, με όλα εκείνα τα μπάζα και τα σκουπίδια και τις σπασμένες ομπρέλες που πετούν κάποιοι ασυνείδητοι και ποιος ξέρει από πού τα φέρνουν  και σίγουρα τα φέρνουν κάποιοι «απ’ αλλού» και κανένας δε φαίνεται να ενοχλείται, εκτός κι’ αν το μάθουν οι αρμόδιοι και κάνουν κάτι. .  . 
Σε παλιότερες εποχές, από κανένα σπίτι δεν έβγαιναν σκουπίδια για πέταμα, όλα ήταν οργανικά και ανακυκλώνονταν, ή τα ξααναχρησιμοποιούσαν, ή τα χάριζαν. Τώρα γέμισαν τα βουνά και οι παραλίες με πλαστικά μπουκάλια από νερό «αγοραστό», και αντηλιακά, που είναι και της μόδας, μπουκάλια που μόλις αδειάσουν πετιούνται όπου νάναι, κανένας πια δεν κουβαλάει στο χωράφι στάμνες και «μπούκλες» για νερό, γέμισε ο τόπος πολύχρωμες άχρηστες σακούλες που τις παρασέρνει ο αέρας και τις κολλάει στους φράχτες κι’ είναι ντροπή μας αυτό το θέαμα, παλιά οι γριές τις  έκοβαν αυτές τις σακούλες και τις έπλεκαν «πατάκια» και ποιος τα θυμάται αυτά, και για να λειώσουν λέει αυτές οι σακούλες και τα πλαστικά μπουκάλια, χρειάζεται να περάσουν μερικές εκατοντάδες χρόνια και όλα αυτά θα τα βρίσκουν τότε οι απόγονοί μας και θα αναρωτιούνται τι τα θέλαμε όλα αυτά, μα κι’ αν τα χρειαζόμασταν για ποιο λόγο τα πετούσαμε ως άχρηστα, και θα γελούν με τη βλακεία μας.
Και όπως όλα τα ποτάμια και ποταμούδια, ενώ ξεκινούν από κάπου ήρεμα και με καλές.  . .  προθέσεις και συστάσεις, και το νερό τους πίνεται, όσο προχωρούν προς τη θάλασσα, παραμαζώνουν και κουβαλούν τα δείγματα του πολιτισμού μας,( αλλά μήπως και. .  .δήγματα;), όλα αυτά τα αντικείμενα μιας χρήσης που φέρνουμε  στα νοικοκυριά μας γιατί μάς έπεισαν ότι χωρίς αυτά η ζωή μας υποβαθμίζεται, όλα αυτά τα άχρηστα και περιττά, που απερίσκεπτα  ρίχνουμε στα ρέματα και στις χαράδρες, και με την πρώτη βροχή καταλήγουν στο κοντινότερο ποταμάκι κι’ από κει στη θάλασσα, για να συναντηθούν στις παραλίες με τα άλλα διεθνή σκουπίδια κ’ εκεί, να συνυπογράψουν όλα μαζί, την πραγματική και τραγική υποβάθμιση του πολιτισμού μας που περισσότερο κινδυνεύει από τα σκουπίδια γενικά, στερεά, υγρά και αέρια.         
Τώρα, εκτός από τους δυο κύριους «ποταμούς», υπάρχουν βέβαια κι’ άλλοι προς τα Δυτικά οι οποίοι ξεκινώντας δειλά δειλά από όλες τις πλευρές του Χολομώντα ήμεροι και με λίγο νερό στην αρχή, αγριεύουν κι’ αυτοί μόλις φτάσουν παρακάτω και δημιουργούν προβλήματα, και όλοι ή οι περισσότεροι, έχουμε ακούσει ιστορίες από τους παλιότερους, αυτά τα μικρά τα ποταμούδια όσο ξερά και ήμερα φαίνονται το καλοκαίρι, τόσο επικίνδυνα γίνονται το χειμώνα και σε άλλες εποχές που δεν υπήρχαν σύγχρονοι δρόμοι με γέφυρες, οι άνθρωποι μετακινούνταν από ανάγκη με ζώα και πολλοί πνίγηκαν στα κατεβασμένα ρέματα, κι’ είχαν οι κατοπινοί να διηγούνται ιστορίες πνιγμένων ανθρώπων και ζώων, που σιγά σιγά  ξεχάστηκαν και οι άνθρωποι και οι τόποι κι έμεινε να λεν οι παππούδες, ότι «η τάδις, πνίχκη ικεί σιακάτ’ στ’ ζμίξ’,( στη Σμίξη),  τουν παράμασ’ η λάκκους μι του μλάρ  μαζί. .    (και  Σμίξη, το σημείο που «σμίγουν» οι διάφοροι «παραπόταμοι» του Χαβρία). 
Αλλά, τέλος με τα ποτάμια επώνυμα και ανώνυμα, είναι αδύνατο να αναφερθούν όλα τα αμέτρητα και  ανώνυμα λακκούδια, ο καθένας μας ξέρει όσα υπάρχουν στο χωριό του και στον τόπο του, και λέω μερικά έτσι     για. . . ποικιλία, ας πούμε στην Αρναία στους παλιότερους είναι γνωστός «τ’ Δαδώλ’ η λάκκους», στο χωριό μας τ’ς «ικκλισιάς η λάκους», πίσω στο Βαρβαριώτικο «η Μαύρους η Λάκκους» ο «Αρκουδόλακκας» στον Ταξιάρχη, και κάθε χωριό  έχει σίγουρα τις δικές του ονομασίες για μικρά και μεγάλα ρέματα, που βρίσκονται στην περιοχή του, άσχετα αν έχουν νερό και πόσο, αλλά που όταν βρέχει και είναι «κατεβασμένα» καταντούν πρόβλημα για τους κατοίκους, και   
 συνεχίζουμε μπαίνοντας σε σπηλιές τις οποίες  δυστυχώς ο Χολομώντας στον κύριο κορμό του δε διαθέτει, εκτός από μερικές μικρές κι’ αυτές χωρίς σημασία, αλλά από. . . αλεπότρυπες έχει πλήθος. Υπάρχει όμως μια σπηλιά εκεί προς τα Βραστά που την έδειξαν και στην τηλεόραση, και η οποία κάποτε φιλοξένησε τον Καρατζιουβάλη, που κατηγορήθηκε από τις αρχές και επικηρύχθηκε ως «Λήσταρχος», αλλά στην ευρύτερη περιοχή ανάμεσα στη φτωχολογιά, άφησε εποχή ως ένας ιδιότυπος ευεργέτης, με τις προσπάθειές που έκανε να εφαρμόσει  έναν απλό τρόπο ανακατανομής του εισοδήματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών στα χωριά γύρω από το Χολομώντα και δεν «απαλλοτρίωνε» λέει από όποιον κι’ όποιον, ήξερε από πού τα έπαιρνε, τα μάζευε  από κείνους  που τάκλεβαν «νόμιμα» και τα μοίραζε στους φτωχούς, και προίκιζε και κορίτσια ορφανά και απροστάτευτα, «τα μοίραζι τ’ς  φτουχοί κι πρίκζι κι κουρίτσια ουρφανά» αφηγιούνται οι Μανάκες , τάδινε σε κείνους που είχαν ανάγκη, γι’ αυτό και οι τσορμπατζήδες δεν αντιδρούσαν φανερά. . . . και οι παλιότεροι είχαν να μας διηγηθούν περιπτώσεις που ο άνθρωπος εκείνος, επενέβαινε κι’ αλλού,  προειδοποιούσε λέει τα αφεντικά που κακοποιούσαν ή φέρνονταν βάναυσα στους «δούλους» και στους παραγιούς, ή δεν τους τάιζαν σωστά, και έστελνε «χαμπέρι» στους μεγαλοκτηνοτρόφους που καπάρωναν σε εξευτελιστικές τιμές το μαξούλι της χρονιάς και δάνειζαν με υπέρογκο τόκο, -και είναι και σήμερα ακόμα γνωστή η φράση «πε είκουσ’»- δηλαδή ζητούσε ο φτωχός εκατό και ο δανειστής ξεκινούσε να μετράει από το είκοσι και στο τέλος το πρόσθετε πάλι, έτσι που ο τόκος έφτανε το 40%, τέτοια αφηγιούνταν και δεν τα διέψευσε κανείς ποτέ, ούτε οι διώκτες του οι οποίοι κάποτε έδωσαν τέλος στη δράση του με τραγικό τρόπο.  Είναι όμως αξιοπερίεργο, αν και μπορεί να δικαιολογηθεί εν μέρει από την ανώμαλη πολιτική κατάσταση της εποχής που συνέβησαν τα γεγονότα, είναι περίεργο μέχρι και αξιοκατάκριτο, το γεγονός της οργανωμένης προσέλευσης των παιδιών του σχολείου στον τόπο της εκτέλεσης του Καρατζιουβάλη και μάλιστα σώζεται δημοσιευμένη και σχολική έκθεση στην οποία τα παιδιά εκφράζουν τα μάλλον κατευθυνόμενα συναισθήματά τους για τον φοβερό ληστή, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος. Πάντως εκτός από κείνους τους λίγους που έχασαν τα κλεμμένα και τα παραπανίσια, κανείς άλλος δεν τον κατηγόρησε, η φήμη του παραμένει θρύλος  και το όνομά του ακόμα δεν ξεχάστηκε ύστερα από τόσα χρόνια και λένε και ακούγεται αραιά και πού κι’ άμα λέγεται κάτι παρόμοιο, όλο και έχει κάποια βάση, λένε λοιπόν ότι τα ψυχοσάββατα, οι γιαγιάδες όσες θυμούνται ακόμα την «ευεργεσία» που έγινε σε κάποιο μέλος απ’ το σόι  τους  , μαζί με τα ονόματα των δικών τους που γράφουν στο χαρτί για να τα μνημονεύσει ο παπάς, σ’ εκείνο το ίδιο το χαρτί, προσθέτουν οι ίδιες ή κάποιος άλλος, βάζουν  ανάμεσα στα άλλα ονόματα και το μικρό όνομα του πάλαι ποτέ προστάτη των φτωχών και των κατατρεγμένων, γράφουν και «  Ιωάννου» σκέτο αυτό το «Ιωάννου» χωρίς να προσθέσουν και το τετριμμένο « και των τέκνων» έτσι για την ψυχή του, για να τιμήσουν και να εκφράσουν  μ’ αυτόν τον τρόπο την ευγνωμοσύνη τους, στον άνθρωπο που με τον τρόπο του, υπερασπίστηκε τα δίκαιά τους. Και μια και αναφερθήκαμε στον Καρατζιουβάλη για τους λίγους ληστή και για τους πολλούς μπεσαλή και τιμωρό, κάποτε θα πρέπει να γίνει μια αντικειμενική αναφορά στη δράση του και στα αίτια που τον οδήγησαν στις εκτός νόμου περιπέτειές του, και καιρός είναι, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας γύρω από το πρόσωπό του είναι πλέον μακαρίτες.
Τώρα λέμε για σπηλιές που δε διαθέτει το βουνό μας στον κύριο όγκο του, αλλά αν θέλουμε  να είμαστε δίκαιοι, θα πρέπει να πούμε για τη σπηλιά που έγινε παγκοσμίως γνωστή εκεί στα πόδια του, λέμε για τη σπηλιά στα Πετράλωνα, εκεί που βρέθηκε ο σκελετός του προϊστορικού ανθρώπου, κουλουριασμένος σε εμβρυϊκή θέση όπως πέθανε στο βάθος της σπηλιάς σε μια κόχη μόνος, δεχόμενος την κοινή μοίρα και αντιμετωπίζοντας ενστικτωδώς, όπως γίνεται και θα συμβαίνει πάντα, την ανεξήγητα  μεγάλη στιγμή, την τραγική  στιγμή της μοναξιάς του ανθρώπου την ώρα του θανάτου.           
Άντε και τελειώσαμε και με τις σπηλιές κι’ μας ξέφυγε και καμία, δε χάθηκε ο κόσμος, αν κάποιος γνωρίζει κάποια ας το πει, η Σπηλαιολογική Εταιρία, είναι έτοιμη να τρέξει και να καταγράψει τα πάντα, δουλειά της είναι, αν υπάρχουν βέβαια τα σχετικά κονδύλια.
-Τώρα από ηλικία, ούτε ξέρει κανείς ούτε. .  .θυμάται από πότε στέκεται εκεί ο Χολομώντας, ούτε. . . .ακούστηκε και από πουθενά   τίποτα κι’ έτσι  το ερώτημα παραμένει αναπάντητο αλλά υπάρχει μια σπουδαία επιστήμη αυτή της Γεωλογίας της οποίας οι θεράποντες, παίζουν με τα εκατομμύρια που λέμε, με τα εκατομμύρια των ετών δηλαδή, και γυρίζουν στα βουνά και στα λαγκάδια μελετώντας τα πετρώματα και μαζεύοντας δείγματά τους και ισχυρίζονται ότι έχουν λέει τον τρόπο να μας πουν πότε έγινε  ο κάθε τόπος, τα νησιά  τα όρη και τα βουνά, καθώς επίσης και να βρουν την ηλικία τους με επιστημονικές μεθόδους και όχι έτσι με το μάτι που λέμε, μπορούν όμως να βρουν λέει ακόμα και πού υπάρχει νερό ή πετρέλαιο, πού θα βρούμε μάρμαρα και διάφορα πετρώματα καθώς και μεταλλεύματα και βέβαια οι επιστήμονες αυτοί δεν έχουν καμιά δουλειά με κείνους τους άλλους που έχοντας κρυφά στον τρουβά κάποια μηχανήματα και εφοδιασμένοι με πρόχειρους χάρτες και σχεδιαγράμματα, που τούς πούλησαν επιτήδειοι αετονύχηδες, χάρτες με σημάδια από πατημασιές, σταυρούς και βρύσες, και με βάση αυτά τα παραπλανητικά  σημάδια  ψάχνουν για λίρες  αλλά που πολύ σπάνια   βρίσκουν κάτι, και τις πιο πολλές φορές ξεθάβουν πέταλα και καλιγοκάρφια, άλλη ιστορία κι’ αυτή, θα ασχοληθούμε στο μέλλον γιατί το θέμα παρουσιάζει ενδιαφέρον, ξαναγυρίζουμε πάλι στο Χολομώντα αυτός μας ενδιαφέρει, και για τον οποίο  αποφάνθηκαν  οι ειδικοί και δε σηκώνουν αντιρρήσεις, λένε δηλαδή οτι είναι δίδυμος του απέναντι Άθωνα και την άποψή τους τη στηρίζουν στις μελέτες και στα πετρώματα, αλλά στην περίπτωση αυτή μάλλον πέφτουν έξω, τα δεδομένα άλλαξαν και τώρα τελευταία από μαρτυρίες . . .υπερηλίκων κατοίκων του Ταξιάρχη, οι απόψεις συγκλίνουν στο οτι μπορεί να είναι δίδυμοι Χολομώντας και Άθωνας, αλλά «όπως αφηγιούdι οι παλνοί π’ τάκουσαν απ’ τ’ ς παππούδις» από τα έγκατα της γης φάνηκε λέει  πρώτος «η θκόζμας» μέσα σε σεισμούς και σύννεφα  και ξαπλώθηκε στο πέλαγος, ο απέναντι Άθωνας βγήκε καμιά κατοσταριά χιλιάδες χρόνια αργότερα, οπότε καιρός είναι οι γεωλόγοι να επανεξετάσουν τις απόψεις τους γιατί κι’ εκείνοι  δεν μπορούν να πουν με βεβαιότητα ότι η θεωρία τους είναι σωστή και η γνώμη τους αλάνθαστη, αφού έχουμε τις μαρτυρίες των ντόπιων που γνωρίζουν τα πράγματα «από μέσα» και μέχρι σήμερα, αντίθετη γνώμη δε φάνηκε. . . αλλά και τη σύσταση των πετρωμάτων που επικαλούνται οι ειδικοί, και σ’ αυτό υπάρχει απάντηση, αφού εκεί που βρίσκονταν και οι δύο πριν να φανερωθούν  με μια τόσο. .  . .μικρή διαφορά ηλικίας, βγήκαν από γειτονικά πετρώματα ίδια, κι’ έτσι τους μπέρδεψαν τους επιστήμονες κι αφήστε τη διαμάχη και το πείσμα, σε παρόμοιες περιπτώσεις πάντοτε υπερισχύουν οι απόψεις των ντόπιων οι οποίοι γνωρίζουν τα πράγματα για την περιοχή τους, καλύτερα από όλους. . .  Ο Χολομώντας λοιπόν, μετά τη γέννηση η μάλλον την ανάδυσή του  από τα σπλάχνα της Γης, μαχμουρλής και αγουροξυπνημένος, κουνήθηκε από δω γύρισε  από κει, τεντώθηκε  ως που να βρει τη θέση του και στο τέλος στρώθηκε έτσι όπως είναι σήμερα με το μάτι και το πρόσωπο προς την Ανατολή, γερμένος λίγο προς τα αριστερά.  Σ’ αυτήν τη στάση βολεύτηκε κάπως, και για μερικές χιλιάδες  χρόνια απόλαυσε ξεκαπίστρωτος την ανατολή του ήλιου μέχρι που κάποια μέρα είδε με μεγάλη του έκπληξη,  από το κούνημα της Γης που δε σταματούσε, είδε να ξεφυτρώνει πάνω στ’ αριστερό του το ποδάρι  ο Άθωνας  βαρύς και ψηλότερος, μπελάς μεγάλος να του κρύβει τον ήλιο το πρωί, του στέρησε τη θέα σ’ ένα κομμάτι προς το πέλαγος ο Άθωνας, και δεν έφτανε αυτό, είχε και τ’ άλλο το βάσανο ο Χολομώντας, πώς να βολέψει  εκείνο το μεσαίο «πόδι» το υπερφυσικό, πώς να το κουμαντάρει με το μέγεθος και την αδιάντροπη παρουσία του, αλλά τότε ποιος τα πρόσεχε αυτά, αυτού του είδους  οι ντροπές φάνηκαν μετά,  πολύ αργότερα, όταν  γύρω από τον Άθωνα ήρθαν άνθρωποι που τη διαδικασία της γέννησής τους την είπαν αμαρτία, την καταδίκασαν και ισχυρίζονται ότι την . . .ξέχασαν. . .       
Η φύση τον έκανε όμορφο το Χολομώντα,  τον έντυσε με βλάστηση και τον γέμισε με διάφορα ζλάπια με νερά και μανιτάρια και γύρω του   βρήκαν μέρος και καταφύγιο οι άνθρωποι φκιάνοντας τα χωριά τους. Όμορφος είναι και ο απέναντι Άθωνας και ψηλότερος, αλλά εδώ και χίλια χρόνια, κατοικήθηκε αποκλειστικά από σκέτους άντρες χωρίς οικογένειες και   κάποτε πολύ παλιά, με τη βοήθεια της κοσμικής εξουσίας, τον κήρυξαν τον Άθωνα απαγορευμένη ζώνη- άβατο το είπαν- και δεν περνάει το θηλυκό γένος εκεί μέσα, ούτε «αμούστακοι και αγένειοι νεανίες». Αλλά το παράξενο είναι οτι και οι γυναίκες παρόλο που δεν περνούν εκεί μέσα, μπορούν να δημοσιεύουν μελέτες διδακτορικές  γι’ αυτό το άβατο  κι’ έτσι, οι «ντοκτόρισσες»  θεολογίνες αυξάνουν με κάποιο ποσοστό το μισθό τους κι’ εμείς οι υπόλοιποι    φωτιζόμαστε άπαντες διαβάζοντας για Σιγίλια και Χρυσόβουλα, κεχηνότες και απορημένοι, που δεν τα είδαμε ποτέ αυτά τα «τοιαύτα», ούτε σε φωτοτυπία. Στη συνέχεια όμως  μπορεί να επανέλθουμε στο θέμα,  αξίζει τον κόπο, είναι και επίκαιρος ο Άθωνας, ή μάλλον ήταν  πάντα επίκαιρος με την παρουσία του, αλλά την εποχή που γράφεται το παρόν επίκαιροι έγιναν μερικοί από τους ενοικούντες εκεί μέσα με παράξενα ξενικά ονόματα, δεν είναι δα και απαραίτητο να τα συγκρατούμε κάτι τέτοια, τι να τα κάνεις να τα θυμάσαι, φτάνει η πίκρα που άφησαν με τα καμώματά τους , και παρ’ όλα αυτά, πολλοί και μάλιστα επώνυμοι, τούς «υιοθετούν» ως πνευματικούς τους πατέρες και δικαίωμά τους, άλλη ιστορία  κι’ αυτή έγινε μόδα για τους επώνυμους ο πνευματικός πατήρ, φαίνεται αυτοί οι επώνυμοι δε βασίζονται στη λογική τους και καταφεύγουν σε πνευματικούς πατέρες και βέβαια καλό αυτό, αρκεί  στη ζωή τους να ακολουθούν τις συμβουλές και να μην  ξεστρατίζουν φανερά . . .
Το κύριο θέμα όμως είναι ο Χολομώντας αυτός καθαυτός και επιστρέφουμε πάλι εκεί, και, πολλοί που ξέρουν και. . .  θυμούνται, λένε ότι εκεί στο οροπέδιο Αρναίας –Παλαιοχωρίου- Νεοχωρίου-, πολύ παλιά πριν από 6.000 χρόνια υπήρχε λέει θάλασσα που έβγαινε  στην Απολλωνία και από κει  στη Σαλονίκη και τότε η Χαλκιδική μας ήταν νησί, διαδόσεις θα μου πείτε,  αλλά δεν μπορεί να είναι διαδόσεις αφού αυτά εκτός από τις. . .  αφηγήσεις των παλιών, είναι συμπεράσματα και των ειδικών επιστημόνων, οι οποίοι αποφαίνονται με . . . Γεωλογική βεβαιότητα, ότι κάθε πεντέξη χιλιάδες χρόνια η θάλασσα ανέβαινε και κατέβαινε λέει, και σκεφτείτε το δράμα και τη φούρκα των προγόνων μας που κάθε τόσο, κάθε. . . 6.000 χρόνια έβλεπαν τα χωραφούδια τους τη μια να βγαίνουν παραλιακά και την άλλη να γίνονται φωλιές για . . . . ορκίνια και χταπόδια. . . . Και  τόχουν στο νου τους οι κοντοχωριανοί μας οι  κατοικούντες το οροπέδιο Αρναία Νεοχώρι Παλαιοχώρι, κάτι θα. . . θυμούνται δεν μπορεί, τα ίδια λεν και παραπέρα κατά Μαραθούσσα  και προς Μελισσουργό μεριά, ακόμα και στα  Ζερβοχώρια,  όλοι  λέμε και λαχταρούμε να ξανάβγαινε η θάλασσα εκεί που ήταν παλιά, αλλά μάλλον τα λέμε όλοι κάτι τέτοια για να μας περνάει ο καημός που έχουμε τη θάλασσα κάπως μακριά μας,  σκεφτείτε όμως πόσο θα είχε αλλάξει η ζωή μας τώρα, αν η φύση έτσι στα καλά καθούμενα, δεν έπαιρνε τη θάλασσα να την πάει αλλού, και δε σήκωνε και τόσο τα βουνά για να χουμε και κάμπο, για μπαμπάκια και επιδοτήσεις, και να έβγαιναν λέει οι μπαχτσέδες και τα χωραφούδια μας στο χωριό . . . παραθαλάσσια, κι’ αντί να σπέρνουμε ξερικό καλαμπόκι και να κοσσίζουμε στριβαδοχόρταρα, να ψαρεύαμε χταπόδια και τσιπούρες και να μαζεύαμε Κρίταμα και πεταλίδες, σκέψου στη θέση του Τρανού του Λάκκου στο χωριό μας -του κεντρικού μη. . . πλωτού ποταμού, του πάλαί ποτε κουραδόλακκα- σκέψου λέει να ήταν η παραλία. . . και λίγα μέτρα απ’ την πλατεία  να στήναμε . . . νοικιαζόμενες ομπρέλες. . . « κι’ ικεί πόδενάμι του μλάρ’ στου bλουκό μι του καπίστρ΄νάδενάμι d’ βάρκα κι του κρισκράφ» και νά τα δωμάτια με θέα και νά η χωριάτικη σαλάτα να συναγωνίζεται το χαβιάρι στην τιμή, κι’ ο λογαριασμός μπόλικος μπορεί και με λάθος κρατούμενα, τέτοια ωραία, και μόνο   με τρεις άντε και με τέσσερις μήνες δουλειά να εξασφαλίζαμε όλα τα υπόλοιπα, και να πηγαίναμε λέει με φεριμπότ στην έκθεση στη Σαλονίκη  τι καλά θα ήταν, θάχαμε και δικά μας ορκίνια και  χταπόδια και δε θα δίναμε στους Ιερισσιώτες το συνάλλαγμα, και πόσα άλλα θάχαμε, αλλά,  όνειρα θερινής νυχτός θα μου πείτε και μια και τα όνειρα δεν κοστίζουν τίποτα, το ίδιο θα έλεγαν και οι Λουκοβίτες, «γιατί θάλασσα μό κατά σιακεί κι’ οχ’ κι στι μας, ιμείς τι είμιστι;». θα ζήλευαν και παρακάτω οι Βρασταμνοί κι’ οι από πίσω Ζερβοχωρίτες, άσε που οι Βαρβαριώτες ούτε που θα έπαιρναν είδηση για την αλλαγή, κι’ αν ήταν η σνιέρα( ζήλια) ψώρα θ’ ακουλνούσι όλ’ η χώρα και αν είναι αλήθεια τα περί θάλασσας, αυτή ποιος ξέρει πότε, τραβήχτηκε προς τα κάτω, πήγε προς Στρατώνι και Ιερισσό μεριά, προτίμησε την Κασσάντρα και τη Σιθωνία και άφησε σε μας τη στεριά,   τράβηξε κατά το Νοτιά η θάλασσα κι’ άφησε μόνο τις λίμνες στην από πίσω μεριά του Χολομώντα, να μας τροφοδοτούν με τσιρόνια, γριβάδια, χέλια και πέρκες, ραγάζια για ψάθες, λιανοκάλαμα για τους σοβάδες και «σιαμάκον» για γέμισμα στα σαμάρια,  αλλά συγχρόνως η θάλασσα με την απουσία της, μας γλίτωσε από το παρακαλεστικό κοψομέσιασμα του γκαρσονιού και του υπηρέτη των ξένων, έστω και με ζημία, τραβήχτηκε η θάλασσα και φύτρωσε ο τουρισμός κατά κει και πλημμύρισε ο τόπος καλλίγραμμες που όσο πάει και πλησιάζουν στα χωρικά ύδατα, απέναντι από  «τους τη αρετή δια βίου συζείν πειρωμένους», έτσι για να δοκιμάζει τις αντοχές τους στις επίγειες απολαύσεις και να τούς εξασφαλίζει  πιστοποιητικά αρετής για ειδική και μελλοντική χρήση.  
Μόνο με τα ποδάρια λοιπόν μέσα στη θάλασσα  ο Χολομώντας στέκεται εκεί και λιάζεται στον ήλιο και δεν παίρνει χαμπάρι για τις ανησυχίες μας, βρίσκεται εκεί χιλιάδες ή μάλλον εκατομμύρια χρόνια νταμπλαρωμένος και μαχμουρλής, με απλωμένα τα τρία κάτω άκρα του τεράστια, αυτά τα άκρα τα οποία σε πείσμα  των σχολικών εγχειριδίων της γεωγραφίας και των χαρτών που τα ονομάζουν χερσονήσους, ο κόσμος έμαθε και τα ονομάζει πόδια, πρώτο, δεύτερο και τρίτο κι’ όταν αναφέρει το δεύτερο πόδι , βάζει μια άλλη χροιά στη φωνή του κοντοστέκεται και κρυφογελά, ξέρει ότι το « μεσαίο» λεγόμενο δεν είναι πόδι, το γνωρίζει αυτό, αλλά για λόγους ευπρέπειας το ονομάζει έτσι και δεν έχει άδικο ο κόσμος, άλλωστε και στο χάρτη να δεις τη Χαλκιδική  το πρώτο που θα προσέξεις είναι τα κάπως πλαγιασμένα πόδια της στη  θάλασσα κι’ εκείνο το τεράστιο μεσαίο «πόδι» το οποίο με λίγη φαντασία μοιάζει με κακοχυμένο υπερφυσικό φαλλό που γονιμοποιεί το πέλαγος κι’ αλλοίμονο αν κάποια στιγμή αρχίσει αυτό το πόδι να . . .κουνιέται, ερεθισμένο από τις καλλίγραμμες που λιάζονται επάνω του τα καλοκαίρια. . .  
Αυτός  είναι ο Χολομώντας  που κάθε μέρα αγναντεύει τη θάλασσα χαζεύοντας απέναντι τον Άθωνα που μοιάζει χοντρό αγκάθι   στ’ αριστερό του το ποδάρι. Λιάζεται όλη μέρα και καθρεφτίζεται στο πέλαγος  μ’ ένα μόνιμο καημό, που δεν μπορεί πρωί πρωί να δει την κορυφή του, και να θαυμάσει το τσουλούφι στο μέτωπό του, τού στέκεται εμπόδιο στο καθρέφτισμα εκείνο το μυτερό τσαρούχι στ’ αριστερό του το ποδάρι, εκείνος  ο Άθωνας, που τού πέφτει απάνω στο μεσόφρυδο. Ψηλότερος ο Άθωνας και συχνά θολωμένος, καρφί στο μάτι και θολούρα στον καθρέφτη της απέραντης θάλασσας, χολιασμένος συνέχεια ο Χολομώντας το λέει και το όνομά του, ΧΟΛΟΜΑΝΑΕΙ το βουνό μας , εξοργίζεται και θρηνεί με τα καμώματα των απέναντι  και μη μπορώντας να αντιδράσει, ο  Χολομώντας  σκέφτεται, καλά είμαι κι’ έτσι, έχω κόσμο εδώ και τι κόσμο, έχω τους Λουκοβίτες γειτόνους φτωχούς αλλά περήφανους, περνούσε κι’ ο δρόμος παλιότερα από δίπλα του, είχε κίνηση, τώρα το δρόμο τον πήγαν από παρακάτω, από πίσω,  σκύβει ο Χολομώντας να δει και να χαζέψει τα λεωφορεία τις «κούρσες» και τα φορτηγά, λίγοι περνούν απ’ τον παλιό δρόμο, όσοι έχουν μέσα τους την αγάπη για τη φύση και το καλό φαί, θα πούμε και γι’ αυτό, ο Χολομώντας ως θέμα είναι ατελείωτος, για το δρόμο λέγαμε που τον άλλαξαν και τον πέρασαν πάλι απ’ τα ανήλια που δεν ξεπαγώνουν εύκολα το χειμώνα, αλλά μια που λέμε για το δρόμο, δεν μπόρεσα να καταλάβω ποιος και γιατί τον χάραξε  να περνάει από κει που περνούσε κι’ άφησε έξω από τον άξονά του τον Ταξιάρχη, ενώ θα μπορούσαν να τον περάσουν κοντύτερα στο χωριό, άντε τα Βραστά είναι παρακάτω, αλλά τον Ταξιάρχη να τον αφήκουν απ’ έξω πού ακούστηκε, φαίνεται όμως ότι τότε που χαράχτηκε κι’ έγινε ο δρόμος, οι Λουκοβίτες δεν είχαν δικό τους βουλευτή αλλά θα μου πεις κι’ όποτε τον είχαν είδαν προκοπή κι’ αυτοί, αλλά τέλος πάντων και με βολευτή και χωρίς τέτοιον τα συμφέροντα είναι αλλού, από πολύ παλιά έτσι γίνονταν, ίσως στο μακρινό μέλλον να διορθωθούν  μερικά πράγματα,   όλοι βλέπουν προς τα κάτω προς τη θάλασσα, εκεί είναι τα μεγάλα συμφέροντα, στο νερό και στην αμμούδα έχουν γίνει οι μεγάλες επενδύσεις με δανεικά και αγύριστα, από κει το κράτος θέλει να μαζέψει τα λεφτά του, και νά χαρτιά το κράτος και «ειδοποιήσεις δι’ υπόθεσίν σας» οι εφορίες, και κανείς δεν πληρώνει, και νά οι κατάλογοι των οφειλετών στις εφημερίδες και κανένας να μη δίνει μια δραχμή, (εμείς εκεί μείναμε, δεν την ξεχνούμε την έρμη τη δραχμή), τέτοια κι’ άλλα τέτοια ωραία,
και δυστυχώς έτσι έχουν τα πράγματα, όλοι τραβούν προς τη θάλασσα,   τι να κάνει ο κάθε  «τρανός» να πάει προς τα βόρεια, εκεί έχει γκρίνια και κρύο, έχει σπίτια που κουνιούνται έχει μουτζουρωμένους εργάτες που μπαίνουν κάθε μέρα στα έγκατα  της γης, τι να πεις μ’ αυτούς τους ανθρώπους που η κάθε κουβέντα τους είναι μια διαμαρτυρία κι’ ένα παράπονο, δε λέμε, έχουμε κι’ εμείς οι βόρειοι δικούς μας ανθρώπους έχουμε «τρανούς» και «άρχοντες» σταλμένους ψηλά στην εξουσία την εντόπια και την Αθηναϊκή και περνούν αρκετές φορές απ’ τα χωριά μας, κοντοστέκονται καμιά φορά σαν να προσπαθούν να θυμηθούν, κάτι τους θυμίζει ο τόπος, κατεβαίνουν κι’ απ’ τ’ αυτοκίνητά τους να χαιρετήσουν  ψηφοφόρους και μη, και  συνεχίζουν πάλι για τη θάλασσα, και μακάρι να διορθωθούν κάποτε όλα αυτά, θα λείψουν ίσως τα παράπονα του απλού ανθρώπου, μα, μέχρι τότε πάνω και γύρω από το Χολομώντα θάχουν αλλάξει καναδυό γενιές χωρίς να έχει φύγει το κληρονομικό παράπονο από το βλέμμα τους. Οι « τρανοί» θα εξακολουθήσουν να υπόσχονται και θα «κονομούν» σε βάρος μας, και οι απέναντι στα διαλείμματα των προσευχών τους θα μοιράζουν ευλογίες.
Το μεγάλο φαγοπότι όμως φάνηκε τώρα, βγήκε στη φόρα το παιγνίδι, τόδειξαν στο γυαλί.
Τα βλέπει αυτά ο Χολομώντας, αφουγκράζεται τη βαβούρα γύρω του και Χολομανάει που πάει να πει, ότι εξοργίζεται και θρηνεί, βλέπει την ομίχλη που σκέπασε τα κάστρα πάνω στο αριστερό του το ποδάρι κι’ απορεί, δεν μπορεί να καταλάβει γιατί τόσα σύρτα φέρτα μέσα κι’ έξω, δεν περνούν κι’ από  «πάνω » τώρα να ρωτήσει κι’ οι γειτόνοι του δεν μπορούν να τον φωτίσουν, οι μισοί ασχολούνται με τα  «ελατούδια» και το εμπόριο, οι άλλοι ξενιτεμένοι, μικροί και μεγάλοι «βαζγιέστησαν» τόσους αιώνες τα ίδια και τα ίδια και όλοι μαζί, ρίχνουν  ματιές περίεργες απέναντι και κάπου κάπου κάποιος μέσα απ’ τους ατμούς του τσίπουρου και πασπατεύοντας τα ψιλά στην τσέπη του, ρωτάει κανέναν γραμματιζούμενο, «δε μι λιές  ρε Γιώρ’ μι πόσα μηδινικά ρε γράφιτι του ικατομμύριου;  . .»
Και σαν να μην έφτανε το λιβάνι των απέναντι,  που το φέρνει ο αέρας στα ρουθούνια του συνέχεια, από τη μακρινή Ινδία ήρθαν κι’ άλλοι και εγκαταστάθηκαν στις πλαγιές του, κι’ αυτοί με λιβάνια αλλά και  με αρώματα και με κάτι περιστρεφόμενες. .  .καμπάνες και κεριά-πυροτεχνήματα που καίγονται γρήγορα σπινθηρίζοντας και κάνοντας, . .  .πράτς  πράτς,  φάνηκαν άνθρωποι κουρεμένοι με μωβ και κίτρινα ράσα, με ψαλμωδίες και ιδέες αλλιώτικες, και προσπαθούν κι’ αυτοί λέει να  σώσουν τον κόσμο, και στο τέλος να δούμε ποιος θα προλάβει να το κάνει καλύτερα και να φέρει την αναμενόμενη σωτηρία, αλλά αν υπήρχε κάποια θρησκεία, δόγμα, έστω και «αίρεση», που θα μπορούσε να σώσει κάτι και να μας βγάλει από το σημερινό αδιέξοδο, να μας γλυτώσει από τις διάφορες μέρκελ και τρόϊκες, άς μη μας τάζει ότι θα το κάνει στο απώτερο και άγνωστο μέλλον, αν μπορεί να φέρει κάποια σωτηρία να το κάνει τώρα, να το κάνει σήμερα..
Και κατά πρώτον να βρει και να μαρτυρήσει όσους φευγάτισαν τα παρανόμως αποκτηθέντα χρήματά τους στις Ελβετίες, κα να μας πει όσα οι ίδιοι δεν ξέρουμε, γιατί αυτοί  τους οποίους εμπιστευθήκαμε να μας κυβερνήσουν βολεύτηκαν οι ίδιοι, βόλεψαν τους δικούς τους και τα σόια τους, πλούτισαν παράνομα και μας άφησαν στο σκοτάδι και με την ελπίδα ότι στο μέλλον τα πράγματα θα καλυτερέψουν.
Τα βλέπει αυτά ο Χολομώντας, χαμογελάει  κι’ ακόμα δεν είπε τίποτα, περιμένει να δει και να μάθει, στο παρελθόν είδε και χειρότερα,   καλόβολοι φαίνονται οι ξένοι με τα κίτρινα ράσα, ο τόπος τους χωράει όλους, αρκεί να μην ταράξουν την ησυχία και τη γαλήνη στην οποία συνήθισε . . .
Κάποιος περίεργος όμως και για . . . μπάτσες( με την καλή έννοια βέβαια) από την ιστοσελίδα «Ανήλια» τόριξε το καρφί, έγραψε με αρμυρό χιούμορ, και είπε, «σκέψου λέει να ταξιδεύουν «μαυροφορεμένοι»  από «μέσα» και στο ίδιο λεωφορείο του ΚΤΕΛ που γράφει, «Ορθοδοξία ή θάνατος» να βρίσκονται και κουρεμένοι  Βουδιστές καλόγεροι με τα μωβ και κίτρινα, ξεμπρατζωμένοι και ξυπόλυτοι . . . .»  Και η ηλεκτρονική ατάκα των «Ανηλίων» δείχνει για άλλη μια φορά, ότι τα παιδιά του Χολομώντα, είναι γεννημένα για «πιργιέλιου» και απόδειξη τα χιλιάδες παρασούμια κρυφά και φανερά που ακούγονται στα χωριά μας. Πάντως, εκτός από τα «σωσίματα» το σίγουρο είναι ότι η ατάκα των Ανηλίων θα κυκλοφορεί αιωνίως στο Γαλαξία, διαθέσιμη για τους περίεργους που απληροφόρητοι, θα αναρωτιούνται για το τι υπονοεί το σχόλιο αυτουνού του περίεργου Πολυγυρινού. . .  
Βλέπει ο Χολομώντας λοιπόν κι’ απορεί και  μέσα από τις απορίες του τα γύρω  κάθε μέρα αλλάζουν, ποιος το περίμενε, ανάμεσα στις βαλανιδιές, στα «δέdρα», να ξεφυτρώσουν ταβέρνες και εξοχικά σπίτια, πού; Εκεί που οι Λουκοβίτες δε ξεθαρρούσαν ν’ αφήκουν ζώο μοναχό γιατί τότρωγαν τα ζλάπια, και καλά τα σπίτια και τα μαγαζιά αλλά  οι προσβολές στην κορυφή του με τις εγκαταστάσεις εκείνες που έγιναν λέει για να εντοπίζεται ο εχθρός, εκείνες οι πληγές που δεν ενόχλησαν κανένα;
Αλλά και ποιος τολμούσε να διαμαρτυρηθεί τότε που έγιναν αυτά και, μπορεί τώρα ο δημόσιος δρόμος να περνάει απ’ αλλού, αλλά το βουνό γέμισε κόσμο, ανεβαίνουν μέχρι την κορφή  και να η Λήμνος και η Σαμοθράκη, να ο Όλυμπος και ο Χορτιάτης, προς το βοριά τα Ζερβοχώρια και πιο πέρα η λίμνη να γυαλίζει και στο βάθος τα βουνά των «Μπισικίων» και άλλα μέρη άγνωστα στους πολλούς που δεν ενδιαφέρονται όλοι τόσο για τη γεωγραφία όσο για το φαγητό στις ταβέρνες και στα καλόγουστα καταλύματα , που με διάφορες ονομασίες καμαρώνουν και στο διαδίκτυο.
Μερικά παιδιά του Χολομώντα έγιναν εστιάτορες και μερακλήδες ταβερνιάρηδες και ξενοδόχοι, και έμαθαν και περιποιούνται τον κόσμο  που τους προτιμάει. Ξέχασαν εκείνο το παλιό « βουλιυτίτι όπους τα βρήκιτι», ήρθαν στο «όπως θέλετε» και έτσι ευχαριστημένοι όλοι «βολεύονται» και οι επισκέπτες ξανάρχονται, γιατί σε τέτοιον τόπο, ο μουσαφίρης ζει το όνειρο και ξαναβρίσκει τον εαυτό του ζώντας εμπειρίες πρωτόγνωρες. . .
Και πριν από αρκετά χρόνια, με πρωτοβουλία μερικών τολμηρών πρωτοπόρων, (τους θυμάται κανείς;), εκεί στις πλαγιές του βουνού μας, τα άσπαρτα και τα παρατημένα από χρόνια λιανοχώραφα που παλιά τα έσπερναν σίκαλη και  πατάτες, γέμισαν έλατα, μια καλλιέργεια η οποία σε πολλούς έκανε τη διαφορά με την παλιά εποχή της φτώχειας και της δυσκολίας. Γιατί είναι αλήθεια που δεν κρύβεται, ότι τις παλιότερες εποχές η φτώχεια στα μέρη μας ήταν ενδημική και οι ανάγκες περιορισμένες, και για να γίνει κατανοητή η πραγματικότητα στον τόπο να πω και τούτο, πριν από μερικές δεκαετίες λόγω της υπηρεσιακής μου ιδιότητας έτυχε σε μένα ο κλήρος να οριοθετήσω  μερικά χωραφούδια που κάποτε παραχωρήθηκαν σε κατοίκους του Ταξιάρχη εκεί στην περιοχή, χωράφια σε παλιές καρβουναριές, αλλού μισό στρέμμα αλλού λιγότερο, όπου με την παρουσία των ενδιαφερομένων έπρεπε να ευθυγραμμιστούν οι πλευρές του χωραφιού.  Μερικές φορές κατά την ευθυγράμμιση  τύχαινε το  μακρύ σκοινί στην ευθεία να περνάει μέσα από καμιά τούφα από νεαρά δέντρα βαλανιδιάς κι’ άκουγες το  μπάρμπα από δίπλα να λέει « τράβατου βρε πιδούδιμ’ του σκνούδ’ απ’ όξου, αυτάια τα λουμάκια είνι απ’ όνα ζιβγάρ’ παπτσούδια για τσ’ ιμκροί. . . .» και τέλος πάντων  το σκνούδ’ περνούσε απόξω και το αμάρτημα μικρό, δεν μπορεί όμως να ήταν μόνο εκείνα τα χωράφια κι’ όσα άλλα καλλιεργούνταν συνεχώς, με τόσο κόσμο γύρω από το Χολομώντα, σε περασμένες εποχές, όπου το μέρος είναι κάπως ίσιο έστω και λίγων τετραγωνικών, σίγουρα κάποτε καλλιεργήθηκε, αλλά οι  ανώμαλες καταστάσεις, οι σηκωμοί,  οι απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες και ιδίως οι συνεχείς ζημίες από τα κοπάδια των μεγαλοκτηνοτρόφων απέναντι στους οποίους δεν τολμούσε να σηκώσει κεφάλι κανένας, δεν επέτρεψαν τη συνέχεια της καλλιέργειας και της κατοχής, με αποτέλεσμα  στα καλλιεργούμενα κάποτε  χωράφια, να αναπτυχθεί η  γύρω αυτοφυής βλάστηση και  σήμερα να θεωρούνται δάσος, τι να κάνουμε  η φύση δε γνωρίζει από φτώχεια, αυτοπροστατεύεται και κάνει τη δουλειά της και ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον τα ισιάδια του περήφανου Χολομώντα, αυτά με την ανεπανάληπτη θέα, δε θα γίνουν αντικείμενα περίεργων συναλλαγών με τη συγκατάθεση της πολιτείας, ούτε τσιμεντένια κατασκευάσματα, και νεοπλουτίστικες  κιτσαρίες που προσβάλλουν το βουνό μας  και τον πολιτισμό. 
Για εκατομμύρια χρόνια λοιπόν  ο Χολομώντας έμεινε ήρεμος στην ησυχία του, παρέα με το μικρό Χολομοντούδι που μάταια το περιμένει να μεγαλώσει, να τρανέψει, εκεί αυτό, το ίδιο μπόι από τότε που  απ’ τα βάθη της θάλασσας με ένα μουγκρητό τη Γης ξεπετάχτηκαν και οι δύο και είδαν το φως του ήλιου, νερό γύρω γύρω αυτοί που ήξεραν το είπαν αργότερα θάλασσα, έμειναν ασάλευτοι εκεί στη θέση τους ν’ αγναντεύουν το πέλαγος, χωρίς παρέα μέχρι που στο χώμα τους άρχισαν να φυτρώνουν διάφορα, βγήκαν πρασινάδες μεγάλωσαν δέντρα και άνθισαν λουλούδια, γέμισαν τα ρέματα πλατάνια και καρυδιές, ντύθηκε ο τόπος με  βαλανιδιές, μηλιάδια, οξιές, σφεντάμια, σκλήθρα, οστριές και καστανιές, λεπτοκαρυές, αγριομηλιές, ζουρβιές και φλαμουριές, κρανιές βουζιές και αγκορνιτσιές, γέμισαν τα χαμηλότερα με αγριελιές που για να φυτρώσει το κουκούτσι τους  πρέπει πρώτα να περάσει από τη  «γκούσια», από το στομάχι του κότσυφα και της φάσας, έτσι λένε «οι παλνοί», η φύση έντυσε τη γύμνια της με λουλούδια διάφορα, βατσινιές φτέρες και φλασκούνια, ραδίκια, τσαπουρνιές, λαδανιές    και χαμοκίσσαρα, και προνοητική η φύση, και ξέροντας με ποιους έχει να κάνει, γέμισε το Χολομώντα με σκάρφη, θα μας  χρειαζόταν αυτή η σκάρφη αργότερα, και σήμερα ωφελεί και κατασιγάζει την ήπια παλαβομάρα μας αλλά προσοχή στη δόση, λίγοι γνωρίζουν τη συνταγή κι’  αυτοί βρίσκονται κατασιαπάν  στα  ορεινά, αλλά  όσα να πούμε για την ποικιλία της βλάστησης στο Χολομώντα λίγα θάναι, υπάρχει τέτοια ποικιλία στα φυτά και στα δέντρα, στη χλωρίδα όπως λεν αυτοί που ξέρουν, που ο Χολομώντας μπορεί να συναγωνιστεί το μεγαλύτερο βοτανικό μουσείο, γέμισε από πράσινο το μέρος, βγήκαν και τα μανιτάρια ύστερα από τις βροχές κι’  από τότε άνοιξε την πόρτα της η ζωή  και στα ζλάπια, φάνηκαν ελέφαντες, περπάτησαν βαριά βαριά οι ιπποπόταμοι γύρω στην πυκνή ζούγκλα, βρέθηκαν απολιθώματα τους εκεί στις όχθες των λιμνών, αλλά δεν μπορεί τα απολιθώματα από τα προϊστορικά θηρία να βρίσκονται μόνο εκεί, σίγουρα θα υπάρχουν και αλλού, αν το μετρήσουμε με σημερινές αποστάσεις τι είναι για έναν ελέφαντα νάρθει από την. . . . Απολλωνία ας πούμε μέχρι την Αρναία, -τότε που ο δρόμος είπαμε ήταν και. . . παραλιακός- δεν  μπορεί στον  κάμπο γύρω από το χωριό μου το Νεοχώρι  και πιο πέρα, έναν τόπο  με τόσα νερά να μην έζησαν τουλάχιστον . .  .δεινόσαυροι, αρκούδες και άλλα μεγάλα θηλαστικά, δεν μπορεί να μην υπάρχουν προϊστορικοί οικισμοί να μην έζησαν πρόγονοί μας πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, σε τέτοιον τόπο σίγουρα κάτι θα βρεθεί κάποτε, η φύση τα φανερώνει  αυτά, αλλά το κάνει μάλλον όταν πρέπει, και να δούμε πότε θα φανερωθούν  και σε μας κατά τα μέρη μας τέτοια ευρήματα, νάχουμε κι’ εμείς κάποιο μουσείο με παλαιοντολογικά εκθέματα, με χαυλιόδοντες, κρανία και διάφορα κόκαλα, ζωγραφιές και πέτρινα εργαλεία  και να δούμε πού θα το στήσουν αυτό, γιατί δεν είναι να βρεθεί κάτι, από κει και μετά αρχίζουν οι γκρίνιες  τα προβλήματα και τα παζάρια, ποιος θα διορίσει και πόσους, πάντα έτσι γίνεται, αλλά ας τα βρουν πρώτα και βλέπουμε. . . .Κι’ αφού μιλούμε για εργαλεία να πούμε ότι εκτός από τα πέτρινα από τους προϊστορικούς προγόνους μας χρησιμοποιούνταν και κοκάλινα και μάλιστα από κείνους  τα πήραμε και   τα χρησιμοποιήσαμε  μέχρι πριν από μερικά χρόνια στην περιοχή μας τη βορειοανατολικά του Χολομώντα, τότε που στα χωριά μας φοριόταν πολύ το γουρουνοτσάρουχο, ναι, ήταν της μόδας τότε, ήταν κάτι σαν  το εθνικό υπόδημα και το κάθε σπίτι είχε ένα ζαρκαδοκέρατο με το οποίο φάρδαιναν τις τρύπες γύρω γύρω στο τσαρούχι, να περάσει το λεπτοκομμένο λουρί-κορδόνι με το οποίο έσφιγγε και εφάρμοζε το τσαρούχι στο πόδι, ήταν και θέμα καλαισθησίας βλέπεις, αυτό το λιανό λουρί που το λέγαμε . .  .Ελληνικά  «νουζίτσκα» και τρέχα γύρευε τι θα πει, αλλά έτσι το λέγαμε. . . .
 Εμείς λέμε και τι δε λέμε κι’ ο Χολομώντας  κι του μκρό του Χουλουμουdούδ’  πατέρας και γιος, είπαμε,  έμειναν ασάλευτοι στη μοναξιά τους, παρέα μόνο με τα θηρία μικρά και μεγάλα, τα δέντρα και τα μανιτάρια, και κάποτε, φάνηκαν τα πρώτα  τριχωτά και φοβισμένα πλάσματα, παραξενεύτηκε ο Χολομώντας, δεν είχε ξαναδεί τέτοια παράξενα ζώα τα παρατήρησε και με την εμπειρία του κατάλαβε ότι από δω και πέρα αυτοί οι παράξενοι πίθηκοι θα ήταν οι μόνιμοι σύντροφοί του, ήταν οι  πρώτοι άνθρωποι, δεν είχαν . . . ληξιαρχεία αυτοί και δεν μας    άφησαν. . .  χαρτιά και τέτοια, άφησαν όμως τα σημάδια τους και οι ειδικοί επιστήμονες,  αυτοί που γνωρίζουν, λένε ότι εκείνοι οι ταλαιπωρημένοι που γνώριζαν τη φωτιά και συνεννοούνταν με κραυγές και νοήματα, εκείνοι ήταν οι πρόγονοί μας  και βρέθηκαν ύστερα από χιλιάδες χρόνια απολιθώματά τους, είδαμε σημάδια τους σκάβοντας τυχαία στο πουθενά, είδαμε μοναχικούς «χαρκόλακκες» κυκλικά αραδιασμένες πέτρες για φωτιά κι’ ανάμεσά τους κάρβουνα, δεν ήμασταν όμως ειδικοί για να τα χρονολογήσουμε, βρέθηκαν από τους ειδικούς χαραγμένα σύμβολα σε σπηλιές και σε βράχους, ήταν τα μηνύματά τους για μας και σίγουρα αυτοί ήταν οι δικοί μας άνθρωποι, το λένε οι σπουδαγμένοι, αυτοί που ξέρουν, άσε να λένε τα δικά τους οι άλλοι, με μαγικό ραβδί και μόνο μέσα σε εφτά μέρες τίποτα δε γίνεται,  άρχισαν να έρχονται δειλά δειλά αυτοί οι τριχωτοί προπροπροπροπαππούδες μας, έφκιαξαν  καλύβες γύρω από τις πηγές του Χολομώντα εκεί προς την ανατολή να βλέπουν τη θάλασσα και τον ήλιο το χειμώνα, ζεστάθηκαν με τη φωτιά κι’ απέ ρίζωσαν κατέβηκαν ως τη θάλασσα, με φόβο στην αρχή, κι’ όταν ξεθάρρεψαν πήγαν και παραμέσα, πέρασαν φοβισμένοι το λαιμό και από φόβο μπήκαν προς τα μεσόγεια του Άθωνα, έκτισαν  πόλεις, καλλιέργησαν τη γη και σιγά σιγά ημέρωσαν τη θάλασσα, τη συνήθισαν τη θάλασσα γιατί έδινε τροφή, αντάλλαξαν απόψεις και πήραν τη σοφία των άλλων, γνώρισαν  και ανέπτυξαν τέχνες και πολιτισμό εδραιώθηκαν και πρόκοψαν.
Και κάποτε λέει, είδαν να περνούν από δίπλα τους για το νοτιά παράξενοι πολεμιστές με μυτερά κράνη και με αμέτρητα πλεούμενα, πήγαιναν λέει να καταλύσουν την κυριαρχία του Δήμου  εκεί που επικράτησε  για πρώτη φορά, αλλά ο Άθωνας θυμωμένος τους έπνιξε στη θάλασσά, οι λίγοι γλίτωσαν  και αργότερα ξαναγύρισαν και για να τιμωρήσουν τη θάλασσα τη μαστίγωσαν.
Έβλεπαν τα καμώματα των βαρβάρων και γελούσαν  οι ντόπιοι, υποχρεώθηκαν όμως με τη βία  και με αγγαρεία  έσκαψαν εκεί στο λαιμό, ίσιωσαν το μέρος και το έντυσαν με ξύλα και οι ξένοι έσυραν έτσι τα καράβια τους απέναντι, ήθελαν να σιγουρευτούν πως δε θα πάθαιναν πάλι τα ίδια, πήγαν προς το Νοτιά αλλά και πάλι δεν κατάφεραν τίποτα, σκόρπισαν όμως το χρυσό τους  άφθονο, μέχρι που η δημοκρατία καταπονημένη και αδύναμη  από το μεγάλο πόλεμο και
το λιμό,  προδομένη κι’ από τα μέσα  υπέκυψε στην τυραννία, οι ειδήσεις τώρα έρχονταν λειψές  αριά και πού, η δημοκρατία λέει καταργήθηκε, ο Δήμος έχασε τη δύναμή του και στην Αρχή ανέβηκαν  τύραννοι ούτε ένας ούτε δυο αλλά τριάντα, οι εκλεγμένοι αφανίστηκαν  και δημεύτηκαν οι περιουσίες τους και τότε   ήταν που κάποιος Αθηναίος σπουδαγμένος κι’ από τρανή γενιά, συγγενής και γόνος του «πρώτου» από τους τριάντα ,  -τον οποίο πολύ αργότερα κάποιος «Πάπας» τον  πρότεινε  για άγιο-, τότε ήταν που  ίδρυσε την  Ακαδημία του στην Αθήνα,  μια σχολή πολιτικών επιστημών, που μοναδικό της σκοπό είχε, να δώσει την ανάλογη πολιτική μόρφωση στα τέκνα της ολιγαρχίας η οποία επανέκαμψε, αποφασισμένη να μείνει διά  βίου. Έτσι με τη σχολή του ο πολύς και μεγάλος θεωρητικός,  άφησε κληρονομιά στην ανθρωπότητα τον ιδεαλισμό, αυτή τη θολούρα της φιλοσοφίας, που αναγνωρίζει ως  ικανούς να κυβερνήσουν, μόνο τους φιλοσόφους και τους ευγενείς. Ούτε λόγος για τον κατατρεγμένο  Δήμο, και το λαό τον προορισμένο να υπηρετεί τους αριστοκράτες και τους άρχοντες και να αρκείται στα ολίγα. . . Κι’ όταν ο φιλόσοφος θέλησε αργότερα να φυτέψει τις απόψεις του στην Κάτω Ιταλία, τον έδιωξαν, αλλά   οι ιδέες  του  έγιναν πρότυπο και κυριάρχησαν  στους κατοπινούς αιώνες κόντρα στις απόψεις των άλλων των «αιρετικών», που ήθελαν να ξεστραβώσουν τον άνθρωπο, και  να τον μάθουν να χρησιμοποιεί το λογικό του για να ερμηνεύσει τα φυσικά φαινόμενα και τη θέση και προέλευσή του στον κόσμο. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι τα συγγράμματα του Αθηναίου φιλοσόφου και των ομοϊδεατών του  σώθηκαν όλα, ενώ από τις γραπτές απόψεις των «άλλων», των αιρετικών,  μόνο αποσπάσματα έχουμε.  
-Είδε ο Χολομώντας πολλά ακόμα κι’ έμαθε περισσότερα, είδε το μεγάλο πόλεμο που έφτασε μέχρι τα πόδια του και τις πόλεις του με τους ανθρώπους τους να σφαγιάζονται,  αντίκρισε το ξεθεμελίωμα της Ολύνθου, είδε τους «Φιλιππίζοντες»  να γιορτάζουν την καταστροφή της πόλης, είδε ακόμα και επώνυμους της εποχής να χορεύουν πάνω στα αποκαΐδια της πόλης και ονόματα δεν κράτησε, λέγονται όμως πολλά, άκουσε ο Χολομώντας τους θρήνους των παιδιών του, σκλάβων στα χέρια των ομόγλωσσων και ομόθρησκων κατακτητών, γέμισαν πάλι οι πλαγιές του κυνηγημένους φυγάδες που τους έκρυψε και τους προστάτεψε . . ..
Από τη Βίγλα της κορυφής του  παρακολούθησε τις προετοιμασίες για τη μεγάλη εκστρατεία, είδε να περνούν πέρα από τις λίμνες οι Μακεδόνες κινώντας προς την Ανατολή , τους είδε να φεύγουν κρατώντας τη μακριά σάρισα φκιαγμένη από  τα ίσια  και λεπτόκορμα μηλιάδια που φυτρώνουν γύρω του, είδε και περίμενε υπομονετικά όπως έμαθε να περιμένει, όπως πάντα. 
Πέρασε ο καιρός, έφτασαν οι ειδήσεις στην κορυφή του Χολομώντα , η μεγάλη αυτοκρατορία των αρχόντων με τους μυτερούς σκούφους, εκείνων που κάποτε εκεί στα πόδια του μαστίγωσαν τη θάλασσα υποτάχτηκε, « η γλώσσα των ανθρώπων του έφτασε ως τη Βακτριανή κι’ ως τους Ινδούς».
Και κάποτε, η ιστορία συμπλήρωσε τον κύκλο της κι’ αυτός, ακίνητος στη θέση του, έζησε τη μεγάλη αλλαγή, τη διάλυση της αυτοκρατορίας που δημιούργησε η δύναμη  των Μακεδόνων με τη σάρισα, είδε από τον ίδιο δρόμο τώρα, να περνούν νικήτριες οι σιδερόφρακτες  λεγεώνες , σέρνοντας νικημένο τον  τελευταίο βασιλιά  της Μακεδονίας. Οι νέοι αφέντες  με τη δύναμη των  λεγεωνάριων κυβέρνησαν τον τόπο για αιώνες, φάνηκαν νέες αλλαγές κι εκεί απέναντι στις σπηλιές του Άθωνα, εγκαταστάθηκαν μαυροντυμένοι μοναχικοί άνθρωποι  φέρνοντας μια νέα θρησκεία με λατρεία πρωτόγνωρη σε έναν άγνωστο θεό,  τους είδαν οι ντόπιοι στην αρχή περίεργα, τους αγνόησαν μετά, ο πολιτισμός τους δεν τους επέτρεπε να τους εμποδίσουν, πίστευαν ότι ο τόπος τούς χωρούσε όλους, και η συνύπαρξη κράτησε αρκετά χωρίς προβλήματα.
 Ώσπου οι καινούργιοι πλήθυναν και  δυνάμωσαν,  έκτισαν ναούς για τη λατρεία τους και κάποτε     ενοχλημένοι από τη διαφορετική λατρεία των παλιών κατοίκων, με τη συμπαράσταση και της κρατικής εξουσίας, τους ανάγκασαν τους παλιούς να γυρίσουν στον τόπο τους απέναντι.
Ξανά στην προστασία του Χολομώντα, σκόρπισαν γύρω του αυτοί, άλλοι προς το βοριά κι’ άλλοι προς την ανατολή, άλλαξαν τα πράγματα κ’ εκεί,  με πειθώ ή με βία οι θεοί των πρώτων κατοίκων  αντικαταστάθηκαν και  η  φανερή λατρεία τους  εγκαταλείφθηκε και με το πέρασμα των αιώνων οι πόλεις και τα ιερά σωριάστηκαν σε ερείπια. Έτσι, μη έχοντας άλλη επιλογή, υπέκυψαν στο νομοθετημένο εξαναγκασμό της εδραιωμένης πλέον θεοκρατικής εξουσίας  και η συλλογική μνήμη φάνηκε οτι εξαφανίστηκε, αναδιπλωμένη από ανάγκη  και κρυμμένη  καλά από τους μυημένους και τους τολμηρούς, προστατευμένη στα ερείπια, στις επιγραφές και στα βιαστικά θαμμένα αγάλματα, αυτά που  κρατά τόσους αιώνες στα σπλάχνα του ο αγέρωχος Χολομώντας και φέρνει στο φως η σκαπάνη του αρχαιολόγου. Οι άνθρωποι πιεσμένοι από την ανάγκη, δέχτηκαν τη νέα κατάσταση, αλλά παρά  τις υποσχέσεις για  ισότητα και δικαιοσύνη πάλι τα πράγματα δεν άλλαξαν, είδε πάλι ο Χολομώντας, είδε τη φθορά των θεσμών και  το αποκορύφωμα της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τους επώνυμους άρχοντες και τους ομόθρησκους δυνατούς, που με την απληστία τους, προετοίμασαν τη πτώση της θρησκευόμενης Αυτοκρατορίας, κι’ από τη πτώση και την αλλαγή, πάλι οι ίδιοι οι δυνατοί βρέθηκαν ωφελημένοι.
Γύρω του στα χωριά η ίδια φτώχεια και οδύνη, αλλά τη διαφορά πάλι δεν την ένιωσαν όλοι, είδε πολλά ο Χολομώντας είδε και  θαύμασε, απόρησε, πώς αυτοί οι γείτονές του αυτοί οι πάμφτωχοι άνθρωποι ακριβώς από κάτω του μέσα στην προστατευτική αγκαλιά του, πώς κατάφεραν τόσους αιώνες και έζησαν, πώς επιβίωσαν μόνο  με όσα αγαθά τους παρείχε η φύση και με όσα μπορούσαν οι ίδιοι να  αποχτήσουν καλλιεργώντας και σπέρνοντας αυτά που μπορούσαν να φυτρώσουν στη λίγη καλλιεργήσιμη γη τους, πώς τα κατάφεραν   και μέσα σ’ αυτή τη φτώχεια και την ανέχεια,  διατήρησαν τη δίψα τους για μάθηση και την όρεξη για ζωή, πώς διατήρησαν τη λαλιά τους και την όρεξη να συνεχίσουν, με το φόβο του ξένου δυνάστη να κρέμεται συνέχεια επάνω τους και τη συνεχή  οικονομική τους εξάρτηση από τον ντόπιο άρχοντα και τον τοκογλύφο που ήταν ένα  με τον κατακτητή και δάνειζαν με υπέρογκο τόκο καπαρώνοντας την παραγωγή τους μισοτιμής, μέχρι που επιτέλους, έστω και ύστερα από μισή χιλιετία, πολύ  αργοπορημένη  ήρθε πάλι άλλη αλλαγή, μόνιμη αυτή τη φορά, έφυγε ο κατακτητής  κι’ ήρθαν οι «δικοί μας», τα ίδια πάλι, διχασμός και πόλεμος, γέμισε ο Χολομώντας κυνηγημένους, τους έκρυψε, έκρυψε αυτούς που δεν ήθελαν να  πολεμήσουν, ήταν λέει με το μέρος του βασιλιά αυτοί, τους έψαχναν και τους κυνήγησαν οι άλλοι, κυνηγοί και κυνηγημένοι υποστηρίζοντας τα δίκαιά τους που πάντα καταλήγουν στο συμφέρον των μεγάλων και επώνυμων, έφτασαν σε ακρότητες και κάποτε στα πόδια του Χολομώντα εκεί στον Πολύγυρο, χύθηκε το αίμα  δικών μας ανθρώπων, ενώ  τους άλλους δεν τους δίκασε κανείς γιατί έτυχε να είναι με το μέρος των ισχυρών και όπως είναι γνωστό από πάντα, αυτοί οι ισχυροί, γράφουν την ιστορία και νομοθετούν κατά τα συμφέροντά τους.
Κι’ ήρθε το χρονικό διάστημα που το ονόμασαν μεσοπόλεμο, είδε ο Χολομώντας  ξανά τα πρόσωπα των παιδιών του χαμογελαστά, είδε χοροεσπερίδες και γλέντια, είδε θαρρετούς ανθρώπους που με αισιοδοξία βλέπουν το μέλλον, αλλά χαμογέλασε με κάποια συγκατάβαση για την εγκεφαλική  αγκύλωση και την επιμονή μερικών σε σκουριασμένες ιδέες  και απύθμενη βλακεία που οπισθοδρομούν τη ζωή και τον πολιτισμό, είδε να διχάζονται πάλι οι άνθρωποι και ευτυχώς μόνο για λίγο, αλλά για άλλους λόγους, γιατί, αρκετοί  λέει, συνέδεσαν την αιτία του τελευταίου καταστροφικού σεισμού της Χαλκιδικής με την επιβολή από την πολιτεία του νέου  . . . ημερολογίου.
Και δεν πρόλαβαν οι άνθρωποι να ανασάνουν, να χαρούν  την ειρηνική περίοδο  κι’ άρχισαν οι ισχυροί το μεγάλο πόλεμο που      έφερε πείνα και  καταστροφές, διχασμό και αδελφοκτόνο εμφύλιο, αλλά και πάλι οι άνθρωποι μπόρεσαν και τα ξεπέρασαν, ξέχασαν το αίμα και τη διχόνοια,  οι θανάσιμοι εχθροί και αντίπαλοι εξ ανάγκης συμπεθέριασαν, γιατί έτσι είναι η ανθρώπινη φύση,  ο κόσμος ξανασηκώθηκε και ξαναγύρισε στις καθημερινές συνήθειές και στις ειρηνικές του ασχολίες τις χαρούμενες κι’ ανθρώπινες, η ζωή πήρε πάλι το δρόμο της,    ξανά από την αρχή ο καθημερινός μόχθος για την  επιβίωση και την προκοπή, γιατί έτσι συμβαίνει πάντα, γιατί  αυτό επιτάσσει η συνέχιση της ζωής.
Οι άνθρωποι ίδιοι πάντα,  τα ίδια ήθη και έθιμα μέχρι σήμερα,  άλλαξε αρκετά όμως η ζωή, ήρθε η πρόοδος,  φανερώθηκαν αλλαγές. Το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε, η πρόσβαση στη μόρφωση έγινε ευκολότερη, οι ασθένειες πολεμήθηκαν, η σίκαλη και η μπομπότα ξεχάστηκαν, οι φούρνοι στα χωριά έσβησαν, αλλά  τα μανιτάρια, «το μαγείρεμα της χρονιάς», εξακολουθούν να προσελκύουν τους καλοφαγάδες και το κουμαρίσιο τσίπουρο να έχει τις προτιμήσεις του απ’ τους μερακλήδες, αυτούς που ξέρουν.
Κι’ ο Χολομώντας ;
Περήφανος αυτός και πάντα   εκεί, στον τόπο του, αγκαλιά με το Χολομοντούδι, μονίμως  στη θέση τους ευτυχισμένοι,  αγναντεύουν παρέα το πέλαγος κλείνοντας πονηρά το μάτι στις καλλίγραμμες προς τη μεριά της θάλασσας και στα χωριά γύρω τους, και  σουφρώνοντας πότε πότε τα φρύδια κατά  τον απέναντι Άθωνα. 
Πατέρας και Γιος κάθε μέρα χαιρετούν τον ήλιο  ξετρελαμένοι με την ευωδιά του Τσίπουρου και τους ατμούς του μούστου,  σκασμένοι στα γέλια με τα καμώματα των ανθρώπων, που σιγοτραγουδώντας χαρούμενοι, εδώ και αιώνες, τούς  γαργαλούν το υπογάστριο  καλλιεργώντας  αμπέλια και ελιές και τρυγώντας τα κρασοστάφυλα . . ..    
       Ξάνθη  Παλιά Πόλη, Ιούνης  2012           
Με χαιρετισμούς όπως πάντα  σε όλους,                                         Βαγγέλης Μαυροδής.
E-Mail       Vagelis_mavrodis@yahoo.gr
και στο διαδίκτυο,    Mavrodis.blogspot.com