Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Το τσίπουρο


                          
Το να γράψεις για το τσίπουρο, δεν είναι απλό ούτε εύκολο, δεν είναι παίξε γέλασε, κι’ ας φαίνεται  κάτι συνηθισμένο. Γιατί  είναι σίγουρο ότι  όσοι είναι οι χιλιάδες και τα εκατομμύρια οι μερακλήδες που προτιμούν το τσίπουρο από τα λεγόμενα ευγενή ποτά, άλλες τόσες είναι και οι γνώμες πάνω στο θέμα το οποίο θέμα δεν έχει τελειωμό, δεν έχει μέση και άκρες, δεν έχει λογική, γιατί το τσίπουρο  δεν είναι ότι νάναι, δεν είναι όποιο κι’ όποιο προϊόν, δεν είναι ρόφημα, δεν είναι  ένα απλό  γιατρικό, δεν είναι ένα οποιοδήποτε ποτό, είναι προϊόν με ταυτότητα, είναι το πρώτο σκαλοπάτι για το όνειρο, είναι σκέτη ΙΔΕΑ.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Το Λαγοπόδαρο


Τώρα, σαν   τί περιμένει ο καθένας  να βγει από ένα τέτοιο τίτλο  άγνωστο, αλλά δεν μπορεί, όλο και θα έχει κάτι στο νου του, κάτι θα υποθέτει τέλος πάντων, κι’ αν δεν ξέρει τίποτα για το λαγό, όλο και θα είδε κάποιο κουνέλι, και τα δυο αυτά ζώα μοιάζουν αφού είναι δεύτερα. ..ξαδέρφια,

Φυλετικές Διακρίσεις.



Λάθος καταλάβατε, δε θα μιλήσουμε για τις διακρίσεις που  υπάρχουν μεταξύ των φυλών, άσπρων, μαύρων, κίτρινων και λοιπών, ούτε και για τις μεγάλες ή μικρές φυλετικές διαφορές και διακρίσεις μεταξύ των κατοικούντων το κέντρο, και τα βόρεια ή νότια προάστια, γηγενών –με περγαμηνές ή άνευ- και επήλυδων,

Τα τσαρούχια


Στο Χωριό μας το Νεοχώρι Χαλκιδικής, όταν αναφέρεις τα τσαρούχια όλοι οι παλιοί θα φέρουν στο νου τους  τα γουρουνοτσάρουχα, τα καμωμένα από  το δέρμα του γουρουνιού, το οποίο απλώς το πασπάλιζαν με μπόλικο χοντρό αλάτι, το τέντωναν κατάλληλα βάζοντας ξύλα σταυρωτά και τόβαζαν κάπου ψηλά σε κανέναν πλοκό να   στεγνώσει, ψηλά γιατί  κινδύνευε από τα σκυλιά, που από τη συνεχή πείνα, έτρωγαν ακόμα και το πολυκαιρισμένο  και σκληρό πετσί από τα σαμάρια,  

Γλωσσικά


Περί τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, σε ένα μεικτό χωριό, όπου ζούσαν Σαρακατσάνοι και Μπαφραίοι, συνέβη το εξής περιστατικό που αντικατοπτρίζει τα βαθύτερα βιώματα ευρύτερων ομάδων και κοινωνιών .
Στην Κυριακάτικη λειτουργία, δυο γυναίκες, μια  Μπαφραία  και μια Σαρακατσάνα, πήγαν να μεταλάβουν  τα ατίθασα εγγόνια τους. Τα σκασμένα όμως  αντιδρούσαν και δεν ήθελαν να πάνε  προς το μέρος του παπά  ο οποίος περίμενε στην ωραία πύλη κρατώντας το δισκοπότηρο. Όταν μπόρεσαν και τα έφεραν μπροστά στον παπά, πρώτη η Μπαφραία γιαγιά  είπε στο εγγόνι της   « Κόρκμα  κουζάνιμ,  Άτς στόμαϊ  κουζάνιμ, παππούλη σένα τουρσού βερετζέκ» ( Μήφοβάσαι παιδί μου, άνοιξε το στόμα σου, ο παππούλης θα σού δώσει. . . τουρσί . . .) και  η διπλανή Σαρακατσάνα  απευθυνόμενη στο δικό της βλαστάρι είπε  « Άνοιξ’ πιδάκι μ’ τού στόμας. . .Δεν είνι λύκους η παπάς για να σι φάει. .  .»     
 Για  την αντιγραφή    και με χαιρετίσματα  σε όλους
                 Βαγγέλης        Μαυροδής   Ξάνθη 

Ο Παράξενος Μέρμηγκας


     (Πάσχουν τα μερμήγκια  από Αλτσχάιμερ;)
     Όταν  ακούς  να λένε   «τί κουβαλάει αυτός κλπ»,  φέρνεις στο μυαλό την εικόνα κάποιου  ο οποίος φορτωμένος με λίγα ή πολλά, με μικρό ή μεγάλο δέμα ή ξύλα, κουρασμένος κατευθύνεται κάπου και αν αυτό συμβαίνει στην πόλη, αποκλείεται να έχει στους ώμους του ξύλα, μια μπάλα τριφύλλι  ή  ένα  κλεμμένο. . . . . . κατσίκι,

Σκεδάννυμι


         Ή αλλιώς. . . .     Σκμώ και Σκμίζω . .  . . !!!
               (  Οι απορίες θα λυθούν στη συνέχεια. Περιμένετε και η υπομονή σας    θα  ανταμειφθεί.)  
- Και λοιπόν, εδώ δε χρειάζεται καμιά εισαγωγή, το θέμα είναι καθαρά γλωσσικό ή μάλλον γλωσσολογικό και μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι περισσότερο αναφέρεται στην επιστήμη της συγκριτικής γλωσσολογίας, αν και για το τελευταίο, δεν είμαστε και πάρα πολύ . . . σίγουροι,

Η Κληματίδα


 ( Γνωστή και με το όνομα Αγράμπελη )
 Στο ηλεκτρονικό περιοδικό «24 Γράμματα» και στην ενότητα Β3 της Ιστορίας διάβασα  προσεχτικά το άρθρο του κ. Μ.Ζ. Κοπιδάκη  και είδα εκεί τα όσα αναφέρει για  τα « απόρρητα» μέλη του ανθρώπου.   Βέβαια ίσως υπάρχουν ελάχιστα που μπορεί να προσθέσει κάποιος μη ειδικός σε μια μονογραφία ενός καθηγητή, ο οποίος  έχει τη δυνατότητα και τα μέσα να ανατρέξει στις πηγές, και έτσι, κάποιο «συμπλήρωμα» από τρίτους, θα πρέπει  να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή και απόλυτη βεβαιότητα.

Τ ο Λ ε ω φ ο ρ ε ί ο.

Αφορμή για  το σημείωμα πήρα από μερικά ταξίδια που έκανα τελευταία, είπα να πάω με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ τι να το κάνεις το ιδιωτικό αυτοκίνητο, πού να το πας και πού να το σταματήσεις,  στις μεγάλες πόλεις περίσσεψαν τα αυτοκίνητα, γέμισε ο τόπος, δε χωράει άλλα και όμως κάθε χρόνο οι αρμόδιες υπηρεσίες λένε ότι κυκλοφόρησαν τόσα καινούργια χωρίς να αποσυρθούν ισάριθμα παλιά, κόλαση οι δρόμοι των πόλεων, είπα λοιπόν να πάρω το λεωφορείο όπως και έγινε, και έκανα πολύ άνετα ταξίδια, μεγάλα τα λεωφορεία, σύγχρονα και καθαρά  χωρίς σταχτοθήκες και καπνιστές μέσα, και με οδηγούς καλούς επαγγελματίες, αυτό φαίνεται.

Ευχές


Εύχομαι Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά, στους απανταχού και όπου Γης Χαλκιδικιώτες, μεγαλόβαθμους και μεγαλόσχημους, χαμηλοσυνταξιούχους, φτωχομεσαίους και μικρομεσαίους, σε γαμπρούς και νύφες του τόπου μας, σε  συγχωριανούς και λοιπούς, των βορείων και νοτίων επαρχιών και προαστίων, σε όσους διαθέτουν οικόπεδα και εξοχικά στην όμορφη πατρίδα μας, σε όσους  κατά καιρούς την επισκέπτονται, σε όσους δοκίμασαν τη φιλοξενία μας και θα θυμούνται για πολύ την τιμή της χωριάτικής σαλάτας  μας, και τον αριθμό εφτά, όσες είναι οι ψητές σαρδέλες αραδιασμένες κυκλικά στο πιάτο, -και αραία αραία που λέμε για να φαίνονται πολλές-. 

Η Ε λ ι ά μας


Ο Παππούς μας ο Βαγγέλης, συνέχεια μας λέει παραμύθια. Ξέρει πολλά παραμύθια ο Παππούς, όχι σαν αυτά που διαβάζουμε στα βιβλία. Ο Παππούς τα παραμύθια που μας λέει τα φκιάχνει μόνος του και είναι πάρα πολύ ωραία, χαίρεσαι να τον ακούς κι’ όταν τα λέει αλλάζει έτσι τη φωνή του και με τα χέρια του κάνει κινήσεις, που νομίζεις ότι όσα λέει είναι αλήθεια και γίνονται τώρα, την ώρα που τα αφηγείται. Βάζει τα ζώα και τα πουλιά, ακόμα και τα δέντρα να μιλούν σαν να είναι άνθρωποι. Εγώ και η μεγαλύτερη  αδερφή μου δε χορταίνουμε να τον ακούμε κι’ εκείνος δε βαριέται καθόλου.

ΜΠΑΧΤΣΙΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

(Να μη στουν απουλύκου)
Τις παλιότερες εποχές σε όλη τη Χαλκιδική αφθονούσαν τα γιδοπρόβατα, είχε πάρα πολλά στο χωριό μας, ιδίως γίδια, είχε και πολλά γελάδια που έβοσκαν ελεύθερα στα βουνά κατά «Νταμπίζη» μεριά, είχε όμως και πολλούς λύκους οι οποίοι καταντούσαν πρόβλημα για τους κτηνοτρόφους και κάθε τόσο ακούγαμε στο χωριό ότι έφαγαν οι λύκοι τόσα γίδια, πρόβατα, η γελάδες και σπάνια κανένα μουλάρι ή γαϊδούρι.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Τα Φύλλα


Γύρω στις δέκα το πρωί, το λεωφορείο από τη Θεσσαλονίκη κατέφθανε στην πλατεία της Αρναίας, όπου έκανε μια στάση για λίγα λεπτά. Οι  περισσότεροι    επιβάτες κατέβαιναν, με πρώτους και βιαστικούς τους άντρες  κάποιας  ηλικίας  που ως γνωστόν σ’ αυτή την κάποια ηλικία των αντρών, αρχίζουν και εμφανίζονται μερικά συμπτώματα, άκρως ενοχλητικά και πολλές φορές επικίνδυνα ιδίως στα ταξίδια,  και ο νοών νοείτω. . . .

Οι Μπαχάμες.


Μάης, Κυριακή λίγο πριν από το μεσημέρι και το εστιατόριο εκεί στην πλατεία της Αρναίας με τα λίγα τραπέζια κάτω από τις ακακίες χωρίς κίνηση λόγω της ώρας, τα δυο τρία φαγητά σχεδόν έτοιμα στις κατσαρόλες και στο ταψί και το αφεντικό, ο Κυρ Γιάννης με την άσπρη πεντακάθαρη ποδιά με τη ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ανοιχτή , απολαμβάνει το δεύτερο  καφέ του,

Ο Βήχας.


                                       
          Ο καθένας μας λοιπόν έχει το δικό του βήχα, ένα βήχα που τον
χαρακτηρίζει και τον  ξεχωρίζει  από          τους   άλλους.                      Άλλος βήχει διακεκομμένα και  ψιλά, άλλος  παρατεταμένα  και  χοντρά, αλλιώς βήχουμε όταν είμαστε κρυωμένοι, διαφορετικά όταν θέλουμε να βγάλουμε  το  ψαράγκαθο  που  σκάλωσε στο λαιμό, κι’ αλλιώς  όταν μας ακροάζεται ο γιατρός και λέει  «βήξε». Αλλιώτικο βήχα έχουν  τα σκυλιά, άλλον οι γάτες και διαφορετικά  βήχουν τα μουλάρια,  τα πρόβατα  και οι γίδες.

Ο κυρ Μέντιος


                                   
Όλοι θα έχουμε ακούσει κάποτε το γάιδαρο να τον λένε Κυρ Μέντιο, έτσι το διαβάσαμε και στα σχολικά βιβλία, αλλά ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε από πού βγήκε αυτό το δεύτερο όνομα του γαιδάρου, το παρασούμι του μάλλον, αλλά  και κανείς δεν μπόρεσε να μας φωτίσει σε μια τέτοια και τόσο. . .βασική απορία.

Ο ι Κ α φ έ δ ε ς


                               
 Πριν από κάμποσα χρόνια στο χωριό μου το Νεοχώρι Χαλκιδικής την ημέρα της πανήγυρης του Αϊ Λιά, ο μπάρμπα Γιώργης  δεινός κυνηγός στα νιάτα του, ζωσμένος τα φυσεκλίκια και με το δίκαννο σταυρωτά στην πλάτη, διέσχισε την πλατεία πηγαίνοντας για . .  . κυνήγι. . !! Όσοι τον είδαν δε μίλησαν δεν τον σταμάτησε κανείς, ήξεραν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, άστον σου λέει, πήγε ο μπάρμπα Γιώργης και το απόγευμα λέει επέστρεψε στο σπίτι ήρεμος.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Η Θυσία

Λοιπόοοοοοον. . . μια φορά κι’ έναν καιρό στα παλιά τα χρόνια, δηλαδή όχι και πάρα πολύ παλιά, να, εκεί στη δεκαετία του ’50,     στο χωριό μας το Νεοχώρι Χαλκιδικής και στα γύρω χωριά, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα συνέβαιναν πράγματα και θαύματα τα οποία καρφώθηκαν στη μνήμη και δε λεν να φύγουν.

Η Απεργία

Καλημέρα σε όλους. Σε όσους μάς διαβάζουν και ευχαριστιούνται, σε όσους μάς βαριούνται, αλλά και σε όποιους άλλους  στάθηκαν . . . τυχεροί που μας ανακάλυψαν. . .(!! ) όψιμα . .  Η Καλημέρα λοιπόν,  σε όλους τους υπομονετικούς, και μάλλον κάπως περίεργους αναγνώστες, που διαβάζουν και παρακολουθούν γεγονότα και αναφορές σε εποχές που έχουν παρέλθει, αλλά αφού όσο «περνάει» η ηλικία, η μνήμη όλο προς τα  πίσω πηγαίνει, κι’ αυτό ισχύει ανά τους αιώνες, και μη βλέπετε που δεν  κατέγραφαν το φαινόμενο τότε, στα παλιά τα χρόνια.  Ήταν που ακόμα ...

Η Χήρα

Mια  σύντομη ιστορία, ευτράπελη  και γουστόζικη, με γλωσσικούς ιδιωματισμούς από τα χωριά της περιοχής γύρω από το Χολομώντα το  . . .Εθνικό βουνό της Χαλκιδικής, για να θυμηθούν κάτι οι παλιότεροι και να μάθουν (αν θέλουν) οι νεότεροι, αλλά προπάντων να  γελάσουν μερικοί ή τουλάχιστον να χαμογελάσουν, γιατί τα σύννεφα κάθισαν σκοτεινά πάνω απ’ τον τόπο μας και η μπόρα μάλλον έρχεται.  Αλλά παρά τις καθημερινές δυσκολίες, ο κόσμος σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης έχει ανάγκη από χαμόγελο.  Ελάτε λοιπόν να δούμε τι γίνεται παρακάτω, κι’ αν θέλετε κι’ άλλα παρόμοια, έχω πολλά, και λοιπόν. . . .

Η Νουρά π’ του Λύκου (παραμύθι)

Η  Νουρά  π’ του Λύκου (παραμύθι)

                         ( Η Ουρά του Λύκου)
Μια φουρά  κι’ ένα γκιρό στα παλιά τα χρόνια  ικεί σιαπάν  στου Χουλουμόdα(1)   ικεί στου θκο μας του ψλό του Βνο, ικεί, λίγου παρακάτ’ απ’  d’ γκουρφή   που γλιέπ’ς τ’ θάλασσα κι τουν Άθουνα αντίκρια στ’ Αγιόρους, στ’ ικείνου τού μέρους, ήταν κι’ είνι ακόμα ένα μκρο χουριό  που παλιά τόλιγαν  Λόκουβ’  κι’ έτσ’ τούξιρι η κόσμους, αμά  ύστιρα,  μιτά που ήρτι του Ιλλινικό, του είπαν αλλιώς, του βάφτσαν Ταξιάρχη, τόδουκαν τόνουμα π’ τουν Άγιου Ταξιάρχη που τουν έχ’ ν προυστάτ’ οι Λουκουβίτις είνι λίγου άγριους η Άγιους αλλά βουλ’κός κι δε bειράζ’ κανέναν   κι’ οι Λουκουβίτις τουν διάλιξαν bουρεί κι’ απού πουνηράδα, σι λιέει  μαχαίρα  βαστάει κι  κουdά στου Dρανό είνι, bουρεί να τουν χριαστεί  καμιά φουρά  του χουριό,

Η Χημεία.

Λοιπόν, Καλημέρα σε όλους. Έτσι μάθαμε από μικροί, πριν πούμε οτιδήποτε σωστό ή λάθος, μάθαμε να λέμε πρώτα Καλημέρα. Και όχι όπως τώρα, σε σταματάει κάποιος εποχούμενος στο δρόμο και ρωτάει κατευθείαν . . . «δε μού λες ..  .!! Από πού θα πάω για. . .» και ούτε Καλημέρα ούτε τίποτα, λες και θα του έπεφτε η μύτη αν χαιρετούσε.  . .
Έτσι λοιπόν, μετά την εισαγωγική Καλημέρα και την προετοιμασία μιας καλής διάθεσης για την ανάγνωση τού  γραπτού, αρχίζει η . .. ταλαιπωρία του αναγνώστηηηηηη . . . . !!!    
Και λοιπόν, όχι οτι σκοπεύαμε να γίνουμε χημικοί, αλλά όλα κι’ όλα,  το μάθημα της χημείας το διδαχθήκαμε  στις δύο τελευταίες τάξεις τού εξαταξίου Γυμνασίου,

Η Ουρά του Λύκου

Αφιερώνεται ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ στους απανταχού γηγενείς Ταξιαρχιώτες, με τις ευχαριστίες μας για τη σκωπτική διάθεση που μετέδωσαν στα χωριά μας εκεί στον κατήφορο γύρω από το Χολομώντα.
Αφιερώνεται και  στους γαμπρούς και στις νυφαριές τους, αφιερώνεται ακόμα και σε όσους αγάπησαν κατά κει και όσο για το πόσοι και ποιοι είναι ο καθένας το ξέρει μόνος του και μη σκαλίζουμε ύστερα από μισό αιώνα, αφιερώνεται  και σε όσους πέρασαν  ή ξαναπέρασαν από τα χώματά μας, με την προτροπή να ξαναπεράσουν, και, πέρα από τα κοψίδια και τα όσα γεύτηκαν αυτοί οι επισκέπτες στο Χολομώντα και στα γύρω χωριά, να σκύψουν και να ψάξουν περισσότερο στις συνήθειές μας και να προσέξουν τη γλώσσα μας.

Η Πλάνη.

Η Πλάνη λοιπόν και τι είναι, έχουμε εργαλείο που το λέμε Πλάνη, αλλά υπάρχει και η λέξη που εκφράζει μια αφηρημένη  έννοια αφηρημένη όσο κάθεται αυτή η λέξη μόνο στο. . .χαρτί, γιατί αν ενεργοποιηθεί, το αποτέλεσμά της θα είναι συνήθως « το πλάνεμα» κάποιου . . .αθώου κορασίου, έτσι λέμε όταν θέλουμε να πιέσουμε, κατά το κοινώς λεγόμενο, να τυλίξουμε το γαμπρό και όταν ακόμα το κοράσιον δεν ήτο και τόσον αθώο, τέλος πάντων γνωστά αυτά περί πλανέματος και ξεπλανέματος, -τώρα για το ποιος πλανεύει ποιον, φαίνεται. . .

Η Μασέλα

Αν κάποτε χρειαστεί και κριθεί απαραίτητο να δημοσιεύσει κάποιος το  βιογραφικό μου το οποίο  νομίζω ότι ούτε τώρα αλλά ούτε και στο μέλλον θα έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, θα πρέπει να γράψει κάπου ότι εργάσθηκα και στο Δασονομείο στο Ν. Μαρμαρά τής ιδιαίτερης πατρίδας μου Χαλκιδικής για κάποιο χρονικό διάστημα, στην αρχή της εργασιακής μου σχέσης με το δημόσιο, τότε  που το ραδιόφωνο μετέδιδε κάθε μέρα τη «μικρή πικρή μου αγάπη», την ώρα που μαγειρεύουν οι νοικοκυρές και στις  τρισήμισι με τέσσερες το απόγευμα, είχε την ειδική εκπομπή  που την παρακολουθούσε όποιος ήθελε να μάθει. . . Γαλλικά, (τα Γαλλικά από ραδιοφώνου παρακαλώ) και μαζί με όλα αυτά, οι τσιπούρες (θαλασσινές βέβαια και ελευθέρας. . . βοσκής  αλανιάρες), τις πουλούσαν  πέντε δραχμές το κιλό (0,014 Ευρώ), και στο εστιατόριο του Καλαμάρη στον Πολύγυρο, εκεί στον Πλάτανο, μια και δεν κυκλοφορούσαν ..  .χαρτοπετσέτες,  ο κάθε τακτικός πελάτης είχε τη δική του λινή πετσέτα, περασμένη σε ξύλινο κρίκο με το όνομά του γραμμένο  σε κολλημένο λευκοπλάστη και την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, από το Ν. Μαρμαρά, έφευγε ένα πράσινο λεωφορείο το πρωί για Θεσσαλονίκη και επέστρεφε το βράδυ, λίγος ο ξένος κόσμος, το καλοκαίρι το πολύ να υπήρχαν έξη εφτά οικογένειες  που παραθέριζαν στο χωριό και το μόνο που φαίνονταν να κινείται ήταν το καφενείο-ταβέρνα των αδερφών Παράσχου και Πέτρου,    και το καρνάγιο του μπάρμπα Θόδωρου εκεί πίσω που έγιναν τα μεγάλα ξενοδοχεία,  εκεί που στην εποχή που αναφέρομαι υπήρχε το νεκροταφείο τού χωριού,  και προς τη μεριά της θάλασσας στάσιμα νερά με βούρλα. Καλά όλα ως εδώ, αλλά αν το μεροκάματο που έπαιρνα τότε σε δραχμές, το μετατρέψω σήμερα σε Ευρώ, έρχεται ακριβώς  σε 0,127 του Ευρώ, κι’ όποιος κατάλαβε . . .
Άλλη εποχή και από ανάγκη ωραία (;), λίγος ο κόσμος, καθαρή η θάλασσα  και είπαμε , οι τουρίστες λιγοστοί, και σε αναλογία τρεις τέσσερες το πολύ ασπριδερές και μακρυφούστανες  «ξένες» κοπέλες  που συνεχώς τις είχε κάποιος «δικός » από κοντά . . .      



Στην ανατολική μεριά του χωριού εκεί στο ακατοίκητο μέρος υπήρχε  το Καρνάγιο, όπου ο μαστροΘόδωρος έφκιανε κάτι βάρκες μακριές και στενές, ολόκλειστες με δύο ανοίγματα περίπου στη μέση που έκλειναν με φαρδιά στρόγγυλα καπάκια, βάρκες περήφανες, με πλώρη και πρύμνη αρχαιοπρεπώς υπερυψωμένες, και  θυμούμαι που τον ρώτησα και μού απάντησε ότι τέτοια σκαριά είχαν στη μαύρη θάλασσα, γιατί  αντέχουν στις τρικυμίες, δε βουλιάζουν. Τον ήξερα το μαστροΘόδωρο, ήταν καλός τεχνίτης και τον βοήθησα αρκετές φορές να βρει στραβόξυλα για τη δουλειά του, στα δημόσια πευκοδάση της περιοχής, αλλά και στο διπλανό καλογερικό, παρόλο που ο παπαΝικόλας ο καλόγηρος γκρίνιαζε. Ο μαστροΘόδωρος ήθελε σώνει και καλά τα στραβόξυλα στο σκαρί να τα βάζει μονοκόμματα, όχι «ματισμένα», μεράκια αυτά, μαστόρευε ο άνθρωπος όλη μέρα, με τα εργαλεία που είχαν και οι αρχαίοι ναυπηγοί, αλλά η δουλειά του τέλεια όπως έλεγαν όσοι γνώριζαν από τέτοια και σάμπως πόσες βάρκες έφκιανε, και τέλος πάντων, η εποχή στην οποία αναφέρομαι πέρασε ανεπιστρεπτί και ο Ν. Μαρμαράς άλλαξε, έγινε  αγνώριστος, γέμισε κτίσματα και μαγαζιά, έγινε της μόδας, με ξενοδοχεία και όσα άλλα χρειάζεται και απαιτεί ο σύγχρονος τουρίστας που  τότε τον ονόμαζαν «παραθεριστή », αλλά αυτή η «αλλαγή» έφερε τα πάνω κάτω στο τοπίο  και στις συνήθειες, από την άλλη μεριά όμως, ανέβασε οικονομικά όσους είχαν την τόλμη και τη διορατικότητα να δουν και να προβλέψουν τις απαιτήσεις των καιρών.
Ο Ν. Μαρμαράς  χωριό προσφύγων, «φυτεύτηκε» ανάμεσα σε Μοναστηριακές εκτάσεις και τα γύρω δάση ανήκουν σε διάφορα  Μοναστήρια του Άθωνα, τα οποία έχουν το δικαίωμα της εκμετάλλευσής τους εκμισθώνοντάς τα σε ιδιώτες, αλλά για την υλοτομία και τον  τρόπο διαχείρισης  αρμόδια είναι η Δασική Υπηρεσία, η οποία επιβλέπει τη σωστή επέμβαση για τη λεγόμενη «απόληψη» των ποικίλων δασικών προϊόντων. Έτσι λοιπόν όταν τελείωσε η υλοτομία σε κάποιο Μοναστηριακό δάσος, δε θυμούμαι σε ποιο, αλλά δεν έχει και καμιά ιδιαίτερη σημασία αυτό, έπρεπε να γίνει η λεγόμενη τελική επιθεώρηση, να πούμε  δηλαδή  «εμείς» οι αρμόδιοι ότι τηρήθηκαν οι κανόνες της σωστής υλοτομίας και για να  γίνει αυτό έπρεπε να μεταβούμε επί τόπου, ο  Δασάρχης και ο γράφων το παρόν. . . βαρετό και μακρύ γραπτό, μαζί με τον έμπορο ο οποίος είχε νοικιάσει το δάσος από το Μοναστήρι. Η μετάβαση θα γινόταν με πλεούμενο, γιατί δρόμος «διά ξηράς» δεν υπήρχε, κανονίστηκαν όλα από την προηγούμενη μέρα και ο έμπορος «κατέλυσε» στο μοναδικό πανδοχείο της κυρίας Αναστασίας Λ., εκεί στο πρώτο λιμανάκι στον πίσω δρόμο. Πολύ πρωί λοιπόν μπήκαμε στο αγκυροβολημένο πλεούμενο όλοι και ο κάπταιν σήκωσε την άγκυρα και άρχισε να κάνει τις απαραίτητες μανούβρες για τον απόπλου. Το σκάφος μικρό μια σταλιά αλλά μας χωρούσε και τους τέσσερες, όρθιοι ήμασταν και πού να κάτσεις. Το  «σκάφος» που  είχε και  κουβούκλιο μόνο για τη μηχανή βέβαια, πήρε κατεύθυνση προς τα έξω, οπότε σε κάποια στιγμή φάνηκε η κυρία Αναστασία η ιδιοκτήτρια του μικρού πανδοχείου, φάνηκε να τρέχει προς τον «αιγιαλό» με το χέρι υψωμένο ανεμίζοντας μια πετσέτα που κρατούσε, κάτι είχε μέσα στην πετσέτα, έτρεχε φωνάζοντας έτσι αόριστα «σταθείτε, σταθείτε», και  ήταν ολοφάνερο ότι  απευθύνονταν σε μάς, που «ταξιδεύαμε» με το μικρό καΐκι. Ο καπετάνιος έκανε «κράτει» τη μηχανή και σιγά σιγά πλησίασε την ακτή και η ασθμαίνουσα κυρία Αναστασία είπε  κάπως δυνατά για να ακουστεί, « αυτός ο κύριος ξέχασε αυτά», και ξετυλίγοντας την πετσέτα, και κρατώντας την ανοιχτή με το  χέρι «προτεταμένο» προς το πέλαγος, πλησίασε κοντά, οπότε  και  φάνηκε το περιεχόμενο.  . .
Μια μασέλα κλειστή, να μάς κοιτάζει περίεργη, μια μασέλα με κουμπωμένα τα άνω και κάτω διαζώματα αλλά εκτός έδρας, περιμένοντας έτοιμα να . .  δουλέψουν μόλις θα έμπαιναν εκεί που έπρεπε. .  .
Ροζ η μασέλα στο χρώμα που έχουν τα ούλα,  και τα δόντια έρημα και ορφανά, παράταιρα εκτός γηπέδου, στραμμένα προς το πέλαγος να περιμένουν τον ιδιοκτήτη να λύσει το αίνιγμα . . . .
Οπότε ο εκ Θεσσαλονίκης « έμπορος» (από χωριό των Ζερβοχωρίων κατάγονταν ο άνθρωπος), με αστραπιαία κίνηση έφερε το χέρι στο στόμα και με προφορά που πρόδιδε έλλειψη των απαραίτητων «παραπέτων» στη στοματική κοιλότητα, φώναξε. «Θκέδμ’ είνι θκέδμ’ οι μαθέλιθ,   φέρτι θ’,. .  . αυτά παθαίνθ άμα διάδιθι . . . »
Γελάσαμε όλοι (σιγανά και αμήχανα. .  .), και ο ξεχασιάρης «ιδιοκτήτης» πήρε τα «εργαλεία» και γυρίζοντας ανάποδα προς το πέλαγος, με μια γρήγορη κίνηση «χλάτς» τα τοποθέτησε  «εντός» και  ξαναβρήκε την ικανότητά του στην σωστή προφορά όλων των συμφώνων, αν και τα φωνήεντα ιδίως το «α», τα πρόφερε αρκετά κλειστά, από φόβο μην πέσει το άνω «διάζωμα» και τρέχα να το βρεις στη θάλασσα. . . .
 Αλλά να, και πες πες,  το ένα φέρνει το άλλο, και θυμήθηκα την πρόταση κάποιας γιαγιάς στη διπλανή της και να μην λέμε ονόματα, μια πρόταση που έγινε όταν ξενυχτούσαν τον παππού, (μακριά πουδώ) κι’ αφού είπαν τι είπαν κι’ ήπιαν καφέδες και η νύχτα ατελείωτη σε τέτοιες περιπτώσεις, άρχισαν να συζητούν για διάφορα, και σε κάποια στιγμή είπε η «Χήρα» στην άλλη, και  μάλλον ρώτησε,
«Τι μαρ’ γίνκη μι τ’ μασιέλα τ’ Αργύρ’; Dbαράγκιλίτι; . .. »  Και απάντησε η σύζυγος του παππού Αργύρ’. .
 « Να δγιούμι τι θα κάνουμι, θέλ’ ένα σουρό παράδις κι . . .»  
Οπότε η το πρώτον λαλήσασα έκανε σοβαρά την πρόταση  ..  .
 « Γιατί μαρή δε bέρν’ς να τουν δώεισ’ τ’ μασιέλα τ’ μακαρίτ’ τ’ παππού μας; Ούτι που τ’ φόρισι . . ., τούν στένιβι κι’ όλας . . νάτην, ιδώια τ’ν έχου στου συρτάρ’. .  . .!!!.»
Αυτά και τέτοια τα γεγονότα λοιπόν παλιά και καινούργια, κι’  η κατάστασ’ δύσκουλην κι να δγιούμι πώς θα τα βουλιέψουμι . . .  
Το ολιγόωρο ταξίδι όμως είχε κι’ άλλα απρόοπτα, αλλά  για τα υπόλοιπα μια άλλη φορά, γεροί νάμαστε να τα πούμε.                 
 Και πάλι χαιρετισμούς  και εύχομαι σε όλους, «να τάχ’ν κί τα τριανταδυό γιρά . . .».   
                                                                Βαγγέλης Μαυροδής 

Η Καμινάδα

Όλοι βέβαια γνωρίζουμε το τζάκι. Παλιά όλα, μα όλα τα σπίτια διέθεταν τέτοιο, αργότερα βγήκαν οι σόμπες και οι πιο πρακτικές μασίνες και σε πολλά σπίτια γκρέμισαν κάποτε τα τζάκια γιατί τα θεώρησαν άχρηστα πια και τους εμπόδιζαν.
 -Όμως από το ταβάνι και πάνω οι καμινάδες έμειναν, είναι ενσωματωμένες στη στέγη και δεν γκρεμίζονται, αλλά και δεν εμποδίζουν και σε τίποτα, μόνο που κάποιος πρέπει να κλείσει από πάνω, έξω από τη στέγη την τρύπα που έβγαινε ο καπνός, για να μην μπαίνει η βροχή και λερώνει τον τοίχο με τη μαυρίλα που βγάζει η καπνιά συνέχεια.

Η Λ Α Τ Ε Ρ Ν Α

Να ευχηθούμε στους απανταχού αναγνώστες και. . .λαθραναγνώστες όχι για κάποια γιορτή ή επέτειο, αλλά να, οι ευχές πάντα είναι ευπρόσδεκτες ακόμα κι’ αν απευθύνονται σε κάποιον έτσι . . .αόριστα, ευχές είναι τέλος πάντων. . 
Να διασκεδάσουμε  πάμε όχι να προβληματισθούμε, μπορεί να μη γελούμε πάντα δυνατά με κάτι που βλέπουμε ή ακούμε, αρκεί να χαμογελούμε, κέρδος είναι κι’ αυτό για την ψυχική ισορροπία μας, οι κακόκεφοι και οι γκρινιάρηδες  συνήθως δε ζουν και πολλά χρόνια, αλλά κι’ αν περάσουν το φυσιολογικό όριο, πραγματικά ζουν μόνο όταν κοιμούνται, γιατί συνήθως στον ξύπνιο τους υποφέρουν, τους φταίνε όλα ή τα περισσότερα και  ποτέ δεν έχουν ένα καλό λόγο για κανέναν, η πρόοδος της κοινωνίας δεν οφείλει τίποτα σ’ αυτούς την κοινωνία την ωφελούν οι αισιόδοξοι και οι περίεργοι, σ’ αυτούς χρωστούμε την εξέλιξη των πάντων, τέλος πάντων όμως κάπως μακρά η εισαγωγή, είπαμε για διασκέδαση  ξεκινήσαμε και κοντεύει να το σοβαρέψουμε πάλι το θέμα, τέλος λοιπόν η φλυαρία και μπαίνουμε στο θέμα που είναι σχετικό με τη λατέρνα  ένα όργανο του μεσοπολέμου που σχεδόν ξεχάστηκε, μαζί με το γραμμόφωνο και την ωραία φυσαρμόνικα, το γραμμόφωνο βέβαια υπάρχει σε μερικά σπίτια αλλά δε βρίσκονται βελόνες για να παίξει, η φυσαρμόνικα πάει κι’ αυτή τα παιδιά δεν τη γνωρίζουν κι’ είναι τόσο γλυκιά κι’ όσο για τη  λατέρνα, κάπου κάπου τη βλέπουμε και την ακούμε μόνο στους δρόμους, ξυπνά τη νοσταλγία μέσα μας και μας πηγαίνει πίσω σε άλλες εποχές, τότε που οι αείμνηστοι Μίμης Φωτόπουλος
και Βασίλης Αυλωνίτης την έκαναν γνωστή στο πανελλήνιο με τις ασπρόμαυρες ταινίες τους στο σινεμά.

Η Μολόχα

Αυτό το ταπεινό,  όμορφο και ανθεκτικό λουλούδι που οι περισσότεροι το γνωρίζουμε και δεν είναι άλλο από το γεράνι όπως το ονομάζουν γενικά, αλλά εμείς εκεί στα χωριά μας στην ορεινή βορειοανατολική Χαλκιδική, επιμένουμε να την ονομάζουμε με το πρώτο. . .

Η Διαπόμπευση Των Μοιχών

Μία μάλλον  διασκεδαστική  ιστορία, με λεπτομερή, κατατοπιστική και ολίγον . . . μακροσκελή εισαγωγή, βασισμένη σε . .  .αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία αλλά και  στην προφορική παράδοση. Οπλιστείτε με υπομονή και θα δούμε. . .
Αρχή της ιστορίας λοιπόν,

Η άλλη Μαμά

Η ώρα  περίπου δέκα και ο ήλιος ψηλά, κόσμος περνάει,  ποικιλία αμφιέσεων  γλωσσών και χρωμάτων, μικροί και μεγαλύτεροι  όλοι κατευθύνονται προς τη θάλασσα, κι’ εμείς κάτω από την καρυδιά  με τα φλύαρα τζιτζίκια από πάνω μας που δε λεν να σταματήσουν. Οι περισσότεροι συζητούν  μεγαλόφωνα, τα πιτσιρίκια  τρέχουν γύρω από τούς μεγάλους και νά, κάποιου  μικρού τού  έφυγε η σαγιονάρα και  τρέχει να τη βρει πηδώντας στο ένα πόδι, περνούν σε παρέες και μεμονωμένοι, κεφάτοι οι περισσότεροι. Από πέρα φάνηκε να έρχεται ένα ζευγάρι, η κυρία φαίνεται λίγο παρακάτω από τα πρώτα  –άντα, -εκτός αν. . .-  με λουλουδιασμένο πλατύγυρο η κυρία και γυαλιά που καλύπτουν σχεδόν όλο το  πρόσωπο, ντυμένη σικ που λέμε για τη θάλασσα, σοβαρή κι’ αμίλητη με βλέμμα  χαμηλό, και παρουσία η οποία γενικά φανερώνει  απόσταση στα όρια τής ενόχλησης και της οργισμένης μοναξιάς, ένα κινούμενο και περιφερόμενο «θα σας δείξω εγώ. . .», προηγείται ελαφρώς τού κυρίου ο οποίος  μάλλον λίγο πιο κάτω  από τα πρώτα  -ήντα έπεται,  ασκεπής αυτός αλλά φορώντας σκούρα γυαλιά ηλίου από κείνα που ακολουθούν τις καμπύλες τού προσώπου,  ευσταλής ο κύριος με φανερή την αρχόμενη αποψίλωση  τού προσθίου τεταρτημορίου της κεφαλικής τριχοφυΐας  και εμφανέστερη μια «γραμμή» περιμετρικώς στα κοντοκουρεμένα μαλλιά,  σίγουρα   από τη διαρκή πίεση κάποιου υποχρεωτικού υπηρεσιακού «πηλικίου», ακολουθεί ο κύριος συνοδεύοντας διαγωνίως την κυρία, έχοντας στον ώμο του  μια μοδάτη ανοιχτή τσάντα σίγουρα με τα απαραίτητα αξεσουάρ για την παραλία, από την οποία εξέχει ένας παιδικός αναπνευστήρας. Η κυρία προηγείται πάντα  αμίλητη  και ο κύριος ακολουθεί  και κάθε τόσο ρίχνει μια ματιά προς τα πίσω, γιατί  πίσω τους και σε αρκετή απόσταση, έρχονται δύο μικρά αγόρια που περπατούν μαζί, κάτι λέει ο μεγάλος στο μικρό, αλλά είναι ακόμα πέρα και δεν ακούγονται, φαίνονται όμως, μικρά τα παιδιά γύρω στα δέκα ο μεγάλος κι’ ο μικρός περίπου έξι-εφτά, ο μικρός  έχει αγκαλιά  μια πολύχρωμη μπάλα  κι’ ο μεγαλύτερος με το δεξί χέρι τον κρατάει από τους ώμους προστατευτικά και τού μιλάει  σκύβοντας το κεφάλι προς το μέρος του, εκείνος  κάθε τόσο  με το αριστερό χεράκι σκουπίζει τα μάτια του,  κι’ ο μεγάλος  σκύβει ακόμα περισσότερο  και τού μιλά, όπως μόνο τα παιδιά ξέρουν να  μιλούν έτσι σιγανά αναβαθμίζοντας ασυναίσθητα το ρόλο τους, να μιλούν με τέτοια προφύλαξη κι’ ας  μην υπάρχει γύρω κανείς να τούς ακούσει, ο κύριος που προχωρεί, έριξε ακόμα μια ματιά προς τα πίσω  και με κάποια προσποιητή και απολογητική σοβαρότητα είπε για ν’ ακουστεί, «άντε Σπύρο, προχωρείτε τί κάνετε επί τέλους;» Η κυρία συνεχίζει  και η απόσταση σταθερή, δε δείχνει ενδιαφέρον η κυρία για τα παιδιά, ούτε ένα βλέμμα προς τα πίσω.  Πλησίασαν τα παιδιά ήρθαν κοντά, πέρασαν από δίπλα μας.  Όπως φάνηκαν από πέρα, αγκαλιασμένα. Κι’ ο μικρός πάλι τρίβει τα ματάκια του. Τώρα φαίνεται καθαρά. . . Είναι κλαμένος. Προχώρησαν  πιο γρήγορα προς  τούς μεγάλους  και ξεμακραίνοντας λίγο, κοντοστάθηκαν. Έσκυψε πάλι ο μεγαλύτερος  τον έσφιξε περισσότερο  το μικρό και τον τράβηξε επάνω του.. . . . «Πρέπει να καταλάβεις. . . Ακούς;  Πρέπει να το καταλάβεις. . . Αυτή  δεν είναι η δική μας η Μαμά.. . Σταμάτα τώρα . . . Μην κλαίς. . . .Η γιαγιά μάς περιμένει. . . Εκεί θα   πάμε πάλι . . . Ο παππούς είναι εκεί. . . » κι’ εξακολούθησε να τον κρατά τρυφερά  από τους ώμους με αυτήν τη χαρακτηριστική προστατευτική κίνηση, μια κίνηση που ταιριάζει συνήθως μόνο στους μεγαλύτερους, αλλά  που μερικοί  τυχεροί,  τη μαθαίνουν και τη συνηθίζουν από την τρυφερή τους ηλικία. . . . Προχώρησαν κι’ άλλο  τα παιδιά, απομακρύνθηκα και χάθηκαν στη στροφή. . . Αγκαλιασμένα. . . .
                      Βαγγέλης Μαυροδής   Σκάλα Ποταμιάς Θάσου,
                                        Κεκαυμένου Ιουλίου λήγοντος

Η Μαστίχα.

Το θέμα σήμερα είναι η γνωστή σε όλους μαστίχα. Μ’ αυτήν τα καταπιαστούμε, όχι ως ειδικοί, παρά μόνο με καλοπροαίρετες παρατηρήσεις και αρκετές. . . . μπηχτές ιδίως για το ωραίο φύλο το οποίο αν θέλει να είναι πραγματικά ωραίο, θα πρέπει να τηρεί ορισμένους κανόνες ευπρέπειας και συμπεριφοράς, χωρίς να υποστηρίζουμε ότι εμείς οι «ισχυροί» -τρομάρα μας- από την άλλη μεριά είμαστε καλύτεροι. . . , θα δούμε παρακάτω πώς έχουν τα πράγματα, υπομονή μόνο και διαβάστε με προσοχή.   Σκέφτηκα να  βάλω επικεφαλίδα  την τσίχλα, αλλά δε μ’ αρέσει η λέξη καθότι ξενόγλωσση  παρόλο που πολιτογραφήθηκε στη γλώσσα μας και πάει, μας έμεινε κι’ αυτή, αλλά και για ένα άλλο λόγο καθαρά φιλοζωικό θα έλεγα, γιατί σκέφτηκα ότι αυτή η συνωνυμία αδικεί την Τσίχλα, το  πουλί που γνωρίζουμε όσοι ακόμα δεν ξεκόψαμε τελείως από τη φύση και  δε μας αλλοτρίωσε τελείως η φραπεδιά και ο καναπές. Βέβαια, η ξενόφερτη λέξη  θα φανεί παρακάτω, αλλά ας μην τη βάλουμε στην επικεφαλίδα. Θα το παλέψουμε λοιπόν το θέμα και στο  τέλος ελπίζω να βγει και κάποιο δίδαγμα, ένα συμπέρασμα τέλος πάντων που μακάρι να φανεί χρήσιμο σε όσους  τύχει  να διαβάσουν τη συνέχεια.
-Η μαστίχα όπως είναι γνωστό κι’ αν δεν είναι να το μάθουμε τώρα, είναι το δάκρυ του μαστιχόδεντρου- του δέντρου που πληγώνουμε- . Το μαστιχόδεντρο είναι αειθαλές με μικρό μπόι και βρίσκεται  αυτοφυές   στη Χίο  κι’ εκεί όχι σε όλο το νησί, αλλά στο μισό. Οι Χιώτες δοκίμασαν λέει να φυτέψουν μαστιχόδεντρα  και στο άλλο μισό του νησιού, ακόμα και ξένοι τα φύτεψαν  σε άλλες χώρες, αλλά τα δέντρα έμειναν απλώς . . . καλλωπιστικά, και μαστίχα δε βγάζουν. Έτσι η μισή Χίος παραμένει ο  μοναδικός τόπος παραγωγής της μαστίχας σε όλο τον κόσμο.
-Επειδή λοιπόν από πολύ νωρίς φάνηκε η αξία της μαστίχας, κάποιος Σουλτάνος  κήρυξε τα μαστιχόδεντρα προστατευόμενο είδος  και παραχώρησε προνόμια στους Χιώτες, αφού το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής  το απορροφούσε το παλάτι για τις μασητικές ανάγκες του πολυπληθούς χαρεμιού, αλλά  και των συζύγων και παλλακίδων  των  αμέτρητων  αξιωματούχων της απέραντης αυτοκρατορίας. Μη έχοντας λοιπόν τι άλλο να κάνουν οι πολλές  νόμιμες  σύζυγοι και οι αμέτρητες σκλάβες και παλλακίδες και οι κάθε είδους και φυλής παρακοιμώμενες των επισήμων στο ντοβλέτι, μασούσαν τη μαστίχα νυχθημερόν  μια και η κολγκέιτ βρέθηκε πολύ αργότερα, ήταν μια καθημερινή συνήθεια και απασχόληση το μάσημα της μαστίχας, γι’ αυτό και η  μοναδική Χιώτικη  ήταν περιζήτητη και ά, σιγά σιγά από τα χαρέμια πέρασε και στα λαϊκά  στρώματα. Η μαστίχα εκτός από το μάσημα, χρησιμοποιείται και στην παρασκευή γλυκών, αλλά η χρήση της αυτή ενδιαφέρει κατ’ αποκλειστικότητα τους ζαχαροπλάστες, εμάς  μας ενδιαφέρει μόνο η χρήση της για μάσημα. Είναι σκληρή η Χιώτικη μαστίχα, αλλά μαλακώνει με το μάσημα, κι’ όταν πια  τη βαρεθούμε και την παρατήσουμε κάπου, ξανασκληραίνει  με φανερά τα αποτυπώματα των δοντιών επάνω της και « ελαφρώς κεχρωσμένη»  από τα υπόλοιπα της στοματικής κοιλότητας, κι’ όταν την ξαναθυμηθούμε, χλάπ τη βάζουμε στο στόμα να  συνεχίσουμε το…μαρκάλισμα, έκτός κι’ αν τη δει κάποιος αφημένη και με μορφασμό αηδίας την πετάξει από το παράθυρο για να την πατήσει κανένας περαστικός και να την κουβαλήσει στο χαλί ή στα σκαλοπάτια. Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η μαστίχα Χιώτικη ή άλλη, είναι αποκλειστικά ιδιωτικής χρήσης, γιατί είναι μάλλον αδιανόητο να τη δανείσουμε σε κάποιον άλλο, εκτός αν αυτός ο άλλος είναι  ο σύντροφος κι’ αυτό μόνο στις πρώτες δυο τρεις μέρες στο μήνα  του…. μέλιτος, αλλά  κι’ αυτό το λέω με μεγάλη επιφύλαξη. . .            
Ο κόσμος λοιπόν πορεύτηκε (βολεύτηκε) με τη μαστίχα της Χίου και ικανοποίησε τις μασητικές του ανάγκες  για πολλούς αιώνες, από την προ Ομήρου και προ …Τισσαφέρνη εποχή, μέχρι που  ήρθαν οι Αμερικάνοι στην Ευρώπη και μαζί με το σχέδιο Μάρσαλ, μας έφεραν και τις  τσίχλες στρογγυλές και πολύχρωμες στην αρχή, μακρόστενες σε πακετάκια αργότερα, με πρώτη ύλη  το αποχρωματισμένο και αρωματισμένο καουτσούκ, αυτό που χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια  στην κατασκευή  των ελαστικών για τα αυτοκίνητα και χρησιμοποιείται συνεχώς για τα εξαρτήματα του. . . οικογενειακού προγραμματισμού, -έτσι τα λέμε τώρα τα προφυλακτικά, με τέτοιες εκφράσεις πολιτισμένες. . .!!- 
-Βέβαια και σ’ αυτόν τον τομέα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι είχαν βρει πρωτότυπους τρόπους αντισύλληψης, αλλά γι’ αυτό μια άλλη φορά,   αρκεί να το θυμηθούμε, γιατί αν  το αναλύσουμε κι’ αυτό θα ξεστρατίσουμε από το κυρίως θέμα της μαστίχας και θα γκρινιάξουν μερικοί, έχουμε χρόνο μπροστά μας να πούμε και γι’ αυτό, αλλά θα το πούμε πάλι, αυτές οι….παρακάμψεις που υπεισέρχονται στην πορεία της ανάπτυξης ενός θέματος, είναι σαν το τζατζίκι ή την ταραμοσαλάτα που συνοδεύουν το κυρίως πιάτο και τρώγονται λίγο λίγο για να νοστιμίσει το φαγητό, και συνεχίζουμε μ’ αυτήν την τσίχλα που τη μάθαμε για τα καλά, μπήκε στη ζωή μας  εδώ και χρόνια, έγινε συνήθεια. Και ως συνήθεια δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι αξιοκατάκριτη εφόσον δεν ενοχλεί τους μη μασούντες, αλλά από τη στιγμή που γίνεται ενόχληση, τα πράγματα αλλάζουν. Κατ’ αρχάς (βασικά που λένε μερικοί και χλάτς χλουτς μασούν  την τσίχλα τους), αυτή η μαστίχα της επικεφαλίδας και η τσίχλα, προσφέρονται για  όλους, αλλά για μερικές ηλικίες και κατηγορίες ανθρώπων, αποκλείεται η χρήση και η απόλαυσή της. Δε δίνουμε στα μωρά τσίχλες γιατί  κινδυνεύουν να πνιγούν και δεν μπορούν να την απολαύσουν οι φέροντες τεχνητή οδοντοστοιχία, γιατί κολλάει πάνω στα ξένα δόντια και με το πρώτο μάσημα ξεφεύγει η μασέλα  και μια μασέλα εκτός….γηπέδου πασαλειμμένη μάλιστα με τσίχλα δεν είναι και το ωραιότερο ως θέαμα. Να, τώρα, το ένα φέρνει το άλλο και οι ανήκοντες στην παραπάνω κατηγορία, δεν μπορούν επίσης να απολαύσουν τα σύκα γενικώς ξερά και φρέσκα, τα κουλούρια με σουσάμι και άλλους καρπούς με μικρά σπόρια που χώνονται και πληγώνουν τα ούλα και όσο για το λουκούμι τώρα οι γνώμες των ειδικών διίστανται, άλλοι λένε ότι μπορούν να το φαν οι γέροι, άλλοι διαφωνούν, τέλος πάντων όμως υπάρχει εκείνο το καλαμπούρι με τη γριά που της πρότειναν λέει, να διαλέξει λέει ανάμεσα σ’ ένα λουκούμι και σε κάτι άλλο που δε γράφεται αλλά ευκόλως εννοείται, κι’ εκείνη απάντησε « Μ’ τι να του κάνου του λουκούμ’  πιδί μ’, σάματι έχου δόdια;» κλείνει κι’ αυτή η παρένθεση και ξαναμπαίνουμε στο θέμα. Είναι δικαίωμα του καθενός να μασάει περπατώντας  από τσίχλα μέχρι ότι θέλει, αρκεί να μη προσφέρει άσχημο θέαμα  και ιδίως να μη μας υποχρεώνει να κουβαλήσουμε αυτήν την τσίχλα στο  σπίτι μας ,αυτήν την τσίχλα που πέταξε αδιάντροπα στο δρόμο, γιατί ενώ γενικά μας ευχαριστεί να τη μασούμε, όταν τη βαρεθούμε  καταντάει πρόβλημα, δεν μπαίνει και στην τσέπη, και κοιτούμε να τη ξεφορτωθούμε φτύνοντάς την στο δρόμο, ή κολλώντας την στο παγκάκι  του Δήμου, στο κάθισμα της πλατείας ή στο κάτω μέρος του τραπεζιού εκεί που  καθόμαστε και απολαμβάνουμε τον καφέ μας με τη συντροφιά φίλων και γνωστών  ντυμένοι  με τα καλά μας και φορώντας μπόλικη αξιοπρέπεια που δεν επιτρέπουμε σε κανένα να την αμφισβητήσει. Αυτή την κίνηση όμως  που  βαθμολογικά μας κατατάσσει  στα μάτια των άλλων πολύ χαμηλά, δεν την κάνουμε στο σπίτι μας , δεν πετάμε την τσίχλα στο πάτωμα, ούτε την κολλάμε στο περβάζι και στο μπαλκόνι, γιατί αυτά είναι δικά μας και θα τα καθαρίσουμε εμείς, εμάς θα ενοχλήσουν…… Είναι και ζήτημα αγωγής όμως κι’ από κει ξεκινούν όλα, τους καλούς τρόπους τους μαθαίνουμε από την παιδική ηλικία  κι’ όταν βλέπουμε τη μαμά να πετάει τη σακούλα   στο δρόμο ή να φτύνει την τσίχλα της στη μέση της πλατείας, δεν μπορεί, θα κάνουμε κι’ εμείς το ίδιο, αφού το μάθημα που πήραμε αυτό μας δίδαξε και πάει, δε διορθώνεται. . . Έχουν γεμίσει τα πεζοδρόμια και οι πλατείες από μασημένες πατημένες τσίχλες διαφόρων αποχρώσεων που για όλους είναι ένα αηδιαστικό θέαμα, μια απαράδεκτη κατάσταση που δε λέει να διορθωθεί, γιατί, είπαμε, λείπει η αγωγή, λείπουν οι καλοί τρόποι, οι οποίοι καλοί τρόποι δεν είναι επακόλουθο ούτε της υψηλής βαθμολογίας στο σχολείο, ούτε του υψηλού εισοδήματος, αλλά  το αποτέλεσμα  της σωστής αγωγής. Το κακό έχει παραγίνει και διαβάζω ότι ο Δήμαρχος της Σιγκαπούρης, απαγόρεψε λέει το μάσημα της τσίχλας σε δημόσιους χώρους, γιατί λέει, ξοδεύει πολλά εκατομμύρια για να καθαρίσει τους δρόμους και τις πλατείες από το σιχαμερό θέαμα που παρουσιάζουν  λέει…. Τώρα τι την κάνουν την τσίχλα οι λαθρομασούντες Σιγκαπουριανοί όταν πλησιάζει ο αρμόδιος τσιχλοελεγκτής (άκου ειδικότητα. . .!!) δεν αναφέρει το δημοσίευμα, αλλά  υποθέτω ότι την καταπίνουν στα γρήγορα  και εξέρχεται έτσι δια της φυσικής οδού. . .
-Τέλος πάντων όμως όπως και να το πούμε, είναι αηδιαστικό αυτό που συμβαίνει και θα πρέπει να συμμαζευτούμε γιατί  δεν είναι σωστό και πρέπον να ξοδεύονται τεράστια ποσά για την αναβάθμιση του περιβάλλοντος στις πόλεις μας  και να βλέπουμε  δρόμους  και δημόσιους χώρους στρωμένους με πατημένες τσίχλες που  το καλοκαίρι ιδίως λιώνουν με τη ζέστη  κι’ άμα τις πατήσουμε κρέμονται στα παπούτσια μας και μας ακολουθούν κι΄αυτό, εξαιτίας του ανάγωγου για να μη χρησιμοποιήσω βαρύτερο χαρακτηρισμό,που σκέφτεται, τι με νοιάζει δικιά μου είναι η πλατεία, ή που μάλλον δε σκέφτεται καθόλου. Αν όμως ανατρέξουμε στους κανόνες καλής συμπεριφοράς και ανατροφής στους κανόνες των λεπτών και ευγενικών τρόπων όπως τους εννοούμε οι περισσότεροι, δε νομίζετε ότι και μόνο το μάσημα της τσίχλας στο δρόμο ή σε δημόσιο χώρο, δείχνει  έλλειψη και λεπτότητας και απουσία σωστής αγωγής, δείχνει ότι δεν ταιριάζει μ’ αυτό το κλασσικό «πρέπει» που η κάθε γενιά προσπαθεί ν’ αφήσει στην άλλη; Αισθανόμαστε άνετα  όταν μας συναντήσει φίλος ή γνωστός  κι’ εμείς μασούμε τσίχλα;  Στο χαιρετισμό του γνωστού  στο δρόμο, γιατί προσπαθούμε  να  μιλήσουμε χωρίς να φανεί ότι κάτι έχουμε στο στόμα μας; Δε δείχνει ενοχή αυτό; Ποιος θα πει στις κυρίες και στους κυρίους ότι μέσα στην εκκλησία και μάλιστα κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας ή μίας  τελετής δε μασούμε τσίχλα; Ότι στη διάρκεια του μαθήματος μέσα στην τάξη του σχολείου, την αποχή από το μάσημα της τσίχλας την εφαρμόζουν  πρώτοι οι διδάσκοντες; Ακόμα και αρχηγός κόμματος συνελήφθη από την κάμερα εκτός βουλής, να μασάει τσίχλα σε τόπο στον οποίο βρισκόταν η ηγεσία όλων των εξουσιών της χώρας.. . 
Σκεφθήκαμε ποτέ ότι υποτιμούμε και προσβάλλουμε την προσωπικότητα του απέναντί μας μιλώντας του ή απλώς βλέποντάς τον μασώντας την τσίχλα μας; Θα μιλούσαμε στον προϊστάμενό μας μασώντας τσίχλα; Τότε  γιατί το κάνουμε όταν  εξυπηρετούμε κάποιον ή σε τράπεζα εργαζόμαστε, σε δημόσια υπηρεσία ή στο ταμείο του  σουπερμάρκετ, ως σερβιτόροι, δάσκαλοι ή γιατροί; Αμ εκείνο το μάσημα της τσίχλας από μερικές κυρίες έτυχε να το δείτε ποτέ; Οι κυρίες λοιπόν, για να μη φύγει το κραγιόν  και πάρει τον κατήφορο ένθεν και ένθεν των χειλέων και δείξει ως έγχρωμος κινέζικος μύσταξ, μασούν φροντίζοντας να μην ακουμπούν τα χείλη τους, ή, για να μην παρουσιάζουν άσχημο θέαμα μασώντας με ανοιχτό στόμα, το κάνουν  μόνο με τα μπροστινά δόντια, που κι’ αυτό δεν είναι ότι καλύτερο να το βλέπεις και κάποιος θα πρέπει να  μιλήσει, αλλά ποιος; Αν τύχει και διαβάσουν  όλα αυτά, ίσως κάτι να γίνει, αλλιώς. .
-Έτυχε λοιπόν ένα βράδυ να βγούμε για φαγητό και όλα καλά, μέχρι που απέναντί μας  στρώθηκε μια παρέα τριών γνωστών μας ζευγαριών με κυρίες καλοντυμένες και με κείνον τον αέρα του νεόπλουτου  μικρομεσαίου, του  20%  όπως τους λέμε αυτούς που κλέβουν τον ΦΠΑ μη κόβοντας αποδείξεις, κι’ είναι τραγικό να σκεφτείς ότι πληρώνοντας ας  πούμε  εκατό Ευρω  σ’ ένα μαγαζί που δεν δίνει απόδειξη , αυτομάτως στο νόμιμο κέρδος του προσθέτει (κλέβει) κι’ άλλα είκοσι Ευρώ,  όσος είναι ο έρημος ο ΦΠΑ που δεν καταβάλλει,  (κλείνει η παρένθεση). Οι κυρίες λοιπόν, μόλις θρονιάστηκαν στις πλαστική καρέκλες, έριξαν και μια ματιά κυκλικά για να δουν αν οι υπόλοιποι  πελάτες είναι της . . . τάξης τους και  το περιβάλλον είναι κατάλληλο και αντάξιο της ιδέας που έχουν για τον εαυτό τους. Και λέω « θρονιάστηκαν» γιατί το εκτόπισμά τους συνήθως είναι ανάλογο του νεοπλουτισμού τους και φαίνεται καθαρά η ανακούφισή τους μόλις βολευτούν γιατί το υπέρβαρο  μεταβιβάζεται από τα πόδια τους στην πλαστική καρέκλα. Στήθηκαν οι κυρίες, ως συνήθως  με θέα προς όλο το μαγαζί μασώντας τις τσίχλες τους με τον τρόπο που είπαμε, χωρίς ν’ ακουμπούν τα χείλια τους  και  συγχρόνως άναψαν και τσιγάρο από κείνα τα λιανά και μακριά τσιγάρα  τα καμωμένα ειδικά για δεσποινίδες και κυρίες του καλού(;) κόσμου, γύρω στα  σαράντα οι κυρίες να εκτοξεύουν τον καπνό προς το ταβάνι τεντώνοντας λοξά και με μαεστρία το κάτω χείλος προς τα έξω. Ήρθαν τα τζατζίκια και τα υπόλοιπα και τότε συνέβη το αναπάντεχο. Έσβησαν  τα τσιγαρίλος οι κυρίες και κόλλησαν την τσίχλα τους στο πιάτο  και μετά το φαγητό, οι  ίδιες καθωσπρέπει( ; )  κυρίες ξαναπήραν τις μασημένες τσίχλες και τις μασούσαν καπνίζοντας, και μετά εμείς φύγαμε, αλλά οι τσιχλομασούσες  και  φουγαρηδόν καπνίζουσες κυρίες μετά των συνοδών  τους έμειναν εκεί συνεχίζοντας την παράδοση μαθημάτων καλής συμπεριφοράς  και  ευπρέπειας στους εναπομείναντες πελάτες  και μετά, δεν έχει μετά, μένει μόνο να πεις και τι να πεις. . .δεν έχεις τίποτα να πεις, παρά μόνο να σκεφτείς περίλυπος ότι  είναι μερικά πράγματα που δε χωνεύονται με τίποτα, που δεν μπορεί να τα κρύψει το ακριβό μοδάτο ρούχο, και το πανάκριβο αυτοκίνητο, «επειδής» και γενικά, η υποδομή  είναι «πτωχή».
-Αλλά  για να τελειώνουμε κάποτε, τσίχλες δε μασούν μόνο στο δρόμο, μασούν και στη  διάρκεια θεατρικών παραστάσεων και σε κάθε είδους  καλλιτεχνικές εκδηλώσεις μηδέ των συναυλιών της . .  καμεράτας εξαιρουμένων  που σ’ αυτές, υποτίθεται ότι το ακροατήριο είναι περισσότερο  καλλιεργημένο και για να σας φύγει η απορία, ρωτήστε τις καθαρίστριες  των χώρων  αυτών να σας πουν πόσες τσίχλες  ξεκολλούν μετά από κάθε παράσταση. . . .!!!
-Κι’ εδώ, θα παρακαλούσα ιδίως τις κυρίες, να σταθούν μπροστά στον καθρέφτη μασώντας την τσίχλα τους, χωρίς την παρουσία άλλου προσώπου και μάλιστα να προσπαθήσουν να μιλήσουν μασώντας. Είμαι σίγουρος ότι το θέαμα θα τις συνεφέρει, εκτός και αν η περίπτωσή τους είναι πλέον . . .  ανίατη και η κατάστασή τους μη αναστρέψιμη. . . .οπότε. . . κουνάς την κεφαλήν περίλυπος και δε λες τίποτα. . . .αλά η προσωπική μου άποψη,  είναι ότι, οι πραγματικές ΚΥΡΙΕΣ, δε μασούν τσίχλα ούτε στο δρόμο, ούτε στη δουλειά.
Αυτά και κάθε αντίθετη άποψη συζητήσιμη, αλλά η συζήτηση χωρίς τσίχλα. . . .Και πάλι χαιρετίσματα, αλλά μόνο σε όσους συμφωνούν με τα παραπάνω.  . .στους άλλους, αφού καταπιούν την τσίχλα τους. . .
                                                    Με αγάπη ,Βαγγέλης Μαυροδής
Και η ηλεκτρονική διεύθυνση, vagelis_mavrodis@yahoo.gr



















































































  











  











 
















Η Σβούρα ( Το Φουρφούρι)

Μια Ιστορία, ένα  Παραμύθι, μια Εποχή.

Όταν κάθεσαι να γράψεις κάτι για περασμένες εποχές, για πράγματα που ξεχάστηκαν γιατί η ζωή τρέχει και τα προσπέρασε, για πρόσωπα που είναι μιας κάποιας ηλικίας ή δεν υπάρχουν πια, χρειάζεται να γυρίσεις πίσω αρκετά χρόνια και να θυμηθείς λεπτομέρειες τέτοιες, που να μπορούν να δώσουν όσο γίνεται ακριβέστερα τη ζωντανή εικόνα μιας γενιάς και μιας εποχής. Και όλες οι γενιές σημάδεψαν την κοινωνική ζωή του χωριού και συγχρόνως σημαδεύτηκαν απ’ αυτή  και από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν κάθε φορά. Όλοι, άλλος λίγο άλλος περισσότερο πρόσθεταν και κάτι  κι’ έτσι συνεχίστηκε και συνεχίζεται η ζωή στον τόπο μας, στο Νεοχώρι Χαλκιδικής της επαρχίας Αρναίας εδώ και χίλια τόσα χρόνια. Εδώ κυλά και περνάει η ζωή μας, τον τόπο αυτόν γνωρίσαμε, τον αγαπήσαμε, τον πονέσαμε, είναι ο δικός μας τόπος. Και όταν πολλές φορές υποχρεωτικά τον εγκαταλείπουμε  και ζούμε αλλού γιατί οι συνθήκες άλλαξαν και η ζωή δυσκόλεψε, ο νους γυρίζει και περιπλανιέται στο  χωριό και στα σοκάκια του, εκεί που άμαθοι ακόμα, πρωτοτραγουδήσαμε τους καημούς της πρώτης μας αγάπης, γυρίζει ο νους παντού   και σταματάει σε πρόσωπα που  δεθήκαμε μαζί τους γιατί μεγαλώσαμε ανάμεσα τους, σε πρόσωπα αγαπημένα, σε ανθρώπους αγαπημένους και σεβαστούς, που μας  προστάτεψαν και μας οδήγησαν στο δρόμο που έκριναν σωστό, και, αρχή της ιστορίας και συνέχεια του παραμυθιού και ήταν που λέτε μια φορά κι’ έναν καιρό κι’ όταν λέμε έναν καιρό μην πάει ο νους σας σε πολύ παλιά χρόνια, να. . περίπου πέρασαν από τότε  εξήντα χρόνια, δεν είναι και . . . πολλά είναι όμως μια ζωή ολόκληρη, κι’ όλο λέμε όταν συζητούμε για τα παλιά, « σαν χτες ήταν που. . .  .» και εννοούμε  πριν από 30,και 40 χρόνια, δεν ήταν όμως καθόλου σαν χτες, ήταν πριν από τόσα ακριβώς χρόνια  και το πότε μεγαλώναμε από τη μια μέρα στην άλλη  το ήξεραν και το καταλάβαιναν οι γονείς μας  που έβλεπαν να μας στενεύουν τα παπούτσια και να μη μας χωρούν τα ρούχα κι’ όλα  αυτά κόστιζαν κι’ άκουγες να λένε συχνά, «τράνιψι, γίνκι κουτζιάμ’ παλκαρούδ’ δε dουν χουρούν τα ρούχα τ’» και από τη μια μεριά καμάρωναν που μεγαλώναμε, αλλά βάραινε πολύ που θέλαμε καινούργια ρούχα  και παπούτσια, κι’ όλο το πήγαιναν παραπίσω για το Πάσχα ή για το Παναϊρι, τώρα θα μου πείτε ότι οι μικρότεροι φορούσαν των μεγαλυτέρων, αλλά κι’ εκείνα κάποτε πάλιωναν και τρυπούσαν και στο τέλος τα ρούχα ήταν μόνο για «γιουμίδια»(1)  στις μαξιλάρες. Συνεχίζουμε λοιπόν και υπομονή, η ιστορία είναι μεγάλη, θ’ αργήσει να τελειώσει, στρωθείτε αναπαυτικά για να την απολαύσετε, και άντε ν’ αρχίσουμε, να γυρίσουμε πίσω το χρόνο και να πάμε εκεί, λίγο παρακάτω από την πλατεία του χωριού μας, την «απουλιάνα» όπως τη λέγαμε, εκεί προς του Βενετσανάκη το καφενείο δίπλα στο λάκκο -έτσι  λέγαμε το κεντρικό. . . ποτάμι τού χωριού που ακόμα ήταν ξεσκέπαστο-, Φθινόπωρο και μεσημέρι Κυριακής, ήσυχα όλα, εκεί ήταν μια παρέα, ήταν πολλοί, συνομήλικοι δυο χρόνια πάνω ή κάτω όλοι, ήταν ο Τάκης ο Σαμολαδάς που από δω και πέρα  με το Φουρφούρι του θα είναι ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας μας, ο Αντώνης ο Ψυχούλας, κι’ ο αδερφός του ο Μιχάλης, ο Γιάννης ο Μιχαλούδας, ο Μπαντέλας ο Άνθιμος, ο Γιώργος Κακλαμάνος, ο Βασίλης ο Κίκας,ο  Νίκος Κακλαμάνος, ο Φάνης ο Διαμαντούδης, ο Κλέαρχος ο Νάνος, ο Αλέξης ο Συρόπουλος, ο Θόδωρος ο Καραχρήστος, ο Γιώργος ο Γκέκας, ο Αρχιμήδης ο Κούτμας και ο Μήτσιος Παπαποστόλου, ο Χασάπης ο Νίκος,  ο Μαντώρας ο Νίκος, ο Φράγκος ο Γιώργος  μαζί με το Δημητράκη το Γκατζιώνη  και τον Τσέλιο τον Αργυρό, που αυτοί οι τέσσερις αν και από άλλη γειτονιά, «Καραουλίσιοι» αυτοί, βρέθηκαν μαζί με τους άλλους να παρακολουθούν το παιγνίδι  ήταν ακόμα ο Δημοσθένης ο Δαβίλας που τόσκασε από το μπακάλικο  του πατέρα του για να ξεδώσει κι αυτός, από δίπλα  ο Γρηγόρης Καραβασίλης με το Γιωργάκη Κακλαμάνο και το Γιάννη το Βαλμά, γείτονες αυτοί και φίλοι, ο Δεσποινούδης ο Γιώργος κι’ ο Διονύσης Παυλάτος, ήταν κι’ άλλοι  στην ίδια περίπου  ηλικία  με τον Τάκη το  Σαμολαδά, ο κύκλος μεγάλος πέρασαν χρόνια από τότε, στο βίντεο τής μνήμης η εικόνα ξεθώριασε , ήταν και σκυμμένοι  γύρω από τον Τάκη και δεν καλοφαίνονται όλοι, τον παρακολουθούσαν που σήκωσε τη χειροποίητη σβούρα του, (Φουρφούρι το λέμε στο χωριό),τη σήκωσε και με απανωτές  καμτσικιές την έκανε να γυρίζει τρελά, κι’ όλος ο κόσμος  για τον ίδιο και για όσους παρακολουθούσαν ήταν εκεί, στη σβούρα που γύριζε, γύριζε και άλλαζε θέσεις μια από δω και μια από κει ανάλογα με το χτύπημα και μαζί μετακινούνταν και ο κύκλος της παρέας κι’ ανάμεσα στους μεγάλους τρυπώναμε κι’ εμείς οι μικρότεροι, να δούμε τη  σβούρα να γυρίζει, γύριζε η σβούρα , τρεμόπαιζε, το καμτσίκι έτοιμο την έφερνε πάλι σε ισορροπία, με τα βλέμματα όλα επάνω του ο Τάκης, ζώντας τη μεγάλη στιγμή της  πρωτιάς στο παιγνίδι και της γενικής παραδοχής, ξαναμμένος και μετέωρος πάνω απ’ όλους, γι’ αυτόν τη στιγμή εκείνη δεν υπήρχε άλλο, δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από τη σβούρα που γύριζε, γύριζε η σβούρα γύριζε μαζί κι’ ο κόσμος, ούτε είχε μάτια ο Τάκης για τους γύρω, φρόντιζε μόνο με μικρά χτυπήματα να κρατά τη σβούρα σε ισορροπία, κάποια στιγμή η σβούρα τρεμούλιασε να γείρει, «βάρα ρε. .  .» λύγισε ο Τάκης το αριστερό πόδι όσο χρειάζεται, τέντωσε το δεξί προς τα πίσω και παίρνοντας στάση δισκοβόλου, έτσι μισοσκυμένος, χτύπησε δυνατά με το καμτσίκι, αλλά, θέλεις η φόρτιση της στιγμής, θέλεις η μεγάλη σιγουριά του, ίσως νάφταιξε και η ζαλάδα από τόσες φωνές γύρω του, δε  ζύγιασε καλά το χτύπημα, έβαλε παραπανίσια δύναμη κι’ εκεί έγινε το κακό, έφερε η σβούρα μια στροφή στο χώμα, έπεσε, και με τη φόρα που είχε σύρθηκε  για λίγο και πλάτς έπεσε στον κατεβασμένο λάκκο μέσα στα ορμητικά νερά, δίπλα στο σπίτι του Κακλαμάνου λίγο πιο πάνω από την ξύλινη γέφυρα κοντά στο σχολείο. Σταμάτησε το παιγνίδι κοιτάχτηκαν όλοι αμήχανα και στράφηκαν προς το λάκκο που έπεσε η σβούρα  και σιωπηλοί την έβλεπαν να παρασέρνεται από το νερό και  να απομακρύνεται προς τα κάτω. Ο Τάκης ο Σαμολαδάς και μερικοί ακόμα έτρεξαν δίπλα στο ποτάμι προς του Παρναβέλα το σπίτι, την παρακολούθησαν για λίγο, το νερό πολύ, και ορμητικό, η σβούρα χάθηκε, η παρέα σκόρπισε, άρχισε να βρέχει, ο Τάκης σκεφτικός, κίνησε για το σπίτι παρέα με το Θόδωρο, που τον παρηγόρησε με σιγανή φωνή αμήχανος κι΄αυτός, «δε bειράζ’ ρε, θα φκιάεισ’ άλλην» .
Πέφτοντας η σβούρα στο νερό τάχασε. Τέτοιο πράγμα πρώτη φορά έβλεπε, συμφορά σκέτη. Όταν ήταν νεαρό σκλήθρο(2) πριν γίνει σβούρα από τα επιδέξια χέρια του Τάκη, εκεί στην άκρη στού Μαντώρα το βίραγγα(3) που φύτρωνε, έβλεπε το νερό να περνάει από κάτω άλλοτε θολό κι’ άλλοτε καθαρό  και το διασκέδαζε, τρόμαζε βέβαια  και λίγο, αλλά είχε δίπλα άλλα μεγαλύτερα σκλήθρα και δε φοβόταν. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Την παράσερνε το θολό νερό και την πήγαινε μια από δω και μια από κει, χτυπούσε πάνω στις πέτρες, τρόμαξε και τι μπορούσε να κάνει, αφέθηκε στη μοίρα της. Πέρασε μπροστά από του γιατρού το σπίτι και πιο κάτω άρχισε να πηγαίνει σιγότερα, το μέρος ήταν ίσιο και το  νερό άπλωνε και σιγά σιγά έφτασε στον τρανό το λάκκο στο κεντρικό ποτάμι του χωριού. Εκεί τα πράγματα δυσκόλεψαν το νερό περισσότερο και πιο ορμητικό, την έφερε μερικές φορές γύρω γύρω μαζί με χόρτα, φύλλα και διάφορα ξύλα που έρχονταν κι’ αυτά ποιος ξέρει από πού, και άρχισε να την παρασέρνει μαζί τους  προς την κατεύθυνσή του προς τα εκεί που πήγαινε. Η σβούρα αφού κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει κι’ αλλιώς το πήρε απόφαση κι’ άρχισε να περιεργάζεται τα μέρη απ’ όπου περνούσε και τα άλλα πράγματα, που μαζί τους υποχρεωτικά ταξίδευε. Πέρασε από το ξύλινο γεφύρι, το κάτω το γεφύρι που λένε στο χωριό, εκείνο που συνδέει το χωριό με τον Αι Λιά, παρακάτω έφερε μια βόλτα στού Συρόπουλου το βίραγγα, πέρασε δίπλα από το νερόμυλο του  Καραντώνα, έφτασε στον παλιόμυλο και μπήκε σε ξένο έδαφος, σε ξένη επικράτεια, στην περιοχή του διπλανού χωριού, στο Παλαιοχώρι. Άρχισε να συνηθίζει μέσα στα θολά νερά κι’ όταν έφτασε να βγει απ’ το χωριό, πάνω στην ξύλινη γέφυρα είδε  πολλά πιτσιρίκια με μια αγκαλιά πέτρες, να πετροβολούν ότι περνούσε από κάτω, κακιά συνήθεια κι’ αυτή, έφαγε μια πετριά, βούλιαξε για λίγο, ξαναβγήκε στην επιφάνεια και συνέχισε  το υποχρεωτικό ταξίδι. Από κει και κάτω      το ποτάμι  καθόλου δεν έμοιαζε με το λάκκο όπως το έλεγαν στο χωριό, περνούσε μέσα από στενά περάσματα, έγινε πολύ ορμητικό, το νερό, πάρα πολύ, μέχρι που έφτασε στη Σμίξη κοντά στην Πλανά, εκεί συναντιούνται όλα τα κατεβασμένα ποτάμια, γίνονταν χαλασμός. Τα νερά άφριζαν και στροβιλίζονταν μαζί με ξύλα και πέτρες, είδε κι’ έπαθε η σβούρα, φοβήθηκε πραγματικά, νόμισε ότι έφτασε η συντέλεια του κόσμου, χτύπησε από δω κι’ από κει, βούλιαξε ξαναβούλιαξε και πήρε πάλι το δρόμο στον κατήφορο. Έφτασε  στην Ορμύλια, ο τόπος άλλαξε, το νερό πήγαινε πιο αργά ηρέμησε η σβούρα και τότε  είδε και ούτε που κατάλαβε πόση ώρα πέρασε, είδε ότι ταξίδευε μαζί με ένα πράγμα,  ποιος ξέρει από πότε πήγαιναν   μαζί, είδε δίπλα της  κάτι που πρώτη φορά έβλεπε, ήταν ένα αλλόκοτο πράγμα γυρισμένο ανάσκελα, της κίνησε το ενδιαφέρον κι’ άρχισε να το περιεργάζεται. Είχε γύρω  στη ράχη του  ένα άχρωμο τομάρι σκισμένο κι’ από μέσα κάτι σαν ύφασμα χοντρό και σκούρο τρύπιο κι’ αυτό, που από τις μεγάλες τρύπες έβγαινε  ξεφτισμένος και σάπιος σιαμάκος(4) και σικαλιά. Στη ράχη πάνω απ’ το σκισμένο δέρμα είχε κάτι λιανά και πλατειά πελεκημένα ξύλα λίγο στραβά που τα δυο τα από πάνω, περνούσαν μαστορικά μέσα στο πλατύ μονοκόμματο σανίδι στο μπροστινό μέρος και στην άκρη τους είχαν μια πατούρα προς τα μέσα για να κρατούν  τυλιγμένο πάνω τους ένα κομμάτι σκοινί γεμάτο κόμπους. Από πίσω περίσσευε ένα σάπιο φαρδύ λουρί κομμένο κι’ ένα άλλο λουρί πιο στενό κρέμονταν  στη μέση, κομμένο κι’ αυτό και μπολιασμένο με σκοινί. Η σβούρα τέτοιο χάλι δεν είχε ξαναδεί, το κοίταξε ,το περιεργάστηκε αλλά δεν κατάλαβε τίποτα. Όπως τους παράσερνε αργά τώρα το νερό, αυτό το αλλόκοτο πράγμα, ξαφνικά κουνήθηκε, χασμουρήθηκε και   είπε,   « ‘Εϊ . . Έϊ. .  .πού βρε ήρτα;. .  δγιέ , δγιέ. Ώρε  νιρόοοο ».
Ξεθάρρεψε η σβούρα και ρώτησε, τι είσαι, πώς σε λένε, εμένα με λένε σβούρα, έτσι κι’ έτσι, αυτά έπαθα και τώρα δεν ξέρω πού θα καταλήξω. Το πράγμα την κοίταξε καλά καλά και με ύφος ανωτέρου    είπε, «Καλά  δεν ξαναείδες σαμάρι; Εγώ είμαι σαμάρι και η καταγωγή μου είναι απ΄ τη Λόκοβη. Ξέρεις πόσα ταξίδια έκανα εγώ καβάλα στο γαϊδούρι; Γύρισα όλα τα χωριά εγώ που με βλέπεις, κι’ αν δεν έχω κουβαλήσει πράγματα εγώ. . . Τι θαρρείς. . . .Εσύ φαίνεται δεν ξέρεις απ’ αυτά, τέλος πάντων όμως μια που βρεθήκαμε παρέα θα σε φροντίσω μη φοβάσαι κι’ όπου πάμε θα πάμε μαζί». Η σβούρα ξανακοίταξε την παρέα της, είδε τα χάλια που είχε το σαμάρι και ρώτησε « Με τέτοιο χάλι πού τη βρίσκεις την περηφάνια και  μιλάς έτσι; Δε βλέπεις πώς κατάντησες;» Γύρισε το σαμάρι είδε τη σβούρα πιο χαμηλά που γυάλιζε μέσα στο νερό και απάντησε   πολύ  σκεφτικό,
 «να  σε φυλάει ο θεός να μη σου τύχει αφεντικό Λουκοβίτης και τότε να δεις τι γίνεται. . . .Θα σου πω. . .  Εσύ από πού έρχεσαι; Ά. .  .Απ’ το Νεοχώρι. . .Πήγα πολλές φορές εκεί με το γαϊδούρι, μας πήγαινε το αφεντικό. Ξέρεις ποιόν είχα εγώ αφεντικό; Το Γιάννη με τ’ όνομα και πού δε μας πήγε, εμένα και το γαϊδούρι. Είχε φορτωμένα πάνω μου κάτι μπαλωμένα σακούλια και γυρίζαμε στα χωριά όταν μάζωναν τα γεννήματα, περνούσαμε από μύλους κι’ από μαντριά και από όπου είχε ελπίδες το αφεντικό ότι θα μας έδιναν κάτι. Στο Νεοχώρι ερχόμασταν όταν μάζευαν τα φασούλια και γυρίζαμε όλο το χωριό κι’ όλο και κάτι μαζώναμε, όλο στα ακριανά τα σπίτια μας έδωναν, εκεί ήξεραν από φτώχεια, στην πλατέα κανένας δεν έδωνε τίποτα, στο τέλος τα σακούλια γέμιζαν, έχετε και δυο τρεις μύλους εσείς, στον ένα ο μυλωνάς μας έδινε λίγο καλαμποκίσιο αλεύρι, στους άλλους δυο τίποτα, ούτε νερό, μας είπαν μια φορά στο  μύλο εκεί βγαίνοντας απ’ το χωριό σ’ εκείνον το μύλο που  άλεθε  με ξύλα που καίγονταν κάτω από ένα  μεγάλο καζάνι, είπαν στο αφεντικό το Γιάννη δηλαδή, πώς άμα θέλει αλεύρι να κάτσει να δουλέψει στο μύλο, να ρίχνει ξύλα κάτω απ’ το καζάνι, ο Γιάννης άρχισε να κλαίγεται και να λέει, « Έχου γνιέκα άρρουστην καταϊ κι μια χώρα μκρα πιδούδια, δουσίτι μι τίπουτα να φεύγου» ήξερα εγώ ότι η γυναίκα του αφεντικού γύριζε με τον αδερφό της  με άλλο γαϊδούρι στα ζερβοχώρια να γεμίσουν τα σακούλια, δε μας έδωκαν τίποτα στο μύλο, φύγαμε και στο δρόμο τον άκουσα το Γιάννη να μουρμουρίζει  μοναχός του και να λέει πως « άμα ήθιλα δλειά πάεινα  κι στ’ Αγιόρους» και  «καρτέρα τώρα να περάσουμε  αυτό το βαθύ το μέρος  και τα ξαναλέμε, όπου νάναι  φτάνουμε στη θάλασσα, ακούμπα επάνω μου και μη φοβάσαι, πού είσαι; μ’ ακούς; Είσαι και μια σταλιά πράμα εσύ, πρόσεχε μη χαθούμε, άντε ακόμα λίγο και φτάνουμε. . .»  Ηρέμησε  το νερό άλλαξε κι’ ο τόπος, από δω κι’ από κει στο ποτάμι όλο αμμούδες και καλάμια, δυο πιτσιρικάδες Ορμυλιώτες και πώς βρέθηκαν εκεί, είδαν το σαμάρι και τη σβούρα, πολύ την ήθελαν τη σβούρα αλλά πολύ και το νερό, πήραν πέτρες κι’ άρχισαν να
ρίχνουν στο σαμάρι, πήγαινε αργά αργά  κι’ ήταν εύκολος στόχος, το πέτυχε ο ένας ο μεγαλύτερος, έφαγε μια γερή πετριά και κράτς, έσπασε μια παΐδα(6) γύρισε το σαμάρι είδε  το . . . κάταγμα, θυμήθηκε τα χρόνια που γύριζε στα χωριά στη ράχη του γαϊδουριού, θυμήθηκε το αφεντικό το Γιάννη που  σφύριζε όταν είχε καλή σοδειά και τα σακούλια γέμιζαν γρήγορα, θυμήθηκε τη μέχρι τώρα ζωή του, τρεμούλιασε, κι’ αναστέναξε . . .εεεεεχχ   Ακόμα λίγο κι’ έφτασαν στη θάλασσα εκεί τους έβγαλε το ποτάμι  και τους άφησε, το νερό πολύ και αρμυρό, ήσυχο όμως, ήρθε κι’ ένα άσπρο πουλί, ένας γλάρος  και κάθισε στο σαμάρι που είχε γυρίσει μπρούμυτα με τη ράχη προς τα πάνω, κι’ άρχισε να τσιμπάει το τομάρι, είδε ότι δεν τρώγεται, βαρέθηκε, κουτσούλησε στο μπροστάρι(7) και πέταξε μακριά στο πέλαγος.
 Αυτή είναι η θάλασσα λοιπόν είπε το σαμάρι, έχεις ξαναδεί θάλασσα; Πού να τη δεις  εσύ απ’ το Νεοχώρι, από το χωριό σας η θάλασσα δε φαίνεται, μόνο μια φορά το χρόνο τις απόκριες  νομίζω κατεβαίνουν μερικοί χωριανοί σας για πεταλίδες και κάποτε πήγαιναν και  μάζευαν Κρίταμα(8) για το τουρσί, τα ξέρω εγώ αυτά εγώ που με βλέπεις είμαι κοσμογυρισμένος, και το λοιπόν το πώς έφτασα εδώ είναι ολόκληρη ιστορία, θα σου την πω και για να περνάει και η ώρα, μια και δεν έχουμε να κάνουμε και τίποτα, πριν από λίγο καιρό που λες, με τα σακούλια γεμάτα φορτωμένα στο γαϊδούρι, πηγαίναμε για το χωριό, ο Γιάννης χορτάτος και χαρούμενος  σταματήσαμε στο Χολομώντα να ξαποστάσει το γαϊδούρι και το αφεντικό, αλλά και για να μη μπούμε μέρα στο χωριό, ποτέ δεν μπήκαμε μέρα, το είχε σε κακό ο Γιάννης, δεν ήθελε να δουν οι χωριανοί πόσα έφερε, για να μην αρχίσουν να ζητούν αργότερα, ήξερε αυτός, ξεφόρτωσε τα σακούλια  μ’ έβγαλε και μένα από τη ράχη του γαϊδουριού και με γύρισε ανάποδα να στεγνώσω στον ήλιο, έδεσε και το γαϊδούρι παραδίπλα στο ρέμα  για να βοσκήσει κι’ έγειρε και ο ίδιος πάνω στα γεμάτα σακούλια κι’ αποκοιμήθηκε. Εκεί έγινε το κακό. Θέλεις δεν έδεσε καλά το γάϊδαρο, θέλεις  όταν τίναζε το κεφάλι στα σκέλια για να διώξει τις αλογόμυγες να κόπηκε το σκοινί, τι σκοινί δηλαδή, ο Γιάννης αντί για καπίστρι είχε ένα κομμάτι  ζούντσα,(5) ξέρεις απ’ αυτές τις τρίχινες που φασκιώνουν τα μικρά, όταν ξύπνησε και γύρεψε το γάϊδαρο να τον σαμαρώσει, ο γάϊδαρος άφαντος. Κρέμασε τα σακούλια σ’ ένα δέντρο και πήρε τις αντίρες,(9) μα όταν έφτασε παρακάτω βρήκε το γαϊδούρι κοπάνα, ανάσκελα δηλαδή και φαγωμένο από τους λύκους, ούτε το τομάρι δεν είχε απομείνει, μόνο τα νύχια ξεπετάλωτα έδειχναν από δω κι’ από κει. . . . στεναχωρέθηκε ο Γιάννης και φορτωμένος τα σακούλια κίνησε για το χωριό, θέλησε να πάρει κι’ εμένα, αλλά βαρύ το φορτιό στον ανήφορο, με έκρυψε  παράμερα δίπλα στο ρέμα, θα γύριζε να με πάρει μια άλλη φορά, έφτασε κοντά  και κρυμμένος περίμενε να νυχτώσει πρώτα για να πάει στο σπίτι, δεν ήθελε να τον δει κανένας έτσι φορτωμένο με τα σακούλια  και χωρίς το γαϊδούρι, ποιόν αυτόν το Γιάννη με  τόνομα  που δεν είχε αφήσει χωριό για χωριό αγύριστο μέχρι τα χωριά της Νιγρίτας είχε φτάσει, θα ήταν το ρεζίλι μεγάλο να μαθευτεί έτσι απότομα ότι του έφαγε ο λύκος το γάϊδαρο. Πριν  γυρίσει λοιπόν από το χωριό ο Γιάννης να με πάρει, έπιασε μια βροχή κατακλυσμός, κατέβασε το ρέμα με πήρε και με έφερε εδώ κι’ από δω και πέρα  να δούμε τι θα  γίνουμε. Άκουγε η σβούρα άφωνη την ιστορία και τα βάσανα του σαμαριού και με θαυμασμό σκέφτονταν πόσο ωραία πέρασε γυρίζοντας τα χωριά με το γαϊδούρι, κι’ αυτή η ίδια όμως στη σύντομη ζωή της πέρασε καλά στα χέρια του Τάκη του Σαμολαδά, την περιποιόταν τη σκούπιζε, της είχε βάλει κι’ ένα καρφί για να μη φαγώνεται η μύτη της και να γυρίζει πιο γρήγορα, την είχε πάντα στην τσέπη του ζεστή  και το βράδυ την έβαζε κάτω απ’ το μαξιλάρι να  μη χαθεί. Θυμάται μια μέρα που την πήρε στο σχολείο όπως κάθονταν εκείνος στο θρανίο προς την άκρη  και κουνιόταν συνέχεια, ξέφυγε λίγο από το βάθος της τσέπης  και βγήκε το κεφάλι της προς τα έξω, είδε κι’ άκουσε πράγματα θαυμαστά. Είδε σειρές  τα θρανία  και χώρια να κάθονται αγόρια και κορίτσια κι’ ένας κύριος όρθιος να λέει για κάποιον Μεγαλέξαντρο, πού  πήγε και πού γύρισε, έφτασε λέει  μέχρι την άκρη του κόσμου πολεμώντας καβάλα σ’ ένα  δυνατό  άλογο κι’ έρχεται τώρα το σαμάρι να σου λέει ότι γύρισε όλα τα χωριά κουβαλώντας μ’ ένα γαϊδούρι μπαλωμένα σακούλια και το Γιάννη τον αξούριστο. Εκείνος ο κύριος που έλεγε για το Μεγαλέξαντρο και για άλλα πολλά πράγματα κάθε τόσο έλεγε στα παιδιά, «ησυχία Στέργιο, μην κουνιέσαι μπροστά τα χέρια σταυρωμένα» μα όλα τα παιδιά ξύνονταν  συνέχεια στο σώμα και στο κεφάλι σαν να τα περπατούσε κάτι κι’ ο δάσκαλος, έτσι τον έλεγαν εκείνον τον κύριο, κάποια στιγμή  είπε στο διπλανό του Τάκη « Αντώνη πολύ ξύνεσαι σήμερα, να πεις τη μάννα σου να σε  ψάξει», αυτά άκουσε η σβούρα, δεν πολυκατάλαβε, αλλά πολύ της είχε αρέσει το σχολείο, ωραία πέρασε αλλά τώρα τι γίνεται. . . . Έτσι πέρασαν οι μέρες και παρέα οι δυο τους με το σαμάρι, τους πήγαινε η θάλασσα όλο και πιο μέσα, πιο μακριά, τους έφτασε μπροστά σε κάτι απότομα βράχια που πάνω τους ήταν χτισμένα πολύ ψηλά και μεγάλα σπίτια με πολλά παράθυρα και κάθε τόσο χτυπούσαν καμπάνες και κάτι άνθρωποι με γένια και μαύρα μακριά ρούχα πολύ σοβαροί, φαίνονταν να κάνουν διάφορες δουλειές, κάποια στιγμή πέρασε από δίπλα τους ένα μεγάλο πράγμα, το σαμάρι ήξερε ότι το λεν καΐκι  τάραξε πολύ τα νερά, και ντούκου ντούκου απομακρύνθηκε προς τη μεριά του ήλιου φορτωμένο ξύλα. Στο τελείωμα της μέρας  εκεί κάτω από τα μεγάλα σπίτια με τα πολλά παράθυρα και τις καμπάνες, φάνηκε ένα μεγάλο κοπάδι ψάρια όλα στο ίδιο μπόι ίσα με δυο πιθαμές, περιτριγύρισαν το σαμάρι και τη σβούρα και τα περιεργάζονταν και σε μια στιγμή ένα ψάρι από τα μεγαλύτερα, ανοίγει το στόμα του και χλάπ κατάπιε τη σβούρα κι’ έφυγε μαζί με τ’ άλλα.
Η σβούρα βρέθηκε ξαφνικά σ’ ένα ζεστό και σκοτεινό μέρος που μύριζε άσχημα. Αυτό δεν το περίμενε, από τον ήλιο και τον αέρα της θάλασσας να βρεθεί εκεί μέσα  μ’ αυτήν την άσχημη μυρωδιά, έχασε την παρέα της το σαμάρι και ποιόν να
ρωτήσει τώρα, έπεσε σε απόγνωση  και ήταν να σκάσει από το κακό της. Είχε το σαμάρι, ρωτούσε και μάθαινε, βέβαια και το σαμάρι ήξερε μόνο αυτά που γνώρισε γυρίζοντας στα χωριά, αλλά μπροστά σ’ αυτήν την ίδια που γνώριζε  ελάχιστα, εκείνο φάνταζε σοφό. Η σβούρα ούτε καταλάβαινε τι γίνονταν γύρω της κι’ ύστερα από ποιος ξέρει πόσες ώρες, άκουσε φωνές και κατάλαβε ότι κάτι την τραβούσε  έξω απ’ το νερό μαζί με το ψάρι που την κατάπιε. Ένιωσε ένα τράνταγμα και ξαφνικά έπεσε μαζί με το ψάρι στο κατάστρωμα του καϊκιού από την Ιερισσό. Από κει στα γρήγορα, πάντα μέσα στην κοιλιά του ψαριού, βρέθηκε σε μια μεγάλη κάσσα  μαζί με άλλα ψάρια, οι φωνές ακούγονταν συνέχεια κι’ όταν το καΐκι έφτασε  στη στεριά, ένας Ιερισιώτης φόρτωσε δυο κάσσες με ψάρια μαζί κι’ αυτό που την κατάπιε, τα φόρτωσε σ’ ένα σίβο άλογο νύχτα ακόμα και κίνησε να τα πουλήσει στα χωριά. Σε κάθε χωριό που περνούσε ο ψαράς φώναζε ορκίνιααααα. . .(10) έσκυβαν οι άνθρωποι πάνω από τις κάσσες, άλλος έπαιρνε ένα, άλλος έπαιρνε δυο τρία και για αλάτισμα, έφτασε ο Γιάχος ο ψαράς  και στο Νεοχώρι, είχε φτάσει πια μεσημέρι, από κάθε χωριό που περνούσε όλες οι μύγες μαζεύονταν πάνω στις κάσσες που σκεπασμένες μ’ ένα μουσαμά γυάλιζαν στον ήλιο από τα λέπια που ήταν κολλημένα πάνω τους, μαζεμένα από τόσα ταξίδια και πού να δουν πλύσιμο, με το σαμάρι να βρωμοκοπάει και τι να πει το άλογο που πότισε κι’ αυτό το τομάρι του ψαρίλα και δεν έφταναν οι αλογόμυγες οι δικές του που τις είχε μόνιμα στα σκέλια του  χειμώνα καλοκαίρι, δεν έφταναν τα νταβάνια που το τσιμπούσαν όταν έφτανε στη Μπιάβιτσα,(11) πλάκωναν και οι μύγες απ’ τα χωριά, ήταν κι’ εκείνη η μόνιμη μυρωδιά απ’ τα ορκίνια και η ζωή του κόλαση μπροστά στη ζωή που έκανε το γαϊδούρι του Γιάννη του Λουκοβίτη, κι’ ας ήταν και νηστικό , αλλά εκείνο πάει ,το έφαγαν οι λύκοι και ησύχασε. . . .
Μαζεύτηκαν λοιπόν στο μεσοχώρι γύρω από τον ψαρά να δουν τα ορκίνια, πήρε ο μπάρμπα Γιάννης ο Λάμπρος  δυο, άλλα δυο ο μπάρμπα Κώτσιος από δίπλα ο Γκοντίνος, πήρε κι’ ο μπάρμπα Κώτσιος ο Καραντώνας , πήραν κι’ άλλοι, πήρε κι’ ο μπάρμπα Γιώργης ο Σαμολαδάς ο πατέρας του Τάκη, είχαν όλοι μεγάλες οικογένειες ένα ορκίνι πού να φτάσει, ξεπούλησε ο ψαράς και τράβηξε πίσω για το χωριό του. Η μάννα του Τάκη πήρε τα ορκίνια κι’ εκεί που ξεκοίλιαζε το μεγαλύτερο με τις γάτες γύρω γύρω κάτι είδε και μουρμούρισε παραξενεμένη, «μ’ τι μαρή είνι αυτόνου; Μαρί, μαρί. .  .ένα φουρφούρ’ μεζβούζατ’. .  .»τόβγαλε και το έριξε δίπλα, τη στιγμή που ο Τάκης γύριζε από το σκολειό, είδε το Φουρφούρι το γνώρισε και «σιαπού μωρέ του βρήκις του Φουρφούρ’;. . . Μεζβούζατ’; Σώπα μωρέ, αυτό είνι του θκό μ’ που μ’ έπισι στου λάκκου. . .  .!! » Πήρε τη σβούρα και την καθάρισε, ήταν λίγο ξιασπρισμένη σαν τα παπουδιασμένα τα φασόλια, την πήρε και την έβαλε στην τσέπη του. Δεν πίστευε στα μάτια του, έτρεξε απέναντι και βρήκε ποιόν άλλο, το Θόδωρο τον Καραχρήστο του είπε αυτό κι’ αυτό  είπε ο θόδωρος « σώπα ρε, , , σιγά να μηηη. . .» Κράτησε το μυστικό ο Τάκης τόσα χρόνια, και ποιος να τον πίστευε κι’ έγινε η ιστορία παραμύθι ευχάριστο για τους κατοπινούς, ένα παραμύθι με ονειρική διάσταση στην παρουσίασή του, με πρόσωπα υπαρκτά και πλοκή ασυνήθιστη. . . .Το κράτησε ο Τάκης το Φουρφούρι και το ξανάπαιξε αλλά τη  μυρωδιά του δεν  την έχασε κι’ όταν το  άφηνε στο σπίτι η γάτα το  μύριζε και κάπου κάπου το έγλυφε. . .Το ξανάπαιξε το Φουρφούρι ο Τάκης μέχρι που μεγάλωσε, έγινε « μπάρμπας», μεγαλώσαμε κι’ εμείς όλοι μας και τα παρατήσαμε αυτά, άλλες έννοιες  μας καθήλωσαν και μας έστρεψαν αλλού. . . Και το Φουρφούρι του Τάκη του Σαμολαδά     του Γεωργίου και της Αναστασίας γεννηθέντος το 1932, κρυμμένο μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί μαζί με σφοντύλια και αδράχτια, μασούρια και  άχρηστες πια καλτσοβελόνες,  ήταν μέχρι χτες εκεί, παράταιρο ανάμεσα στα άλλα ξεχασμένα και αχρησιμοποίητα τόσα χρόνια. . .και παραμένει εκεί το Φουρφούρι, ελπίζοντας ίσως να ξαναγυρίσει κάποτε. . .αλλά . . . Πάν οι εποχές με τα φουρφούρια, ποιος φκιάχνει τώρα φουρφούρια, άλλαξαν τα παιγνίδια εκείνα, έγιναν παρελθόν, τώρα τα παιδιά παίζουν με ηλεκτρονικά και το λίγο χρόνο που διαθέτουν τον τρων στα φροντιστήρια,  τα παιγνίδια εκείνης της εποχής και τα φουρφούρια ξεχάστηκαν κι’ αν πεις τη λέξη φουρφούρι στο χωριό μόνο οι παλιότεροι θα χαμογελάσουμε, όσοι έχουμε βιώματα από τότε,  που μένουμε με τη νοσταλγία της νιότης, η οποία  δεν πρόκειται να ξανάρθει, έτσι είναι η ζωή, αλλά τίποτα δεν μας εμποδίζει να νοσταλγούμε και να ονειρευόμαστε, να βλέπουμε τη σβούρα να γυρίζει μέσα σε ένα κύκλο ξαναμμένων προσώπων που μοιραία κάθε τόσο αραιώνει.
Όλοι θα θέλαμε να ξανασηκώσουμε και να παίξουμε με το Φουρφούρι  που το φκιάξαμε μόνοι μας  κι’ ας μην έχουμε  σπάγκο για το καμτσίκι όπως και τότε, ας βάζαμε  πάλι φλούδα από σκαμνιά,(12) θα βρίσκαμε, έχει και τώρα σκαμνιές. Ας ήταν να ξαναδούμε  στο γύρισμά του τον κόσμο  ολόκληρο, τα όνειρά μας τα παιδικά. . .
 Να δώσουμε μια δυνατή καμτσικιά να γυρίσει το Φουρφούρι, να γυρίσει ο κόσμος. . .  . .  .Αλλά, όλα έχουν ένα τέλος. Το Φουρφούρι, γύρισε, γύρισε, κάποια στιγμή θ’ αρχίσει να τρεμουλιάζει  και πλάτς θα πέσει στο  ποταμάκι του χωριού αρχίζοντας το μεγάλο του ταξίδι. . . Κάπως έτσι, η αληθινή ιστορία τελειώνει, αλλά το παραμύθι της ζωής συνεχίζεται. . . . .                                                               
                                                                               Βαγγέλης Μαυροδής.
Απαραίτητες και λίγες επεξηγήσεις για τις άγνωστες λέξεις που μπήκαν στο κείμενο, για όσους δεν τις άκουσαν ποτέ αυτές τις λέξεις, αλλά και για όσους. . . επίορκους τις ξέχασαν. . .                                                         
1.    Γιουμίδια, ήταν τα παλιοκούρελα  με τα οποία γέμιζαν τις μαξιλάρες. Πολλές φορές όμως μέσα στις μαξιλάρες έβαζαν και ρούχα που είχαν μικρύνει, ή δεν ήταν η εποχή να φορεθούν και όταν τα έβγαζαν  και τα φορούσαν ήταν πολύ τσαλακωμένα και απ’ αυτό έμεινε εκείνο που λένε ακόμα όταν δουν τσαλακωμένο ρούχο, «απ’ τα γιουμίδια του φόρισις; »                                     
2.    Σκλήθρο, Υδροχαρές φυλλοβόλο δέντρο ,  μαλακό το ξύλο του και κιτρινωπό, παλιά το χρησιμοποιούσαν για τακούνια και τσόκαρα (εκείνα τα γαλιότσια ή όπως τα έλεγαν αλλού γαλέντζια τα θυμόσαστε; Τάκα τούκα στα καλντερίμια;)
Πάντως στο χωριό μας το Νεοχώρι, το σκλήθρο χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για την κατασκευή. . . . Φουρφουριών και για βαφές στα μάλλινα νήματα.
3.Βίραγγας ή Βιράγγι. Σημεία στην κοίτη του  παρ’ ολίγον . . .πλωτού ποταμού του χωριού μας, του λάκκου όπως τον λέμε,  που βάθαινε λίγο μέχρι κανένα μέτρο δηλαδή, όπου το καλοκαίρι μπαίναμε όλοι οι πιτσιρικάδες του χωριού και κολυμπούσαμε, αλλά λόγω της μικρής έκτασης αυτής της  φυσικής πισίνας, του μικρού βάθους, αλλά και του πλήθους των  κολυμβητών,  το νερό θόλωνε και σκέτο λάσπη κολλούσε επάνω μας, οπότε οι μανάδες το  καταλάβαιναν και στο σπίτι μας στυλιάρωναν. Επώνυμα βιράγγια στο χωριό  ήταν  του Μαντώρα όπου και η «δέση» για το μυλαύλακο που οδηγούσε το νερό στο  νερόμυλο του Καραντώνα και ο Βίραγγας του Συρόπουλου λίγο παρακάτω από  το «κάτω το γεφύρι» εκεί μάθαμε κολύμπι οι περισσότεροι, -εννοείται ότι κολυμπούσαμε χωρίς μαγιό- ο βίραγγας αυτός ήταν ο μεγαλύτερος και ο πιο βαθύς, δε θόλωνε και πολύ, αλλά είχε νεροφίδες που όταν πέφταμε στο νερό πολλοί μαζί δεν ήξεραν πού να κρυφτούν, τον επισκέφτηκα πριν λίγα χρόνια και αποκαρδιώθηκα που τον είδα σε τέτοιο χάλι με ελάχιστο νερό γεμάτον « ζαμπνιόκια»(πρασινάδες που βγαίνουν στα στάσιμα νερά), ερημιά σκέτη κι’ ένας αλαφιάτης θηρίος λιάζονταν αμέριμνος δίπλα και  χορτάτος (είχε ένα εξόγκωμα στη μέση, άρα κάτι είχε καταπιεί. . ) 
4.Σιαμάκος. Έτσι λέμε στο χωριό εκείνο  το μαλακό κυλινδρικό χόρτο  που έφερναν από τη λίμνη για να γεμίζουν τα σαμάρια, μαζί με τη σικαλιά και σικαλιά πιστεύω γνωρίζουν οι περισσότεροι τι είναι, είναι το καλάμι από τη σίκαλη, μακρύ και ευλύγιστο και πολύ ανθεκτικό για σκεπές στις καλύβες.
5.  Ζούντσα ( παραφθορά της λέξης  ζωνίτσα, μικρή ζώνη) πλεγμένη κορδόνι στο χέρι από πολύχρωμα μάλλινα νήματα την οποία χρησιμοποιούσαν  να δένουν το μωρό πάνω από το τελευταίο συνήθως υφαντό πανί με το οποίο το τύλιγαν. Όταν τυλίγονταν το μωρό και με τη ζούντσα, πιάνοντάς την, μπορούσες να το σηκώσεις μονοκόμματο και αλύγιστο, τα τύλιγαν σφιχτά λέει  τα μωρά για να μην κάνουν στραβά ποδάρια, αλλά πολλές φορές από το πολύ το σφίξιμο τα ξεγόφιαζαν. Είδα μωρό να το «σαραντίζουν» και να το χουν ακουμπισμένο στο σκαλοπάτι μπροστά στο άγιο βήμα, στέκονταν τεντωμένο μονοκόμματο σαν ξύλο απ’ το σφίξιμο.
6. Παΐδες, Τα πλαϊνά στενά, λεπτά και πλατειά ξύλα του σαμαριού  λίγο καμπυλωτά, που μπαίνουν περαστά και δένουν στο «μπροστάρι»  και στο «πιστάρι» τρία από κάθε μεριά, από δυο στο πλάι και από ένα στο πάνω μέρος εκεί που καθόμαστε,   εν ολίγοις τα πλευρά του σαμαριού, γι’ αυτό όταν ψευτοαπειλούμε κάποιον δε λέμε οτι θα του σπάσουμε τα πλευρά, αλλά λέμε « θα σι τσακίσου τα παΐδια», άσε δε που και στο εστιατόριο δεν παραγγέλνουμε αρνίσια πλευρά, αλλά τρώμε «παϊδάκια» και οπωσδήποτε η λέξη έχει άμεση σχέση  με την παγίδα,  η καμπυλότητα βαραίνει εδώ, αλλά η σχέση χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση και δεν «κολλάει» στο κυρίως θέμα, ίσως άλλη φορά  . . .
7.Μπροστάρι.Το μπροστινό μέρος του σαμαριού, συνήθως μονοκόμματο από πλατανίσιο ξύλο για να μη σκίζεται, στολισμένο με διακοσμητικά καρφιά και ρωτήστε και κάποιον επαγγελματία σαμαρά  να σας πει λεπτομέρειες δεν τα ξέρουμε και όλα. . .αλλά και πού να τον βρεις το σαμαρά, ίσως όμως  κι’ αυτοί να μπήκαν στο διαδίκτυο, στο «Ντερνέτ»ποιος ξέρει. . .
8. Κρίταμο, σαρκώδες καταπράσινο  ποώδες φυτό, στην άκρη στα βράχια της θάλασσας εκεί που γλείφει το κύμα, πολύ νόστιμο φρέσκο και τουρσί ή ζεματισμένο, αχτύπητος – και τζάμπα-ουζομεζές με σκορδάκι και ξύδι και όποιος το γνωρίζει, το μάζευαν και το έβαζαν ανάμεσα στα καρπολάχανα που τάφκιαναν τουρσί, τώρα μάλλον ξεχάστηκε και το προτιμούμε μόνο όσοι μερακλήδες το γνωρίζουμε, είναι γεμάτες οι βραχώδεις παραλίες, μάλιστα σε μερικά νησιά του βορείου Αιγαίου το πουλούν σε βαζάκια, αλλά εκεί που μπορούν και κατεβαίνουν γίδια, δεν αφήνουν ούτε ρίζα, τόσο νόστιμο είναι, γιούργια λοιπόν στις παραλίες οι μερακλήδες  το φθινόπωρο είναι η εποχή του.
9.Αντίρα, Λέξη εισαχθείσα μάλλον εκ Σκοπίων και σημαίνει το ίχνος που αφήνει το ζώο στο δρόμο, η πατημασιά.
10. Μπιάβιτσα, τοποθεσία ανατολικά του Νεοχωρίου πριν κατηφορίσουμε για τη θάλασσα, και τι μας νοιάζει, αλλά μια και την αναφέραμε στο κείμενο, να μην πούμε και πού είναι; Τώρα το τι σημαίνει, ξένο δάνειο είναι και θα πει αβδέλλα.
11. Ορκίνι, είναι ο τόνος ,το ψάρι που μας έφερναν από την Ιερισσό και δεν το είχαμε και σε μεγάλη υπόληψη, το έπαιρναν για αλάτισμα συνήθως, μέχρι που το έμαθαν οι. . . ιάπωνες και απορροφούν όλη την παραγωγή.
12. Σκαμνιά, η Μουριά, που ελλείψει σπάγκου, από τα λεπτά κλαδιά της εκείνα τα λαίμαργα βλαστάρια, βγάζαμε φλούδα (φλιέτσα) για το καμτσίκι με το οποίο χτυπούσαμε το Φουρφούρι να γυρίζει και για να μην ξεραθεί η φλούδα, το βράδυ τη βάζαμε μέσα στο νερό, αυτά και πολλά είπαμε, αλλά το . . .διδακτορικό  πάνω στη χειροποίητη σβούρα, ακόμα δεν το αρχίσαμε. . . . κάντε υπομονή. Οι λίγοι που μπορούσαν, για το καμτσίκι αγόραζαν χοντρό σπάγκο.   
Πάντως θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι όσο πιο μακρύ ήταν το φουρφούρι τόσο δύσκολα σηκώνονταν και ισορροπούσε, γι’ αυτό δεν τολμούσε να το παρουσιάσει όποιος κι’ όποιος. Για το  φουρφούρι αυτό είχαμε ειδική ονομασία και το λέγαμε « ξλιάγκουρα». Όλοι όσοι γνωρίζουν το θέμα «περί Φουρφούρι», θα θυμούνται ότι το μεγαλύτερο ξλιάγκουρα, τον σήκωσε ο αείμνηστος Γιώργος Φράγκος  στη γειτονιά μας στο Καραούλι κι’ από τότε για αρκετά χρόνια έμεινε να λέμε, «πλαλάτι η Φράγκους σήκουσι του ξλιάγκουρα στου Καραούλ’. . .»       

Νεοχώρι  1993.  Βαγγέλης Μαυροδής