Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Ο Κεφτές ( Μα τί Κεφτές. . .!)



http://www.ourlife.gr/files/keftedes_430514143.jpg


Και έλα τώρα εσύ να μου πεις και να απορήσεις γα το τι είναι ο κεφτές. Γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος στις  βόρειες και ανατολικές  πλαγιές του  Χολομώντα που στο άκουσμα της λέξης Κεφτές, δεν τού τρέχουν σάλια και δεν του έρχονται στο νου οι μυρωδιές τού τηγανίσματος αλλά και η καλή διάθεση ύστερα από ένα χορταστικό γεύμα ή δείπνο, με κεφτέδες, τουρσιά και κρασί ή τσίπουρο.
Και καλή η εισαγωγή, έλα όμως που στους  μερακλήδες οι σκέτες περιγραφές φέρνουν φαγούρα και αναμνήσεις πικρές, κάποιας γερής τσιπουροποσίας, της περασμένης εποχής, με το χιόνι ένα μέτρο κι τα όργανα αγκαζέ.
Και για τον κεφτέ ξεκίνησα να λέω και  ά. .   ακόμα λίγο και θα ξεθαρρέψω να πω κι’ άλλα και το θέμα θα μείνει χωρίς ανάπτυξη. Γιατί δεν πρόκειται να δώσω συνταγές για τον κεφτέ, ούτε να πω κάτι άγνωστο στις νοικοκυρές οι οποίες από την τηλεόραση έμαθαν και μαθαίνουν διάφορα, μέχρι τον τρόπο που μπορούν να κάνουν κεφτέδες με πράσα, με σπανάκια και με πολλά άλλα υλικά, ακόμα και με . . .φακές και ρεβίθια, άκου άκου εσύ, και τα βλέπουν οι θειές και το ύφος τους αλλάζει προς την . .απορία,   αφού από πολύ παλιά, τον κεφτέ τον έμαθαν ότι γίνεται με κιμά, με  κρεμμύδι και διάφορα μυρωδικά.
 Και λέω ότι δεν θα δώσω συνταγές ούτε θα κάνω κάποια  γευσιγνωστική ανάλυση, αλλά θα πω ότι η ονομασία του κεφτέ, έρχεται από την Περσία και την Τουρκία που στη μεν Περσία τον λέν Kufta και στην Τουρκία τον ονομάζουν Kofte,αλλά σ’ αυτό το ( ό) στον Τουρκικό Kofte, βάλτε και δυο τελείες από πάνω για να γίνει η προφορά σωστή, να προφερθεί δηλαδή   . . «Κιοφτέ» και όχι «Κοφτέ».  . .  
Έχουμε λοιπόν και λέμε και  μέχρις εδώ η εισαγωγή, αλλά να, για να κλείσει το θέμα που ακόμα δεν . . .άνοιξε, θα πρέπει να πω και το άλλο, ότι δηλαδή η κάθε νοικοκυρά έχει το δικό της τρόπο για να φκιάνει τους κεφτέδες.
Και βλέπουμε μερικές να τους κάνουν αφράτους τους κεφτέδες, και μερικές άλλες να τους φκιάνουν τόσο σφιχτούς που είναι σαν «κουρσιούμια» και τρέχα εσύ να μάθεις τι σημαίνει αυτό, αλλά ότι και να σημαίνει, ο εν λόγω σφιχτός κεφτές άντεχε παλιά και αντέχει ακόμα να μεταφερθεί αναλλοίωτος σε μεγάλες αποστάσεις και  σήμερα ακόμα, από γνωστούς, μαθαίνω ότι στέλνουν λέει κεφτέδες  ακόμα και στο  . . .Λονδίνο στα βλαστάρια τους  που παιδεύονται εκεί για σπουδές . . .
Και ομολογώ και όνομα δε λέω, ότι  τέτοιους σφιχτούς κεφτέδες έφαγα αρκετές φορές, μέχρι που το συγγενικό μου πρόσωπο παραδέχτηκε επί τέλους κάποτε,  ότι τους κεφτέδες  τους έφκιαχνε να τους φάμε εκεί επί τόπου και όχι να τους «τροβαδιαστούμε» για πολυήμερο ταξίδι.  . .
Έτσι λοιπόν πρέπει να βάλλω μια τελεία στην εισαγωγή και να μπω στο κυρίως θέμα  που ναι μεν ως θέμα είναι ο κεφτές, αλλά όχι οποιοσδήποτε κεφτές.
Και εκεί  λοιπόν και σιαπού αλλού, εκεί  στην Αρναία, και να μη λέω σε ποια γειτονιά, η θειά είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση στους κεφτέδες και όταν το επέτρεπε η «κατάσταση» για την πολυμελή οικογένεια το καλύτερο φαΐ που έφκιανε ήταν κεφτέδες σκέτοι, ή με  σάλτσα, και συνήθως συνοδευόμενοι με ρύζι «για να φτουρούν . .»
Οι σκέτοι κεφτέδες όμως ήταν η προτίμησή της, γιατί και διότι, για τον εαυτό της έβγαζε τη μερίδα του λέοντος  και βέβαια την παραπανίσια για τον εαυτό της ποσότητα δεν την αφαιρούσε από τα άλλα μέλη της οικογένειας, αλλά να, ήταν λίγο παραπάνω «αλίξουρην» και δεν μπορούσε να αντισταθεί στη θέα του στρογγυλεμένου τηγανητού κεφτέ .  .
Έτσι  λοιπόν την ημέρα που έγινε το κακό, το «ανάμ’» και ακούστηκε και μαθεύτηκε,  η θειά έκοψε τον κιμά στην κρεατομηχανή, τον ζύμωσε βάζοντας το κρεμμύδι και τα μπαχαρικά και τον σκέπασε για να «γίνει» και σε καμπόση  ώρα να πλάσει τους κεφτέδες και να τους τηγανίσει για το Κυριακάτικο μεσημεριανό φαγητό της οικογένειας.
Βέβαια υπήρχαν και άλλα στο σπίτι, υπήρχε το βαρέλι με το τουρσί για συμπλήρωμα αλλά το κύριο πιάτο ήταν οι κεφτέδες από τρεις τέσσερες για τον καθένα και για τον αρχηγό της οικογένειας το απαραίτητο τσίπουρο ή το κρασί στην νταμιτζάνα, γνωστά αυτά στα μέρια μας και όποιος δεν τάζησε, ας φροντίσει να τα μάθει . . .
Και το λοιπόν η θεια ξυπνημένη από πολύ νωρίς, αφού φρόντισε τα τρία πιδούδια , που μόλις ψευτοέφαγαν κάτι για πρωϊνό εξαφανίστηκαν να παίξουν στη γειτονιά εκεί κάπου προς το Καρί Παζάρι,  Κυριακή ήταν και είχαν το ελεύθερο. .  .
Σηκώθηκε και ο σύζυγος , (να τον πούμε Μπάρμπα Γιάννη;) να πάει στον καφενέ στην πλατεία να περάσει την ώρα του, να δει, να ακούσει και να μάθει.
Κι’ αφού η θεια τους ξεπροβόδησε όλους, (Μηλιά να την πούμε;) έπιασε να συμμαζέψει το σπίτι,  αλλά συμμαζεύοντας την κουζίνα έπεσε το λαίμαργο μάτι της στο σκεπασμένο «ταψούδ’»  με τον ζυμωμένο κιμά.
Το ξεσκέπασε η θεια για να δει αν «έγινε» και η μυρωδιά από τον κιμά ξεχύθηκε στην κουζίνα, μια μυρωδιά που ξυπνάει και χορτάτο ακόμα  πόσο μάλλον τη θεια Μηλιά που ήταν ακόμα μόνο με το αντίδωρο της εκκλησίας.. . .  
Ζύγιασε την όρεξή της  και την αδυναμία της στους κεφτέδες και το αποφάσισε στα γρήγορα.
Πήρε ένα μεγάλο κομμάτι από τον ζυμωμένο κιμά και τον  έπλασε στα γρήγορα, ενώ την ίδια στιγμή με γρήγορες κινήσεις έβαλε το τηγάνι στο πετρογκάζ με το ανάλογο λάδι.
Ο κεφτές που έφκιασε η θεια Μηλιά, ήταν ένας υπερμεγέθης κεφτές αραγμένος και ξεσκέπαστος  στο τσίγκινο πιάτο, εκεί δίπλα στο πετρογκάζ έτοιμος να  ξεροψηθεί. 
Με γρήγορες κινήσεις η θειά Μηλιά, «διασκά διασκά»(1) ετοιμάστηκε να τον ρίξει στο τηγάνι, όταν ακούστηκε από κάτω το .  . . «Γκρανκ  . ..  της πορτάρας . . .
Άκουσε το Γκράνκ η θειά Μηλιά, αλλά δεν πήγε ο νους της στο. .  .κακό, σού λέει κάποια γειτόνισσα θα είναι, αφού όλες οι πορτάρες τότε έμεναν ανοιχτές όλη μέρα και μόνο το βράδυ αμπαρώνονταν από μέσα. .  .
Από τα βαριά βήματα η καλόκαρδη αλλά και «αλλίξουρην» θεια Μηλιά κάτι ψυλλιάστηκε αλλά σκέφτηκε ότι δεν μπορεί να είναι ο σύζυγος αφού μόλις έφυγε για το καφενείο.
Έλα όμως που πολλές φορές αν είναι να πάει κάτι στραβά δεν το σταματάς με τίποτα και θα πάει οπωσδήποτε στραβά, ο σύζυγος ξέχασε το πορτοφόλι και γυρίζοντας να το πάρει, έπεσε απάνω στο. .  .τηγάνισμαααα. .!!!!  . .
Άκουσε το τσιτσίρισμα στην κουζίνα και από περιέργεια πήγε να δγει και τι  να δγεί, είδε έναν πελώριο κεφτέ στο τηγάνι και δίπλα τη σύζυγο ζεματισμένη και αμίλητη.
Ήξερε βέβαια την αδυναμία της συζύγου για τους κεφτέδες, κατάλαβε και δε ρώτησε.
Και χωρίς να πει τίποτα, γύρισε να φύγει, οπότε η θεια Μηλιά, στην αμηχανία της για να δικαιολογηθεί είπε. .  . «να  πείνασα. .  .απ’ του προυΐ  δεν έβαλα τίπουτα στου στόμα μ’  κι’ έφκιασα έναν κιφτέ.  . .          
Και ο μπάρμπα Γιάννης (θεός σχωρέστους όλους.  ..)σεβόμενος την αδυναμία της συζύγου που την αγαπούσε πολύ, ο μπάρμπα Γιάννης είπε με καλή διάθεση και χωρίς να θέλει να προσβάλλει τη σύζυγο, είπε χαμογελαστός ,
-Μ’ καλά μαρή Γνιέκα. .  .τί κιφτές είνι αυτός;
-Αυτός η κιφτές είνι σα.  . .λειτρουγιά ..  . .:!!! .
Αυτό είπε ο μπάρμπα Γιάννης και αποχώρησε  χαμογελαστός . . .
Και όπως δε μένει τίποτα κρυφό, μαθεύτηκε το συμβάν, και είχαν να το λεν κατόπιν συγγενείς και φίλοι,  αλλά να, από κάτι τέτοια, παραμένει η μνήμη των δικών μας ανθρώπων, που μπορεί να μας άφησαν πριν από πολλά χρόνια, αλλά λέγοντας αυτά τα αθώα περιστατικά  που θυμόμαστε από τη ζωή τους, τους νοιώθουμε ακόμα ανάμεσά μας.
Και μόνο όσοι γνωρίζουν τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στο  συμβάν μπορούν να το σχολιάσουν.
Εμείς οι υπόλοιποι μόνο ένα μπορούμε να πούμε  , , ,
Θεός σχωρέστους όλους τους παλιούς με τα αθώα χούια τους. .  .
Τίποτα άλλο.
Γιατί, πίσω τους ακολουθούμε,  και για μας άλλοι θα λεν και θα σχολιάζουν τα . .  .  κουσούρια μας. .  ..  . .
 Αυτά,  και «τα δέοντα. .   και ξέρουν αυτοί στους οποίους απευθύνομαι, κι’ ας μη λέω ονόματα. .  . Αλλά  ας ήταν κάποιος να στείλει έστω χαιρετίσματα. Δεν ζητώ  τίποτα άλλο.
Γιώργο. . .  περιμένω. .  . 
 Και να πω και κάτι γι’ αυτό το «διασκά- διασκά»(1)  που ανάφερα παραπάνω και το οποίο σημαίνει γρήγορα, με βιασύνη, με γρήγορες κινήσεις.  . . με « σπουδή» που λεν οι   φιλόλογοι. .  .   
   Βαγγέλης Μαυροδής

1 σχόλιο:

georgia dimitropoulou είπε...

ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ Η ΛΕΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΠΤΩ ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΕΙΟΥΜΕ?