Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Ο Χορός



Αριστερα...Η Ζεμπεκιά της Συμφοράς
Δεξιά...Tο Ντάχτιρντί                    
 
Ο άνθρωπος λέει πρώτα χορεύει και ύστερα μαθαίνει να περπατάει, κι’ έτσι είναι, αφού αρχίζουμε τη ζωή μας με χορό στην αγκαλιά της Μάνας,  με κείνον τον γνωστό σε όλους σκοπό, εκείνο το Ντάχτιρντίι, ντάχτιρντίι, ντάχτιρντίι  το λέγανεε κι’ όλοι τοο  χο-ρεύανεε. !

 Έτσι από μωρά ακόμα, παίρνουμε τα πρώτα μαθήματα ρυθμού και χαίρονται όλοι γύρω μας.

Και δώστου γέλια και χαρές μέχρι που αργότερα μεγαλώνοντας κι’ εμείς, εκεί λίγο παραπάνω από την παιδική ηλικία,  βλέποντας τους τρανήτερους  να χορεύουν  σε γάμους και πανηγύρια προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τα βήματά τους και οι πιο ζωηροί και περισσότερο τα κορίτσια, πιανόμασταν και στο χορό και ά σιγά σιγά τα καταφέρναμε.

Και τον πρώτο χορό που μάθαμε ήταν βέβαια  ο «Συρτός» ο οποίος είναι και   ο  πιο γνωστός χορός στα μέρη μας.

Αυτόν το συρτό χορό ή όπως τον λεν και Καλαματιανό, τον έμαθα ακόμα από το σχολείο το δημοτικό, και τον έμαθα μαζί με άλλους συμμαθητές, από τις  τότε λίγο μεγαλύτερες συμμαθήτριες, τη Βαγγελιώ την Παναγιώτα  και άλλες, εκεί στο σπίτι του . . .Κουταλιανού εκεί που στεγάστηκε κάποτε το σχολείο αφού το κανονικό σχολείο μας ακριβώς απέναντι, ήταν καμένο. .  .

Τώρα θα μου πεις ποιος τα θυμάται αυτά αλλά να . . .λέμε για να λέμε ..  .και μπορεί κάποιος  να πει κάτι. . . έτσι για να πείσει τους άλλους ότι θυμάται και δεν . . .τόχασε. Αν όμως κάποιος από τους τότε συνομήλικους διαβάσει τα γραφόμενα, μπορεί να θυμηθεί κάτι, κι’ αν θυμηθεί, ας στείλει χαιρετίσματα . . .  

 Μετά, ήρθαν τα Τζουκ Μποξ στο χωριό και  μας βρήκαν κάπως μεγαλύτερους και με τραγούδια του Γαβαλά και του Καζαντζίδη, μάθαμε και ταγκό, μάθαμε και βαλς και πού να τα χορέψεις αυτά, τα μεικτά πάρτι άγνωστα, κι’ ο κοινωνικός περίγυρος άγρυπνος και αυστηρός, και το μοναδικό τραγούδι με το οποίο   . . αλληλοδιδαχθήκαμε το βάλς, ακόμα το θυμάμαι, ήταν εκείνο του Καζαντζίδη που έλεγε . . « την πόορτα μήη μού κλείνειεις .  . .  .» κλπ κλπ.

Στη «Ζεμπεκιά» όλοι ήμασταν αυτοδίδακτοι, αλλά μερικοί όπως ο ξάδερφός μου ο «Μιχάλος», τα κατάφερναν καλύτερα από όλους, είχαν ταλέντο. Στριφογύριζαν, έσκυβαν και πηδούσαν και χτυπούσαν και τα δυο πόδια  στον αέρα. . .

Έτσι, υποχρεωτικά χορεύαμε μεταξύ μας οι συνομήλικοι, και στη ζούλα πίναμε και κάποιο ποτό, ούζο ή τσίπουρο, να «μαθαίνουμε» το δρόμο για το πέρασμα στη μεριά των μεγάλων.  . .

Στην ηλικία αυτήν την «άγουρη»,  όλοι «περιμέναμε», χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς, περιμέναμε «αυτοδίδακτοι», και όταν μας δίνονταν η ευκαιρία, με σηκωμένα τα μανίκια τού μακρυμάνικου πουκάμισου, κάναμε βόλτες συζητώντας, και κάπου κάπου κάναμε και καμιά καντάδα τα βράδια, εκεί που κάποιος από την παρέα αγαπούσε, αλλά και τις πιο πολλές φορές, τραγουδούσαμε «έτσι», τραγουδούσαμε για όλους  στη γειτονιά, κι’ ήταν αυτός ο μόνος τρόπος, να βγάλουμε προς τα έξω, να εξωτερικεύσουμε εκείνο το «κάτι» της ηλικίας μας, να ακουστούμε, να μαθευτούμε. .  .και να ρωτήσουν την άλλη μέρα στη γειτονιά.  . . «μ’ ποια (πιδιά) μαρή ήταν ιψέ αυτά που τραγ’δούσαν; . . .»   

Και είναι αλήθεια ότι οι μεγαλύτεροι, αυτά τα αθώα καμώματά μας τα  έβλεπαν με συμπάθεια, αλλά  και από τα σπίτια μας δεν μας  πολυμιλούσαν, ήταν σίγουρο όμως ότι πάντα «είχαν το νου τους ..     

 Μετά .. . Μετά,  μεγαλώσαμε και θέλοντας και μη χορέψαμε και τον κλασσικό  χορό του Ησαΐα  που μπορεί να μην χορεύεται με ορισμένα βήματα, είναι όμως μια ευκαιρία , η μοναδική, για ένα ανεπανάληπτο και πολλές φορές μοναδικό «καμπάρντισμα»  για το ζευγάρι. Και το « καμπάρντισμα» αυτό  βέβαια έχει και παρατράγουδα, αλλά αυτά τα παρατράγουδα όπως είναι γνωστό από ..  .αιώνες, ύστερα και μετά φαίνονται. .  .και όλοι οι τον Ησαΐα χορέψαντες το γνωρίζουν, αλλά . .  .τραβάτε με κι’ας  .  . .κλπ κλπ.    

Και να τελείωναν όμως τα βάσανα των γαμπρών μ’ αυτόν το χορό καλά θα ήταν αλλά η ταλαιπωρία συνεχίζεται και στο γλέντι του γάμου, κι’ εκεί βλέπεις όλες τις νύφες να τα καταφέρνουν θαυμάσια, και μερικούς γαμπρούς να πεδικλώνονται και να μην μπορούν να ρίξουν ένα βήμα λες  και ήρθαν ξαφνικά από βόρεια χώρα.

Έτσι προχωρούν τα πράγματα μέχρι που  το ζευγάρι φορτωμένο με παιδιά και υποχρεώσεις,  περιορίζει τις «εξόδους» του σε κάποιο πανηγύρι ή  σε γάμους συγγενών.

Και περνούν τα χρόνια όπως όλοι γνωρίζουμε, και κάποια μέρα συνειδητοποιείς ότι εκεί που δούλευες δεν σε χρειάζονται πλέον, σού δίνουν μια σύνταξη και τον τίτλο του «τέως» και μαζί με άλλο. .  . εξώφυλλο στο βιβλιάριο υγείας, από εργαζόμενος  περνάς απέναντι  στην πλευρά των συνταξιούχων έτοιμος να γίνεις μέλος κάποιου  συλλόγου, αλλά παράλληλα  σήμερα, σού δίνεται και το δικαίωμα, αν θέλεις να γραφείς και σε κάποιο . . . ΚΑΠΗ.

Η «Σύνταξη» σού αλλάζει τη ζωή, σε ξεστρατίζει από τις πολύχρονες καθημερινές  συνήθειές σου, σε κάνει «τέως» αλλά  σού δίνει χρόνο δικό σου, πολύ χρόνο, τον οποίο χρόνο πρέπει να σκεφτείς τι θα τον κάνεις, πως θα τον διαχειρισθείς  . . .

Εφόσον. . .   βρίσκεις  χρόνο βέβαια , γιατί μερικοί ποτέ δεν βρήκαν, αλλά αυτοί ανήκουν σε άλλη κατηγορία  και θα μας απασχολήσουν στο μέλλον.

Θα  ξαναγυρίσεις εκεί απ’ όπου ξεκίνησες, θα βρεις  τους παλιούς φίλους και μπορεί να  ξαναπιάσεις και τα παλιά εργαλεία για να καλλιεργήσεις ζαρζαβατικά, να κλαδέψεις  τα γερασμένα καρποφόρα και να σηκώσεις κανέναν πεσμένο φράχτη.. 

Έτσι, αν «χωράς» και μείνεις στον τόπο σου,  δεν υπάρχει πρόβλημα,  κι’ αυτό είναι το καλύτερο. Γιατί στον τόπο σου «δένεις» ευκολότερα.

 Αν όμως  τα «παιδιά» μένουν στην πόλη, πολλοί είναι εκείνοι που μετακομίζουν,  γιατί τα παιδιά τους είναι εγκατεστημένα εκεί, αλλά και  για σίγουρη και καλή περίθαλψη και . . «είσαι και μέσα στα θέατρα  και σε τόσα άλλα. .  .».

Αλλά κι’ εκεί για πολλούς η ζωή δεν αλλάζει και πολύ, αφού τις καθημερινές συνήθως οι περισσότεροι κάνουν χρέη νταντάς σε εγγόνια και το Σαββατοκύριακο που  μπορούν να βγουν έξω συνήθως «βγαίνουν τα παιδιά», οπότε μια από τα ίδια, και το σίριαλ συνεχίζεται.  . .

Έτσι λοιπόν κατά τη σωστή νομίζω  άποψη των περισσότερων, τυχεροί είναι όσοι ως μέλη συλλόγων, επωφελούνται από εκδρομές, χορούς  και  διάφορες άλλες εκδηλώσεις, αν και όποτε βέβαια έχουν το «ελεύθερο . . .»

Και όσο για τις εκδρομές, πάντα κάποιος θα τις οργανώσει με λεπτομέρειες για να περάσουν όλοι καλά χωρίς απρόοπτα. Για τους χορούς όμως επιστρατεύονται  περισσότεροι, μια και ένας χορός έχει πολλές λεπτομέρειες και απαιτεί οργανωτικό πνεύμα και ιδίως «εθελοντισμό» από  τους υπεύθυνους  των συλλόγων.  Και αφού ταχτοποιηθούν  όλα, έρχεται και η μέρα του χορού-συνεστίασης, που αρχίζει με τις χαιρετιστήριες ομιλίες  Προέδρων και Αντιπροέδρων, αλλά και τους χαιρετισμούς προσκεκλημένων πολιτικών συνήθως, τους οποίους λίγοι προσπαθούν να ακούσουν μέσα στη  γενική βαβούρα. Κι’ αυτό γιατί, εν τω μεταξύ έχουν σερβιριστεί τα ποτά και πριν από τα ατομικά πιάτα, έχουν έρθει και  οι μεζέδες που είναι κοινοί για όλους που κάθονται στο ίδιο τραπέζι.

Και αφού φάνε οι περισσότεροι, το Προεδρείο ανοίγει το χορό με τον κλασσικό Συρτό- Καλαματιανό, χορεύοντας με το γνωστό στους περισσότερους κλασσικό « σεβνταλίδικο» τραγούδι  της περιοχής μας  το  ωραιότατο  . . «Μήλο μου κόκκινο. .  .».

Τώρα,  αν τύχει και ο τραγουδιστής είναι ταπεινής καταγωγής κι’έχει τις ρίζες του  «κατά τ’ ημάς» ξέρει τα λόγια και τα λέει σωστά.

Αν όμως το ίδιο τραγούδι ακουστεί από «άλλους», αντί να πουν   «πααίνου κι’ ερχουμι.  . .» εκστομίζουν εκείνο το αταίριαστο  . . «πηγαίνω κι’ έρχομαι κλπ κλπ». Και  δεν είναι μόνο οι «ξένοι» είναι και δικοί μας γνωστοί τραγουδιστές, κουμπάροι πρωθυπουργών  που το συγκεκριμένο τραγούδι το πλασάρισαν σε γλώσσα  «πολιτική» και να μη λέμε ονόματα . .  . και το λέω αυτό   γιατί υποθέτω ότι  ο συγκεκριμένος μπορεί να σκέφτηκε, ότι  δεν του ταιριάζει με τόσο υψηλές συγγένειες να τραγουδάει στο Ηρώδειο σε ιδιωματική γλώσσα.  . .κι’ ας είναι η γλώσσα αυτή, η γλώσσα των προγόνων του.

Μόλις λοιπόν το Προεδρείο άντε και κάποιοι επίσημοι φέρουν μερικές γύρες, έρχεται και η σειρά  ημών των άλλων, κι’ εκεί είναι που λέμε ότι γίνεται «το έλα να δεις», γιατί   δεν προλαβαίνεις να σηκωθείς από τη θέση σου και να κατευθυνθείς στην πίστα και ήδη είναι γεμάτη, με πρώτες και καλύτερες τις κυρίες.

 Έτσι, αρχίζει ο συναγωνισμός το ποιος ή ποια θα κρατήσει την πρωτιά, και πιάνουν το μαντήλι και δεν το αφήνουν, και  μπαίνουν «μπροστά» και οι καμπυλωτές γραβάτες  της κάποιας ηλικίας με «φούρλες» και «κάτσες», και κανείς δε σκέφτεται ότι μερικές ηλικίες δεν είναι για πολλά «τσαλίμια» αφού οι περισσότεροι αν όχι όλοι κουβαλούμε στην τσέπη χάπια και άλλα, και δεν σκεφτόμαστε ότι  μια κάποια ανωμαλία, ένα κάποιο παραπανίσιο «τσαλίμι» μπορεί να μας  πάει (και μακάρι να μη . . .), να μας φέρει σε μια κατάσταση «μη  . . .αναστρέψιμη . . .» και κοντά στα άλλα  τα χωρίς αποδείξεις. . . έξοδα, να . . . χάσουμε  δια παντός και τη . .  .σύνταξη και να τρίβει τα χέρια του ο εκάστοτε υπουργός των οικονομικών μελετώντας το μηνιαίο . . .ισοζύγιο . . .

Και μάλλον για το λόγο αυτόν, οι παριστάμενοι συνταξιούχοι γιατροί, κάτι ξέρουν και δεν χορεύουν. . . σού λέει . . .άστο.  . .

Είναι και το άλλο όμως. Παρατηράς και μερικές αταίριαστες αμφιέσεις και  λες ότι  αυτές δεν είναι αμφιέσεις αλλά «μεταμφιέσεις».

Γιατί,   πώς να το κάνουμε η «κάλυψη» ορισμένων περιοχών από μια ηλικία και μετά είναι επιβεβλημένη, γιατί, άλλο τα ηλιοκαμένα και τρεμάμενα κι’ αλλιώς τα . .  . . . «τέως», αυτά τα μαραμένα και κρεμάμενα, εμφανή και αφανή . .    και να μην μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, γιατί μας αφορούν όλους. . 

Πάντως όλοι μα όλοι, το φαγητό το τρώμε και όσο για το κρασί μένει συνήθως, γιατί οι συμβίες βρίσκουν την ώρα να μας θυμίσουν το . . . .πιεσόμετρο. . .

Έτσι συνεχίζεται το γλέντι, κι’ όταν  σταματάει κάπου κάπου η μουσική, μπορούμε να πούμε δυο κουβέντες με τους απέναντι, αφού η ένταση είναι τέτοια που  μας  ντύνει όλους με βλέμμα απλανές και με ένα φκιαχτό φορεμένο χαμόγελο. .  .

Και όταν με το καλό τελειώσουν όλα και ο καθένας μας βρεθεί έξω από το εκκωφαντικό «νταβατούρι», και όταν ύστερα από μερικές ώρες πάψουν να βουίζουν τ’ αυτιά,   αναρωτιόμαστε γιατί αυτή η ένταση στα ηχεία,  γιατί αυτός ο θόρυβος που σακατεύει τη  μουσική; Είναι η τεχνολογία που καταπίνει την αρμονία;  Ή οι αδυναμίες και τα «φάλτσα» της ορχήστρας που πρέπει να «καλυφθούν;»

 Γιατί δεν μπορείς να είσαι κάποιας ηλικίας σε  κλειστό χώρο     και ν’ ακούς μουσική με την ένταση στα 100 και παραπάνω ντεσιμπέλ, ένα ήχο που δεν τον αντέχει το ανθρώπινο αυτί . . .

 Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, αλλά πάλι θα. .  . ξαναπάμε. .  .και κάθε ομοιότητα  με πρόσωπα ή γεγονότα, είναι εντελώς τυχαία.  . .

Δευτέρα  7 Οκτωβρίου 2013  με ήλιο, των Αγίων Σεργίου και Βάκχου.    
                                                Βαγγέλης Μαυροδής

Δεν υπάρχουν σχόλια: