Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Ευνουχισμός ( βελτιωμένος . . . !!!)




Ε υ ν ο υ χ ι σ μ ό ς
«Ευνουχισμός» λοιπόν, και είναι,  παράγωγο ουσιαστικό από το ρήμα  «ευνουχίζω»  και στα καθ’ ημάς « Μνουχώ» !!!!
( Και δηλαδή αυτά τα «καθ’ ημάς», εκεί στα Βορειοανατολικά του εθνικού μας όρους με το όνομα Χολομώντας, και στους χάρτες, με επίσημο όνομα, Υψίζων .. . ).
  Και το θέμα σήμερα είναι σοβαρό. Περισσότερο σοβαρό δε γίνεται κι’ αυτό γιατί  είναι μια ενέργεια, μια εγκληματική και επονείδιστη πράξη του ανθρώπου ενάντια στη  φύση και τους νόμους της και το μόνο ελαφρυντικό που μπορούμε να  φέρουμε ως επιχείρημα είναι ότι   ο ευνουχισμός σήμερα εφαρμόζεται μόνο  στα ζώα  και επιλεκτικά μόνο σε όσα προορίζονται για την παραγωγή κρέατος αλλά γίνεται ευτυχώς και με άλλες σύγχρονες μεθόδους και από ειδικούς επιστήμονες οι οποίοι έχουν σπουδάσει το αντικείμενο.
Παλιότερα οι μέθοδοι ήταν  δύο, δηλαδή, ή αφαιρούσαν τους αδένες των αρσενικών ζώων με τομή όπως συνέβαινε για τα γουρούνια, ή τους χτυπούσαν με ειδικά εργαλεία για να απονευρωθούν και να ατροφήσουν όπως συνέβαινε στους ταύρους που προορίζονταν να γίνουν βόδια για όργωμα ή σύρση (σύρση ξυλείας, κάρου κλπ). Και ειδικά για τους ταύρους σε μουσείο γειτονικής χώρας, είδα ένα αυτοσχέδιο όργανο,-εργαλείο θα το λέγαμε- με δυο ίσιες μικρές βέργες αλύγιστες, περασμένες σε δυο τρύπες που είχαν κάνει σε ένα άλλο μικρό τετράγωνο ξύλο.
Οι τρύπες απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους και οι περασμένες στις τρύπες παράλληλες βέργες το ίδιο, οπότε, ακινητοποιώντας το ζώο, περνούσαν το άνω μέρος των όρχεων το λεπτό με τις αρτηρίες και τα νεύρα, το περνούσαν ανάμεσα από τις βέργες και τις έσφιγγαν από το ελεύθερο μέρος τους με σκοινί.
Σταματούσαν έτσι την κυκλοφορία του αίματος, οπότε σε μερικές μέρες, το όλο σύστημα καταντούσε ατροφικό και ακίνδυνο, και ο τρόπος αυτός λέει ήταν ο μόνος ανώδυνος και εφαρμόστηκε και στους ανθρώπους την εποχή της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της επονομαζόμενης και Βυζαντινής.
Οι ιστορικοί μας λένε ότι ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στο Βυζάντιο να ευνουχίζουν οι αρχοντικές οικογένειες ένα αγόρι τους και ήταν λέει αυτή η αναπηρία, προσόν μέγα και προϋπόθεση για να καταλάβει κάποιος ανώτατα αξιώματα, άκου να δεις, ενώ τώρα δε χρειάζονται αυτά, αρκεί να έχεις μπάρμπα στα ψηλά κλιμάκια, οπότε καταλαμβάνεις τη θέση, την αράζεις και αρτιμελής και ωραίος, έχεις και κάτι να ξύνεις για να περνάει η ώρα.. .  .  
Λένε μάλιστα και γράφουν ότι ο πολύς Ωριγένης, αυτοευνουχίστηκε, αλλά τη μέθοδο δεν τη λένε. . . και λένε λέει για τον μακαρίτη αυτόν ότι μπορούσε να ακούει και να υπαγορεύει συγχρόνως σε δεν ξέρω πόσους γραμματείς διαφορετικά κείμενα, αλλά θα μού πεις τι να την κάνει κάποιος την ικανότητα της πολλαπλής ακρόασης και υπαγόρευσης όταν είναι. .  .Λόλα. ..  .               
Έχω δει τις δυο πρώτες μεθόδους ευνουχισμού, και ομολογώ ότι αν και πέρασαν πολλά χρόνια, μού έμεινε κάτι τραυματικό και  μόνο από το θέαμα του ταύρου, γιατί ο ευνουχισμός του γουρουνιού διαφέρει, ξέρεις ότι προορίζεται για σφάξιμο, ενώ του ταύρου είναι αλλιώς, ο ταύρος νομίζω ότι υπέφερε περισσότερο, ολόκληρο θηρίο πράγμα δεμένο καταγής να χτυπούν τα νεύρα πάνω απ’ τους μεγάλους αδένες του με ένα ξύλινο πλατύ σφυρί, κρατώντας τους πάνω σε κάποιο ξύλο που βάζουν από κάτω και το μούγκρισμά του είναι δυνατό, δεν είναι το σκούξιμο του μικρού γουρουνιού.
Και για να πούμε και κάτι στους αγαπητούς και υπομονετικούς αναγνώστες, συνήθως ξεκινούμε την εισαγωγή κάθε θέματος με ευτράπελη διάθεση και το σοβαρεύουμε στο τέλος, αλλά σήμερα το αντιστρέψαμε, δεν μπορεί όμως όσο πάμε παρακάτω θα μπούμε και στο γνώριμο κλίμα της ευδιαθεσίας και του χαμόγελου, γιατί όπως καταλαβαίνετε, χωρίς χαμόγελο δεν μπορούμε, θέλουμε να πιστεύουμε ότι ανήκουμε σε κείνους που τις αναποδιές όσο σοβαρές και να είναι, τις αντιμετωπίζουν με χαμόγελο και αισιοδοξία. 
Αφορμή λοιπόν για την ανάπτυξη αυτού του θέματος στάθηκε ένα περιστατικό στο κρεοπωλείο μέσα σε κάποιο πολυκατάστημα, όπου σε ένα μεγάλο δίσκο στο ψυγείο υπήρχαν «αδένες» να τους πούμε εδώ και να μη χρησιμοποιήσουμε λεξιλόγιο και ονοματολογία του δρόμου, (και μεταξύ μας όχι μόνο του δρόμου αλλά και κάποιων ιδιαιτέρων και πολύ , μα πάρα πολύ προσωπικών στιγμών . . .). Μπορεί βέβαια (και δεν αποκλείεται), παρακάτω να έρθει μόνο του και το «κανονικό» όνομα, αλλά μάλλον θα πρέπει πρώτα να προετοιμάσουμε  τους δύσκολους να το δεχτούν με κάποια. . . κατανόηση. Και το περίεργο είναι ότι στο δίσκο δεν υπήρχε η κατατοπιστική πινακίδα με την ονομασία τού. . .είδους που ήταν επάνω του, (τέτοια σεμνοτυφία απ’ τον. . . Διαμαντή; M. !!!!!! ! ). Έπρεπε να ρωτήσεις για να σου πει ο υπάλληλος με κάποιο ύφος πονηρό,
«Αυτά; .  . .Δεν τα γνωρίζετε; Αυτά είναι αμελέτητα. . . .πολύ ωραία. . .! ! »
Αυτό όμως το «ωραία» που άκουσα με έβαλε σε σκέψεις και απορίες για το τι εννοούσε ο υπεύθυνος του κρεοπωλείου, δεν μπόρεσα να καταλάβω αν εννοούσε ότι είναι ωραία τώρα για τηγάνισμα, ή αναφέρονταν στην ωραιότητά και στη. . . .μεγαλοσύνη τους(!!)  εκεί που βρίσκονταν, ζωντανά και χρήσιμα; Γιατί, το χαμηλωμένο βλέμμα, το πονηρό και γεμάτο σημασία χαμόγελό του μπορούσε να σημαίνει πολλά. . . .και τέλος πάντων  ο ίδιος γνώριζα και κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο αλλά, πώς να το εξηγήσει και να λύσει την απορία της διπλανής κυρίας που ξαναρώτησε, «πώς το είπατε;» και τον έφερε σε πραγματική αμηχανία, οπότε εφευρίσκοντας αυτός τις κατάλληλες λέξεις περιέγραψε τα εντός του δίσκου, ως «τα εργαλεία του αρσενικού χοίρου κυρία μου» και αμήχανη η κυρία προχώρησε εμφανώς ταραγμένη προς τα. . . γαλακτοκομικά, ίσως από ντροπή, ή για να αποφύγει κάποιες συγκρίσεις με τα τού  . . . οίκου της  γιατί ποιος ξέρει, άβυσσος η ψυχή που λέμε κι’ ο καθένας μόνος του γνωρίζει  από τι είναι. . . .καμένος. . . .                  
Έβλεπα λοιπόν τα «’Οργανα» και τι θυμήθηκα ύστερα από πολλά χρόνια. .  .!!! Ένα στιγμιότυπο, και τι φέρνει  . . .   Ήρθαν  από μόνες τους στη μνήμη  σκηνές από την επώδυνη διαδικασία της αφαίρεσης των «αδένων» όπως τους είπαμε παραπάνω, της αφαίρεσης από τα νεαρά αρσενικά γουρουνάκια που η κάθε οικογένεια έτρεφε και τα προόριζε για θυσία και τροφή της στην περίοδο του χειμώνα γενικώς. Και το λοιπόν, στα χωριά μας , σχεδόν όλες οι οικογένειες εκεί προς την Άνοιξη αγόραζαν ένα μικρό γουρουνάκι για πάχυνση και το έκλεινε ο καθένας στο μόνιμο κουμάσι που υπήρχε σε μια άκρη της αυλής. Από τη στιγμή που έμπαινε μέσα στο «κουμάσιον», δεν έβγαινε παρά μόνο για σφάξιμο, καλοθρεμμένο και παχύ, να δώσει το κρέας του στην οικογένεια και παλιότερα το δέρμα του για τα απαραίτητα τσαρούχια όλων των μελών της. Το γουρουνάκι, έβγαινε και μια άλλη φορά έξω από το κουμάσι, αλλά θα δούμε παρακάτω γιατί. Είπαμε ότι το γουρουνάκι αγοράζονταν συνήθως σε ηλικία ενός μηνός ή το πολύ τριών και για να γνωρίζουν οι νεότεροι, το κάτω των δύο μηνών χοιρίδιο στο χωριό το λέμε «γκουρτζιλούδ’» ενώ το πάνω από δύο και μέχρι τριών μηνών περίπου ονομάζεται «φτουράκ’ ή φτουρακούδ’», αυτά για να συνενοούμαστε. Είπαμε λοιπόν ότι το χοιρίδιο το έβγαζαν από το κουμάσι μόλις γίνονταν πάνω από τριών μηνών και άρχιζε να φαίνεται το φύλο του και να έχει σεξουαλικές ανησυχίες και το πώς το καταλάβαιναν δε ζουν να μας πουν αλλά ήξεραν από πείρα ότι είχε δεν είχε ανησυχίες έπρεπε να ευνουχιστεί, γιατί αλλιώς δε θα ξεπερνούσε τις τριάντα. . . οκάδες και πού να φτάσει για μια μεγάλη οικογένεια. Και για να καταλαβαινόμαστε, μιλούμε μόνο για αρσενικά χοιρίδια, γιατί τα θηλυκά τα προόριζαν για αναπαραγωγή χωρίς να αποκλείονται και  οι περιπτώσεις που πουλιόνταν για πάχυνση. Έπρεπε λοιπόν το φτουρακούδ’ να ευνουχιστεί ή όπως το λέμε, να «μνουχθεί» και έμπαινε  σε  εφαρμογή  το σχέδιο. Ειδοποιούσαν τον μπάρμπα Στέργιο από βραδύς  και την άλλη μέρα κατέφθανε στην αυλή με τα εργαλεία του σε μια κασούδα ,φώναζε τους νοικοκυραίους και δε χρειάζονταν να είναι και οι δυο στο σπίτι, συνήθως βρίσκονταν μόνο η νοικοκυρά, ειδοποιούσαν και καναδυό γείτονες που τους είχαν «κλείσει» από την προηγούμενη μέρα  και κάποιος έμπαινε στο κουμάσι, έδενε το γουρουνάκι γερά για να μη φύγει, το έδενε από το λαιμό πιάνοντας και ένα πόδι στη θηλιά  και το έβγαζαν έξω στην αυλή. Εκεί  το ξάπλωναν πιασμένο γερά και άρχιζε η επέμβαση. Εμείς όλοι οι πιτσιρικάδες του σπιτιού αλλά και οι άλλοι της γειτονιάς που γνώριζαν το τι θα συμβεί, μαζεμένοι γύρω από το χειρουργικό τραπέζι θα έλεγα, αλλά καλύτερα ταιριάζει να πεις γύρω από τον μπάρμπα Στέργιο βλέπαμε, βλέπαμε και όσα βλέπαμε  τα καταγράφαμε στο σκληρό δίσκο του μυαλού μας, γι’ αυτό και τα θυμούμαστε όλα αυτά με λεπτομέρειες, μπήκαν όλα αυτά και δεν πρόκειται να ξεχαστούν παρά μόνο τότε που θα κοπεί το. . . .ρεύμα. . .Και δεν βλέπαμε μόνο εμείς οι . . .μεγαλύτεροι έβλεπαν και τα μικρά που τα κρατούσαμε από το χέρι ή στην αγκαλιά, και κανένας δεν είχε πρόβλημα για το αν πληγώνονται και για το αν η θέα της επέμβασης μπροστά στα μάτια τους θα δημιουργούσε τραύματα στον ψυχισμό τους, ήξεραν και γνωρίζαμε όλοι από μικροί ότι αυτή η διαδικασία ήταν απαραίτητη για να μεγαλώσει το χοιρίδιο να γίνει «γρούναρος» παχύς και να τον φάμε και νομίζω ότι είναι καλύτερα έτσι, να βλέπουμε και να λέμε τα πάντα με το όνομά τους γιατί η κοινωνία δεν είναι όπως την εύχονται και την περιγράφουν οι μεγαλόσχημοι και τα βιβλία, η κοινωνία είναι αρένα με κανόνες βέβαια, αλλά  αυτούς τους κανόνες θα πρέπει να μάθουν να τους τηρούν και να τους σέβονται πρώτα αυτοί που τους θεσπίζουν και όσοι είναι εξουσιοδοτημένοι να τους επιβάλλουν. Και παραλίγο να. . . . ξεφύγουμε αλλά δε βαρυέσαι  δεν είπαμε και τίποτα, ξαναγυρίζουμε στην αυλή όπου το «φτουράκ’» ακινητοποιημένο ανάσκελα σκούζει  και ακόμα δεν κατάλαβε τίποτα, οπότε αρχίζει η επέμβαση με τον μπάρμπα Στέργιο να έχει γονατίσει πάνω στο γουρουνάκι με την πλάτη προς το κεφάλι του και αρχίζει να ψηλαφεί  με τα δάχτυλα για να εντοπίσει τους αδένες, εντοπίζει τον ένα και τον σφίγγει με το δείκτη του αριστερού χεριού και τον αντίχειρα και αμέσως ανάμεσα στα δυο δάχτυλα φαίνεται ένα μικρό μακρουλό εξόγκωμα, όλοι κρατούν γερά, το μικρό από κάτω τσιρίζει και χτυπιέται, αλλά η μοίρα του είναι πλέον «προδιαγεγραμμένη» όπως γράφουν οι πολύ εγγράμματοι. Τότε ο μπάρμπα Στέργιος ο Ρωμιός(1) μακαρίτης πια, με μια γρήγορη κίνηση του δεξιού χεριού με το οποίο κρατάει το ακονισμένο ξυράφι, απ’ αυτά που είχαν στα κουρεία κάποτε και ξούριζαν, κάνει μια επιφανειακή τομή στο δέρμα κατά μήκος του αδένα που φουσκώνει ανάμεσα στα δάχτυλά του, πετάγεται λίγο αίμα αλλά βγαίνει και ο αδένας προς τα έξω και με μια κυκλική κίνηση του ξυραφιού, τον βγάζει στο χέρι του. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται και από την άλλη μεριά και η εγχείριση τελειώνει σε πέντε λεπτά με το χοιρίδιο να σκούζει και τον μπάρμπα  Στέργιο  να λέει μόλις το κόβει, «Ψύλους. . . .Ψύλους.. .» δηλαδή  είναι σαν να σε τσιμπάει ψύλλος, τόσο λίγο πονάει, όπως μας έλεγαν όταν μας πήγαιναν για κανένα εμβόλιο, ότι δεν πονάει δήθεν, ότι πονάει όπως το τσίμπημα του ψύλου. .  .Αφού λοιπόν τελείωνε η επέμβαση, έβαζε πάνω στις πληγές ένα μαύρο υγρό από ένα μπουκάλι που είχε μαζί του, ένα υγρό που μύριζε έντονα και το έλεγαν «κρεολίνη» και δεν ξέρω αν το λέω καλά, αλλά μάλλον ήταν αντισηπτικό. Ο μπάρμπα Στέργιος έπαιρνε κάτι σε χρήματα πολύ λίγα βέβαια και σε ένα κατσαρόλι μέσα, έβαζε  και τα αμελέτητα για τηγάνισμα, γιατί εθιμικά  για τους. . . χειρουργούς της ειδικότητάς του ίσχυε αυτός ο άγραφος κανόνας. Μέρος της αμοιβής του ήταν και τα αμελέτητα. Και έτσι, να από δω να από κει τελείωσε κι’ αυτή η ιστορία, αλλά ποτέ δε λέμε «χειρούργος»  λέμε «χειρουργός», λέμε όμως κακούργος, πανούργος κλπ. Κι’ ας σταματήσουμε εδώ, ιδιωματισμούς δεν έχουμε, όμως το ρήμα ευνουχίζω εμείς το λέμε «μνουχώ» και στην ερώτηση «Μαρή Ξάφου, του μνούχσιτι του γρούν’ ; », απαντάει η απέναντι, «Του μνούχσαμι ιχτέ, φώναξάμι του Ρουμιό» .  ( Ξάφου, είναι η Χρυσαφένια ντε. .  .)Όμως, όμως δε θα πρέπει να πούμε και δυο τρία ετυμολογικά; Δεν μπορεί, όλο και κάποιος θα. . . .ωφεληθεί, γιατί πόσοι γνωρίζουν οτι τα «αμελέτητα» στην κανονική τους ονομασία έχουν σχέση με την «ορχήστρα» με τον «όρχο» που λέγαμε στο στρατό αλλά και με την «ορχιδέα; »  Και όλα αυτά έχουν στενή συγγένεια με το ρήμα ορχούμαι και αν θέλετε ψάξτε το μόνοι σας, αλλά θα πω μόνο  ότι όποιος είδε το σχήμα του μικρού βολβού της άγριας ορχιδέας με τη γραμμή-χωρίστρα  στη μέση σα να θέλει να χωρίσει το βολβό στα δύο, θα καταλάβει τι εννοούμε.Και λοιπόν, από το σχήμα του βολβού που μοιάζει με μικρογραφία «όρχεως» η ορχιδέα ονομάστηκε και σερνικοβότανο, ή όπως τη λέμε στα μέρη μας «αρσινκουβότανου» και μπράβο σ’ αυτόν το φυσιοδίφη που το παρατήρησε και βάφτισε το λουλούδι με το όνομα αυτό, για να βλέπουν μερικοί το βολβό του και να θυμούνται όσο μπορούν τα νιάτα τους. . . .   Αυτά και πάλι χαιρετίσματα, και την άγρια ορχιδέα στο χωριό μου το Νεοχώρι Χαλκιδικής τη λέμε άκουσον άκουσον, τη λέμε Ζγκρουβόδ’, ακούγεται αρκετά βαρβαρικό, αλλά έτσι τη λέμε, τι να κάνουμε, είναι ένα πανέμορφο λουλούδι  και τα λιβάδια την άνοιξη είναι γεμάτα, ιδίως εκεί μετά το χωριό μας , δεξιά πριν κατηφορίσουμε για να πάμε στη Θάλασσα.  Αυτά, και ακόμα περιμένω, να πει κάποιος κάτι, θετικό ή αρνητικό δεν έχει σημασία, να έρθει ένα μήνυμα, έστω μήνυμα τού. . . καναπέ ή του ,. . .φραπέ. . . ή ένα σχόλιο, όποιο νάναι, φαίνεται ότι όλοι, μα όλοι μασημένη τροφή καταπίνουν και την καταπίνουν . . . ηλεκτρονικά. . . .   
Αυτά ως προς τον ευνουχισμό, και για πληρέστερη . .ενημέρωση, φροντίστε (μόνο οι περίεργοι.  . .), φροντίστε να δείτε εικόνες του βολβού της άγρια ορχιδέας, (αν φάς ).
Κάντε τις . . .συγκρίσεις και θα μάθετε .  . .πολλά. .  . . και όσο για κείνο το (1) που φαίνεται παραπάνω, θέλει να πει και να  . . θυμίσει, ότι ο χειρουργός, μπάρμπα  Στέργιος, εγκατέλειψε «άκων» τον μάταιο(;) τούτο κόσμο, εξαιτίας ασθενείας της περιοχής πλησίον των «βασικών» οργάνων (κοινώς αμελετήτων)  τα οποία ο ίδιος  κατά καιρούς αφήρεσεν . . .
     Βαγγέλης Μαυροδής 
   





 

1 σχόλιο:

Costas N. Kouremenos είπε...

Ενδιαφέρον!

Το μουνουχισμένο γουρούνι έχει κάποιο δικό του όνομα; Π.χ. οι Άγγλοι το λένε hog.