Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Η Σκούπα (Συνέχεια στα Τιμαλφή της Καθημερινότητας)

                              
Η  Σκούπα                          
              (το Σάρωθρον, για τους.. πτυχιούχους) 
Επειδή λοιπόν όλοι οι «την γνώσιν κατέχοντες» και με το αζημίωτο την πληροφόρησιν πωλούντες (τρομάρα τους), μάς πρήζουν με τις περί κρίσης καθημερινές αναλύσεις και δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε ανάσα από τις συνεχείς κινδυνολογίες και τις ανοησίες που λεν οι «κονομήσαντες, οι έχοντες και οι φευγατίσαντες », λέω να πούμε και κάτι διαφορετικό, για να γελάσει λίγο τ’ αχείλι μας, να πχιούμε και καναδυό τσίπουρα και να  «δγιούμι» τα πράγματα λίγο «στου ίσιουμα» (φλάτ που το λέμε  . . Ελληνικά). Και λέω τώρα, λέω δηλαδή κι’ απέ μ’ τι, αν κάποιος μουσκλώσ’(Α), «άφκι τουν», γιατί το είπαμε κι’ άλλη φορά, χαΐρι από τους μουτρωμένους και από τους «καθ’ έξιν» δυσκοίλιους,  δεν είδαμε. . . και μάλλον δεν πρόκειται να δούμε και εις το μέλλον  .  ..

Απλό πεζό και . .  .άνοστο το θέμα και ταπεινή η Σκούπα κι’ από πού ν’ αρχίσεις, και γιά να δούμε, θα το παλέψουμε και ψάχνοντας κάτι θα βρούμε για να το νοστιμίσουμε, μόνο μη βιάζεστε και μην είσαστε απαιτητικοί, καρτεράτε,  ότι μπορούμε κάνουμε,  εδώ τα πράγματα είναι.  . .σοβαρά, γραπτό είναι αυτό, κι’ αν δε βγει κάπως να  . ..τρώγεται, θα χάσουμε.  . .πελάτες.  . . .
Για τη  Σκούπα θα πούμε λοιπόν, τη Σκούπα που όλοι τη γνωρίζουμε και μιλούμε, γι’ αυτήν την κλασσική τη   σκούπα τη «σκουπένια», τη φκιαγμένη από το σκουπόχορτο, όχι την άλλη της μόδας, την πλαστική που βγαίνει  σε διάφορα χρώματα και με βιδωτό στειλιάρι.  . .Για την άλλη την ηλεκτρική δεν μπορεί να  γίνει λόγος εδώ, εκείνη είναι μηχάνημα, δεν είναι σκούπα   . . .
Αυτή η κλασσική σκούπα για όσους δε γνωρίζουν, κατασκευάζεται από το θύσανο του φυτού που λέγεται «σόργο» και το οποίο φυτό ανήκει στην οικογένεια των αγροστωδών για όσους θυμούνται κάτι  από βοτανική, (ή θέλουν να. .  .μάθουν γιατί ποτέ δεν είναι αργά . . .)
Αυτά τα «αγροστώδη» είναι καμιά δεκαριά . . .χιλιάδες είδη αλλά από όλα μάς φτάνει να ξέρουμε μερικά που τα  τρώμε, όπως είναι το ρύζι, το κεχρί, η σίκαλη η βρώμη και το σιτάρι, αλλά και το καλαμπόκι και το καλάμι,  ακόμα και το μπαμπού, γιατί κι’ αυτό εκεί ανήκει, κι’ ας είναι πανύψηλο και το ξέρουμε μόνο από τα έπιπλα και τα καλάμια για ψάρεμα . Για όσους όμως δε γνωρίζουν την επιστημονική ονομασία του φυτού, θυμίζουμε  ότι στα μέρη που παράγεται το λεν σκέτο «σκουπόχορτο».
Έτσι το λεν και το ξέρουν όλοι.
Μάλιστα κάποτε έσπειρα σπόρο που μάδησα από μια καινούργια σκούπα και φύτρωσε και ψήλωσε κι’ έγιναν κάτι σκουπόχορτα «για μεράκι» που λέμε, αλλά τι να τα κάνεις, πρέπει να ξέρεις να φκιάξεις σκούπα, πρέπει να είσαι μάστορας. .    
Έτσι λοιπόν και σήμερα όλα ή σχεδόν όλα τα σπίτια έχουν σκούπες και μία και δύο, συνήθως πλαστικές, γιατί τις θεωρούν πιο σικ φαίνεται τις πλαστικές.
Όλες είναι με στειλιάρι και μερικές είναι λίγο μπρουμουτισμένες και μπαίνουν εύκολα κάτω από κρεβάτια και καρέκλες, χωρίς να χρειαστεί να σκύψουν οι κυρίες, και να κοψομεσιάζονται.
Αυτές οι πλαστικές σκούπες ίσως  είναι και φτηνότερες από τις  άλλες τις παραδοσιακές, αλλά όταν παλιώσουν και πεταχτούν δυστυχώς δε λιώνουν και παραμένουν στη φύση για αιώνες, πολύχρωμα ορόσημα.
Με τις πλαστικές όμως σκούπες ας ασχοληθούν οι ειδικοί,  εμάς εδώ μας ενδιαφέρει η κανονική, η ταπεινή και  γνωστή σκούπα που γίνεται από το σκουπόχορτο, αυτήν που από μικροί βλέπαμε πίσω από την πόρτα παρέα με το μεταλλικό  φαράσι.  
Με την καλλιέργεια του σκουπόχορτου ασχολούνταν κάποτε στην περιοχή του Έβρου και το χόρτο που ήταν πρώτης ποιότητας το επεξεργάζονταν στα χωριά εκεί και έστελναν τις σκούπες σε όλη την Ελλάδα. 
Και το λοιπόν, παραδοσιακές σκούπες υπήρχαν και υπάρχουν τριών ειδών. Η κανονική, η ίδια αλλά   με στειλιάρι , και η πολύ μικρή το σκουπάκι που το χρησιμοποιούμε για το τζάκι και για  ψιλοσκουπίσματα.
Τη γνωστή σκούπα στο χωριό μου οι παλιές την έλεγαν και «φουρκάλ’», το ρήμα «φουρκαλίζου» και την όλη διαδικασία «φουρκάλ’ζμα», το σκούπισμα δηλαδή.
Τώρα πώς έγινε και από το αρχαίο «Φιλοκαλώ» βγήκε το «Φροκαλώ-Φουρκαλώ», δεν αποτελεί και μυστήριο, μια και  όλα εξελίσσονται και περισσότερο η γλώσσα και σε κάθε περιοχή ανάλογα με τις γλωσσικές αντοχές και τις ανάγκες, οι δύσκολες λέξεις προσαρμόζονται για να υπάρχει ομαλή επικοινωνία, τουλάχιστον μεταξύ των . . .περισσοτέρων.
Οι .  .απροσάρμοστοι ας μείνουν με την Ομηρική .  . .Γραμματική.
Τώρα για να εξαντλήσουμε την ονοματολογία, οι κάπως πιο παλιοί, ίσως και οι αρχαίοι, τη σκούπα την έλεγαν «σάρωθρον», αλλά τα είδη της σκούπας δεν εξαντλούνται μόνο με τα παραπάνω, έχουμε και τη σκούπα που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για το σκούπισμα της χωμάτινης αυλής, για το σκούπισμα στο μαντρί και πολύ παλιά για το στρώσιμο του αλωνιού.
Η σκούπα αυτή «τού εξωτερικού», γινόταν και ακόμα γίνεται από «σουσούρα» (είδος ερείκης), το γνωστό στη Χαλκιδική ρείκι ή ρείχι, που το άνθος του δίνει ωραίο μέλι και με την ευκαιρία λέω να το δοκιμάσετε, έχει μυστήρια γεύση, αλλά μαζί με το μέλι της καστανιάς είναι και το πρώτο που λέμε. 
Και ξεφεύγουμε λίγο αλλά να πούμε ότι είναι γνωστό στους μελισσάδες ,πως  αν η μέλισσα τραφεί με γύρη σουσούρας και καστανιάς ζει όχι 3-4 μήνες μόνο, αλλά  . μακροημερεύει μέχρι τους  εφτά ,οχτώ μήνες  . . .!!!
Επομένως . . .σπεύσατε. .  . .και μετά από το διάλειμμα ξαναπιάνουμε το θέμα της σουσουρόσκουπας και, 
Τέτοιες σκούπες από σουσούρα υπήρχαν σε όλα τα σπίτια και  τις έφκιαχναν οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι.
Μερικοί μάλιστα που «έπιαναν» τα χέρια τους, τις περνούσαν και στειλιάρι και κρατούσαν πάρα πολύ, και το κυριότερο, για να σκουπίσεις δε χρειαζόταν να σκύβεις.
Βλέπετε ότι με το πες πες και  άντε σιγά σιγά κάτι γράψαμε  και συνεχίζουμε στο θέμα κι’ όταν λέμε σκούπα αμέσως έρχεται στο μυαλό το ταίρι της  που δεν είναι άλλο από το φαράσι, απαραίτητο εργαλείο για το μάζεμα των σκουπιδιών και το τίναγμά τους από το μπαλκόνι από την άλλη μεριά όμως, από τη μεριά της γειτόνισσας.          



 Με τη λέξη Σκούπα όμως δεν εννοούμε μόνο τη σκούπα που σκουπίζουμε το σπίτι ή την αυλή.
Δόθηκαν κι’ άλλες σημασίες στη «Σκούπα» και ακούμε να λεν για κάποιο που ξετίναξε την Μπάνκα στο καζίνο ότι «τα σκούπισε όλα», για κάποιον λαίμαργο που έφαγε τα πάντα στο τραπέζι ότι «τα σκούπισε» και δεν άφησε τίποτα, και ακούσαμε που βάφτισαν «Σκούπα»  το σάρωμα-μάζεμα από τους δρόμους αυτών των  ταλαίπωρων μαυριδερών ξένων, που έφυγαν από τις χώρες τους να βρουν καλύτερη τύχη και έφτασαν να «σκουπιστούν» σε μια  χώρα που ισχυρίζεται ότι ακόμα τον θυμάται εκείνον το μακρινό  Ξένιο Δία. .  . .
Παρατηρώντας όμως διαχρονικά αυτήν τη σκούπα την «αγοραστή» γιατί αυτή κυρίως από πάντα μάς ενδιέφερε να κρατήσει όσο γίνεται περισσότερο χρόνο, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι για να μην  στραβώσει  και αποχτήσει «Φράντσα», δεν θα πρέπει ποτέ να τη στήνουμε όρθια και  μάλιστα βρεγμένη, αλλά να τη στηρίζουμε στον τοίχο με το στειλιάρι προς τα κάτω ή καλύτερα ξαπλωμένη. Έτσι θα κρατήσει πάρα πολύ και θα σκουπίζει καλύτερα.
Παλιότερα οι φτωχότεροι τα υπολογίζαμε κάτι τέτοια, φροντίζοντας τα εργαλεία και τα σκεύη μας να κρατήσουν όσο γινόταν περισσότερο, μια και η αντικατάστασή τους όσο και να μην κόστιζε, αφαιρούσε  κονδύλια από άλλους . . .κωδικούς του νοικοκυριού.   
 Και προχωρούμε και λέμε ότι η σκούπα εκτός από το σκούπισμα, χρησιμοποιήθηκε και για το ασβέστωμα, τότε που δεν υπήρχαν ή δεν ήταν ακόμα γνωστά τα ρολά, τα  πινέλα και οι ειδικές βούρτσες που εύκολα μπορούμε να βρούμε σήμερα.
Εκείνο όμως που μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν όταν πολύ μικρός, παρακολούθησα τη διαδικασία της ετοιμασίας του αλωνιού, για το αλώνισμα του λιγοστού σιταριού  που είχε μια χρονιά ο μπάρμπα Νικολάκης ο Φράγκος, γείτονας. Εκεί λοιπόν μέσα στο κυκλικό αλώνι το Φραγκέικο δίπλα στην καλύβα που υπήρχε τότε, κοντά στην εκκλησία, εκεί που τώρα είναι του Θόδωρου τού Φράγκου  το σπίτι άπλωσαν μια λάσπη, καμωμένη από σκέτη    κοπριά  αγελάδας.
Αφού άρχισε να «τραβάει» λίγο και να στεγνώνει η λάσπη, κάποιος με προσεκτικές κινήσεις και ξεκινώντας από το κέντρο προς την περιφέρεια, έσερνε μια σκούπα καμωμένη από σουσούρα με μακρύ στειλιάρι,  κάνοντας ακτινωτά γραμμές- αυλάκια στην επιφάνεια του αλωνιού.
Τότε έμεινα με την απορία αλλά ύστερα από αρκετά χρόνια ρώτησα και πήρα την απάντηση, ότι το κυκλικό αλώνι δεν το έστρωναν με πλάκες για να μη σπάζει η δοκάνη τα σπυριά του σιταριού.
Και για να αποφύγουν τη «φύρα» έστω ελάχιστη, έβαζαν αυτό το υλικό το οποίο όταν στεγνώσει καλά, σκληραίνει τόσο που μπορούν τα στάχυα να ξεσπειριστούν επάνω του με την πίεση της δοκάνης, χωρίς να λιώσουν τα σπυριά.
Κι’ αυτό γιατί οι γραμμές-αυλάκια που γίνονται στην επιφάνειά του με τη σκούπα, βοηθούν να τριφτούν τα στάχυα πιο εύκολα και χωρίς απώλειες, χωρίς φύρα, μια και η δοκάνη συρόμενη κυκλικά, διασταυρώνονταν κάθετα με τις ακτίνες του αλωνιού που χαράχτηκαν με τη σουσουρόσκουπα.
Τώρα βέβαια όπως όλα έτσι και η σκούπα, από τα μεγαλεία του σαλονιού, μόλις είχε φθαρεί και άλλαζε σχήμα, άλλαζε  και .  . . όροφο και κατέβαινε να σκουπίσει το κατώι, το σταύλο ή την  αυλή  και στη χειρότερη περίπτωση όταν ήταν στα  τελευταία της και καταντούσε σκέτο κοτσάνι, έμπαινε  στον «απόπατο» στο  «αναγκαίον» για τη γνωστή χρήση.
Έτσι είναι, αυτά συμβαίνουν, όλα έχουν έναν προορισμό και μια βιολογική εξέλιξη και. .  .κατάληξη  ανάλογο με τη χρησιμότητά τους την ηλικία τους τη φθορά τους και τη . . .φάτσα τους.
Γιατί με το «πάλιωμα» και την πτώση , επόμενο είναι να περάσουν και τα όποια «μεγαλεία».  
Το ίδιο βέβαια συμβαίνει σε όλα έμψυχα και άψυχα και βλέπουμε  αταίριαστα πράγματα, βλέπουμε χείλια και προγούλια φουσκωμένα με σιλικόνες και άλλα, βλέπουμε  συσφίγξεις και  «ανορθώσεις» σε κάποιους ματαιόδοξους αμφοτέρων των φύλων, που θέλουν να απομακρύνουν την «αλλαγή» η οποία μοιραία έρχεται, και δεν καταλαβαίνουν ότι με τα τέτοια καμώματά τους είναι για «πιργιέλιο».
Τι να πεις όμως, καλύτερα μη λες τίποτα. Αλλιώς όμως θα έπρεπε να σκεφτόμαστε, η κάθε ηλικία έχει και τα πρεπούμενά της, και καλό και πρέπον  είναι νάχουμε στο νου μας το «μέτρο» για να κρατήσουμε την αξιοπρέπειά μας και το σεβασμό των άλλων.
Γιατί, άλλο τα νεανικά, τα ηλιοκαμένα και τρεμάμενα, κι’ αλλιώς τα μαραμένα και  . . .κρεμάμενα, όλα έχουν μια κατάληξη κι’ ένα τέλος . . .        
Και για να τελειώνουμε κάποτε και να μη . . .βραδιαστούμε, λέμε ότι ένα παρατηρητικό μάτι όχι και πολύ παλιά, μπορούσε  να δει ότι στις κλασσικές σκούπες, λίγο πιο κάτω από το χερούλι εκεί που «πλαταίνει» η σκούπα και το σκουπόχορτο γίνεται λεπτότερο,  υπήρχε ένα περιμετρικό ξέφτισμα, δηλαδή μια διακοπή της συνέχειας, λες και ο κατασκευαστής άφησε κάποιο κουσούρι στη σκούπα, αλλά η αλήθεια είναι άλλη.
Τα «τσακνούδια» που λείπουν από το ξέφτισμα χρησιμοποιούνταν ως .  . . οδοντογλυφίδες, γιατί ναι,  ήταν  πολύ αποτελεσματικά, γιατί είναι ευέλικτα και τρυπώνουν ανάμεσα στα δόντια, δε σπάζουν και πολύ παλιά τα χρησιμοποιούσαν και για να στάξουν . .  . ριγανόλαδο στην τρύπα που είχε το πονεμένο κούφιο δόντι, άλλη ιστορία αυτή την οποία  θα αναπτύξουμε στο κεφάλαιο με τα θέματα Πρακτικής . . .Ιατρικής, τα κοινά  «Ιλιάτσια», έχουμε καιρό . . .
Στα παραπάνω δεν είχαμε κάποιον ιδιωματισμό με ιδιαίτερη δυσκολία, αλλά οφείλουμε να πούμε κάτι για το ρήμα «σκουπίζω».
Στην ενεργητική φωνή λέμε σκουπίζου, παρατατ. σκούπζα, αόρ. σκούπσα, προστακτική  σκούπσι (τ’ μύτη σ’) ,
Στη μέση φωνή  πάλι το ρήμα είναι ομαλό και έχουμε σκουπίζουμι (εγώ), σκουπίζισι, σκουπίζιτι (αυτός ,αυτή αυτό), σκουπίζουμέστι, σκουπίζιστι, σκουπίζντι, (αυτοί, αυτές),παρατατ. σκουπίζουμαν, αόρ. σκουπίσκα, προστακτ. σκουπίσ’, σκουπστίτι (εσείς) άντε να πούμε και τη μετοχή που συνήθως χρησιμοποιούμε, «σκουπζμένους».( Ο σκουπισμένος)
Άλλες δυσκολίες δεν έχει το ρήμα, αλλά αξίζει τον κόπο να αναλύσουμε τον αόριστο της μέσης φωνής γιατί σ’ αυτόν υπάρχει  μια ιδιομορφία στην προφορά, σε  αυτό το τρισύλλαβο «σκου-πί-σκα», που στα μέρη μας αν το πεις χωρίς αυτήν την ιδιαιτερότητα , δεν μπορείς να κρυφτείς, θα φανείς ότι είσαι ξένος, «απ’ αλλού» .
Ο αόριστος αυτός έχει δυο «σκ».  
Στην πρώτη συλλαβή στο –σκου-, αυτό το σκου προφέρεται κανονικά όπως στη λέξη του θέματός μας, που είναι η σκού-πα, εύκολο είναι, είναι όπως λέμε, σκά-λα, αυτό το σκ είναι ανοιχτό και βγαίνει άνετα, αλλά στο συγκεκριμένο αόριστο σ’ αυτό το σκουπί-σκα, εκείνο το  -σκα- για να το πει κανείς σωστά και σύμφωνα με τους   άγραφους κανόνες  της ιδιωματικής γλώσσας των βορειοανατολικών . .προαστίων τού Χολομώντα, θα πρέπει να το προφέρει όπως ακούγεται στη λέξη  συκιά όταν την προφέρουμε ως μονοσύλλαβη, δηλαδή «σκιά».
Δεν προφέρουμε δηλαδή Σ-κιά αλλά σκιά, με το σίγμα να βγαίνει σχεδόν μισό, ή μάλλον ενός τετάρτου συν κάτι, και   για να γίνει απόλυτα κατανοητή η προφορά αυτής της τελευταίας συλλαβής του αορίστου σκου-πί-σκα, για την ακρίβεια η προφορά αυτού του –σκα- ο μόνος τρόπος είναι να προφέρουμε αργά και. . . καθαρά τη γνωστότατη  και μη εξαιρετέα λέξη χ@σκα,  την είπαμε κι’ άλλη φορά και να μην την επαναλάβουμε, γιατί ορισμένοι νευριάζουν με τα ίδια και τα ίδια. . .αλλά για εναλλακτική λύση,  προτείνουμε  τη λέξη «πιάσκα» ( πιάστηκα δηλαδή)  με την οποία όμως δεν είμαι σίγουρος οτι όλοι θα μπορέσουν να πετύχουν τη σωστή προφορά.  
Τώρα, θα πείτε μερικοί ότι ξεφύγαμε πάλι και πολύ το μακρύναμε, αλλά μη γκρινιάζετε, τελειώσαμε και σε άλλα με υγεία και χαιρετισμούς αυτή τη φορά στους πατριώτες μας στην Αυστραλία και στον Καναδά και στην Αμέρικα.  
Τους  υπόλοιπους άλλη φορά. . . .και να πούμε και κάτι γι’ αυτά τα «χαιρετίσματα»,( μη βαρυγκωμάτε τελειώσαμε. . .), και,
 όταν κάποτε στο χωριό μας ταχυδρόμος έρχονταν ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Κεχαγιάς από την Αρναία, αφού μοίραζε τα γράμματα εκφωνώντας δυνατά το όνομα του παραλήπτη, μόλις τελείωνε, απευθυνόμενος στους υπόλοιπους που μάταια περίμεναν  γράμμα,  έλεγε « οι άλνοι, χιριτήματα…» κι’ αυτό το τελευταίο το λέμε , για να μην αφήσουμε καμιά απορία στο αναγνωστικό κοινό, κι’ όποιος έχει αντιρρήσεις να τις πει επωνύμως.
Αλλά εκεί στην αρχή (Α Β) συναντήσαμε και το ρήμα «Μουσκλώνω» που σημαίνει, κατσουφιάζω , μουτρώνω, ρήμα εύκολο στην κλίση και.  . . ομαλό, με τη μετοχή του μουσκλωμένος-η-ο.
Και όσο γι’ αυτό το «άλλνοι» που φαίνεται παραπάνω, το λέμε έτσι για να μην έχουμε πρόβλημα στην προφορική επικοινωνία, το λέμε για να ξεχωρίζουμε δηλαδή το «άλλοι» από το «άλλη» κι’ έτσι λέμε για τους αρσενικούς αυτό το «άλλνοι» αλλά και για περισσότερη .  .. . σιγουριά, στο θηλυκό προσθέτουμε και ένα –ν-  και λέμε η  «άλλην».
 Όπως βλέπετε, όλα είναι απλά και εύκολα. Και όσο για τη «Δοκάνη» με την οποία αλώνιζαν παλιά, νομίζω ότι οι περισσότεροι τη γνωρίζουν γιατί σε όποιο λαογραφικό μουσείο και να πάει κάποιος, υπάρχει σίγουρα.   
 Αυτά και χαρά στην υπομονή σας.
 Βαγγέλης Μαυροδής.
Και για τους απαιτητικούς,  και για περισσότερα.
mavrodis.blogspot.com
             

Δεν υπάρχουν σχόλια: