Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Η Βίζιτα

Η   Βίζιτα 
Και το λοιπόν,                                                                                                     
Ήταν τότε που ήμασταν   πιο μικροί, αρκετά μικρότεροι δηλαδή  γιατί όχι και πως μεγαλώσαμε πάρα πολύ, αλλά να, δεν είμαστε και όπως πρώτα και εν πάση περιπτώσει, σήμερα δεν είμαστε όπως τότε στο χωριό, που όταν γιόρταζε κάποιος την ονομαστική του γιορτή τον επισκέπτονταν όλοι σχεδόν γνωστοί και φίλοι, τότε που οι επισκέψεις στις ονομαστικές γιορτές άρχιζαν από πολύ νωρίς, από το απόγευμα και ο κόσμος πήγαινε επίσκεψη σε ονομαστική γιορτή χωρίς να κουβαλάει τίποτα, χωρίς να πονοκεφαλιάζει τι δώρο θα πάει στον εορτάζοντα.
Σήμερα κατάντησε βραχνάς και πρόβλημα μεγάλο το να κάνεις μια επίσκεψη  σε κάποιον, γιατί όλο και κάτι πρέπει να κουβαλήσεις, κάτι να προσφέρεις και σκέφτεσαι, σε τόσους έχω να πάω τόσα θέλω, στο τέλος βλέπεις  ότι για να πάς σε τρεις τέσσερες θέλεις δυο μεροκάματα, κάνεις ένα τηλεφώνημα και λες χρόνια πολλά και,
-, . . κάτι μας έτυχε, το παιδί έχει πυρετό και πού να το αφήσουμε θα έρθουμε κάποια άλλη μέρα . . .» ( και  αυτό το λες γιατί άμα περάσει η γιορτή η υποχρέωση του δώρου εξατμίζεται και ξεχνιέται), και στο τέλος καθόμαστε και βλέπουμε τηλεόραση ή βγαίνουμε στο καφενείο ξεθαρρεμένοι ότι σίγουρα δε θα μας δει ο εορτάζων γιατί οπωσδήποτε αφού γιορτάζει, είναι στο σπίτι του. . . .
Τότε, μόνο οι άντρες που γιόρταζαν (και γιατί μόνο οι άντρες αυτό μέχρι σήμερα δεν το κατάλαβα), και όσοι ήθελαν βέβαια πήγαιναν ένα πανέρι με λειτουργιές (άρτους)  στην εκκλησία (το έλεγαν πεντάρτο  γιατί είχε πέντε άρτους μαζί κι’ ένα μπουκάλι κρασί).
Οι άρτοι και το κρασί μέσα στο πανέρι ήταν τυλιγμένοι με την καλύτερη υφαντή πετσέτα της νοικοκυράς που την είχε στην προίκα της αποκλειστικά για το σκοπό αυτό κι’ όποια δεν είχε, πράγμα σπάνιο, αν όχι αδύνατο, δανείζονταν από κάποια άλλη.
Και εδώ να πω ότι η Μάνα μας, άφησε τέτοιες πετσέτες τρεις τέσσερες, και έμειναν από τότε, έλα όμως που η Μάνα μας ζορίστηκε για να βάλλει, να κεντήσει το μονόγραμμα στην άκρη  επειδή το όνομά της ήταν Αικατερίνη, και άρχιζε από το Άλφα, και βρήκε τη λύση, κέντησε σε όλες τις πετσέτες τις προικιάρικες  ένα Έψιλον και όταν τη ρώτησα γιατί,   μού απάντησε  και είπε . -Αν κεντούσα το πρώτο γράμμα από το όνομά μου το Α (άλφα) ποιος θα καταλάβαινε αφού από Αλφα αρχίζουν τόσα γυναικεία ονόματα;;. .  .
Σωστό και έχω μια πετσέτα με το μονόγραμμά της Μάνας μου,  η οποία κάποτε μόνο  απορίες θα φέρει στους κατοπινούς αλλά μαζί με τη φυσική της φθορά, θα εκλείψει και η ανορθογραφία στο κέντημα. .  .  
Και ξαναρχόμαστε στη συνέχεια της «Βίζιτας» και λέω ότι πριν να  τελειώσει η λειτουργία, ο παπάς έλεγε τις καθιερωμένες ευχές πάνω από τα πανέρια και μνημόνευε τα ονόματα των εορταζόντων (και των τέκνων), έλεγε δηλαδή στην ευχή του ας πούμε Γεωργίου, Αυγούστας και των τέκνων και το εκκλησίασμα καταλάβαινε ότι επρόκειτο για τον μπάρμπα Γιώρ’ τον τάδε και τη γυναίκα του την Αυγούστα, την οποία Αυγούστα στα μέρη μας  τής αλλάξαμε τα. . .φώτα και την κάναμε  άκουσον άκουσον, την κάναμε Αγότσιου. . . . και όσο για κείνο το ευχητικό . . .συμπλήρωμα  εκείνο το. . . και των τέκνων, όλοι ήξεραν και τα τέκνα και ο παππάς περισσότερο, αφού τα είχε βαφτίσει, και κατά κάποιο τρόπο στα παλιότερα τα χρόνια, ο παππάς στο χωριό ήταν και ο ληξίαρχος.
Με την «απόλυση» λοιπόν της εκκλησίας, οι εορτάζοντες αφού έκοβαν τον άρτο σε κομμάτια, κρατώντας το πανέρι έμπαιναν στη σειρά έξω από την εκκλησία στον Νάρθηκα και τον μοίραζαν αυτόν τον άρτο σε όσους περνούσαν από μπροστά τους να τους ευχηθούν προσφέροντας στους άντρες και μια γουλιά κρασί κατευθείαν από το μπουκάλι, ενώ συγχρόνως  έλεγαν «ουρίστι κι’ απ’ του σπίτ’» κι’ ήταν αυτό μια άμεση πρόσκληση για να επισκεφθεί κάποιος τον εορτάζοντα και στο σπίτι του, και εννοείται όποτε θέλει κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας. Αυτά τα ωραία συνέβαιναν τότε, και ευτυχώς μερικοί παλιοί τα τηρούν ακόμα, αλλά όσο και να κρατήσουν δεν μπορεί, κάποτε θα μείνουν μόνο μια ανάμνηση.
Και μακάρι κάποιος ερευνητής στο μέλλον να διαβάσει το γραφτό μου και να ξεκινήσει μια διδακτορική μελέτη πάνω σε αυτά, και δυο φορές μακάρι, να πετύχει και διπλή αύξηση στο.  . .μισθό του . . .σε οβολούς τότε, γιατί ποιος ξέρει ποιο νόμισμα θα ισχύει ύστερα από μερικά  χρόνια και μάλιστα χρόνια. . . μνημονιακά. . . και θού Κύριε   . . .κλπ κλπ. .  .
Εδώ όμως τέλος η εισαγωγή και,
Κάποια πρωτοχρονιά λοιπόν που γιορτάζουν οι Βασίληδες, ο Βασίλης  Παπαγγέλου, ο Παπάς όπως τον ήξερε το χωριό,  ο ράφτης, αφού έκανε όλα αυτά τα «αdέτια» δε θυμούμαι αν είπε το κλασσικό «περάστε κι’ απ’ το σπίτι» αλλά είπε δεν είπε, εμείς  ήμασταν μια ωραία παρέα όλο παιδαράδες εκεί γύρω στα 20 και κάτι, και κατά το βραδάκι πήγαμε στο σπίτι και  άντε χρόνια πολλά  και τα παρόμοια, περάστε καθίστε, η σύζυγος Σουλτάνα επί της υποδοχής, αραδιαστήκαμε όλοι, και ήμασταν πεντέξι, άρχισε η συζήτηση για το ένα για το άλλο, για τον καιρό και τα λοιπά, είχαμε και το θάρρος με το Βασίλη, περνούσαμε όλοι κάποια ώρα απ’ το ραφείο, αυτός μάς έραβε, δεν είχε έτοιμα ρούχα τότε, ωραίος άνθρωπος ο Βασίλης χαρούμενος και πάντα γελαστός, να φαίνεται και το χρυσό το δόντι, ήρθαν και τα κεράσματα με το μεγάλο δίσκο, μεζέδες χοιρινό και το τσίπουρο σε ποτηράκια δαχτυλήθρες, και, άντε εις υγείαν και πάλι χρόνια πολλά και μέχρι να κεραστούμε όλοι, η κυρία Σουλτάνα όρθια με το δίσκο στα χέρια, γέλια και ευχές, η γιαγιά η παπαδιά από δίπλα να λέει «και καλές νύφες», αμήν να λέμε εμείς «αλλά πού να τσ’ βρούμι»,έφυγε ο δίσκος κι’ όπως ήμασταν όλοι αραδιασμένοι, βλέπαμε   στον απέναντι τοίχο κρεμασμένες τις ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες,  πρόσωπα παρόντα και άλλα οριστικά προ πολλού απόντα, αριστερά ένας παππούς με μεγάλα μουστάκια και ντουλαμά κουμπωμένο σταυρωτά, η φωτογραφία από τη μέση και πάνω, δίπλα μια άλλη ολόσωμη αυτή με τον παπά γενάρχη, την παπαδιά με το τσεμπέρι δίπλα του και τα πιδούδια κορίτσια και αγόρια όλα με  καβάδια, το ένα το έχει αγκαλιά ο παπάς- πατέρας κι’ αν θυμούμαι καλά ( πέρασε μισή ζωή από τότε)  θα πρέπει να ήταν ο αδερφός του Βασίλη ο Αποστόλης, παραδίπλα άλλες καναδυό φωτογραφίες, η γαμπριάτικη του Βασίλη και της Σουλτάνας και στο τέλος. . .έ εκεί στο τέλος  ήταν που σταμάτησε το βλέμμα όλων μας, εκεί ήταν μια φωτογραφία ενός ωραίου κοριτσιού που δεν ήταν απ’ το χωριό μας, μάλλον ήταν συγγενής της Σουλτάνας.
Τώρα εμάς μας έτρωγε πώς να φέρουμε τη συζήτηση προς τα εκεί, προς την τελευταία φωτογραφία, ρώτησε ένας, «Βασίλη  ο παππούς εκεί ποιος είναι;», άρχισε ο εορτάζων να εξηγεί ποιος ήταν ο πρόγονος κι’ έτσι κι’ αλλιώς, άλλος ρώτησε για την  οικογενειακή φωτογραφία  είπε ο Βασίλης αυτός είναι ο αδερφός μου ο Κώτσιος, δίπλα ο Αποστόλης, η Ελένη, αυτός εκεί στην άκρη είμαι εγώ, ο παπάς σοβαρός με το ράσο, δίπλα η παπαδιά  και τα πιδούδια όλα με κείνη την ωραία, σοβαρή και τρομαγμένη αθωότητα, να κοιτάζουν το φακό της φωτογραφικής μηχανής εκείνης της εποχής με τον τρίποδα και την μαύρη κουκούλα, από κει περνούσε ο φωτογράφος το ένα χέρι του μέσα στη μηχανή και κάτι σκάλιζε, και με το άλλο άνοιγε το φακό, όλα αυτά στα γρήγορα και ώπ νάτο το πουλάκι. . .και πουλάκι δεν έβγαινε, έβγαινε όμως η φωτογραφία που έμεινε για να βλέπουμε και να θυμούμαστε αυτούς που πέρασαν κι άφησαν μια αυλακιά στο  χέρσο χωράφι της ζωής, έμειναν οι φωτογραφίες κιτρινισμένες τώρα πια, να βλέπουμε πρόσωπα  ακινητοποιημένα στο χαρτί, πρόσωπα σοβαρά με ένα χαμόγελο μισό, το άλλο το κράτησαν τα βάσανα και ο αγώνας για την επιβίωση και είχαμε δεν είχαμε το σοβαρέψαμε το θέμα, γυρίζουμε πάλι στη ξενάγηση του Βασίλη πάνω στις παλιές φωτογραφίες.
Και, αφού ρωτήσαμε ο ένας και ο άλλος από την παρέα για το ποιος είναι στη μια και στην άλλη φωτογραφία, όταν τελείωσαν όλες κι’ έμεινε η τελευταία της κοπέλας, ρωτήσαμε όλοι μαζί με μια φωνή, « κι’ εκεί Βασίλη ποια είναι;».
Όλοι βέβαια γνωρίζαμε ποια είναι η κοπέλα, είχε έρθει την είχαμε δει κι’ άλλες φορές στο χωριό, αλλά έπρεπε να γυρίσει η συζήτηση προς τα εκεί, να γλυκάνει πιο πολύ η ατμόσφαιρα, να γεμίσει καλόβολα χωρατά νάρθει η ζωή στα μέτρα μας, είπαμε πολύ νέοι ήμασταν τότε, τώρα είναι αλλιώς για όλους. .
Κι’ ο Βασίλης ο Παπάς γέλασε καλόκαρδα και είπε,
-Αμ’ καλά κατάλαβα, γι’ αυτό αρχίσατε να ρωτάτε από τους παππούδες για να φτάσετε εκεί. . . .»,
Γελάσαμε όλοι δευτέρωσαν και τα τσίπουρα είπαμε κι’ άλλα κι άντε πάλι χρόνια πολλά να χαίρεστε τη γιορτή σας κι’ από χρόνου πάλι, μας ξεπροβόδησε ο Βασίλης γελαστός μέχρι έξω, μέχρι τη σκάλα, και  
-Να είσαστε καλά, παιδιά ευχαριστώ πολύ. .  .και του χρόνου, και χιόνιζε, χιόνιζε πολύ . ..   
Χιόνιζε ασταμάτητα, έξω και   στο δρόμο λίγα τα πατήματα, κινήσαμε όλοι μαζί τον κατήφορο να πάμε κι’ αλλού, οι βίζιτες συνεχίζονταν  στα σπίτια όσων γιόρταζαν.
‘Ήταν ανοιχτά τα σπίτια όσων γιόρταζαν και ήταν πολλοί οι εορτάζοντες, κι’ έπρεπε να πάμε παντού, και ξέραμε ότι μας περίμεναν, περίμεναν να  μας δεχτούν για να τους τιμήσουμε, και να μας τρατάρουν  αγάπη και μεζέδες πατροπαράδοτους, αυτούς τους μεζέδες που δεν έβγαιναν από Τσελεμεντέ, αλλά που ήταν αυτοί που πρόσθεταν τη νοστιμιά τους στη ζεστασιά της στιγμής, και όποιος το έζησε αυτό, με καταλαβαίνει.   
Κι’ έμοιαζαν σαν μεγάλη ζεστή αγκαλιά τα σπίτια, που περίμεναν οι νοικοκυραίοι τον επισκέπτη να τον τρατάρουν τα κεράσματα, να τον δουν, να τον ρωτήσουν και να τον χαρούν με το τζάκι αναμμένο, τη σόμπα να καίει και τα κιλίμια τα καλά στρωμένα, με τις φωτογραφίες κρεμασμένες ή πάνω στο τζάκι και τα κυδώνια να μοσχοβολούν περασμένα στα καρφιά στον τοίχο και τις γιαγιάδες να μας βλέπουν εξεταστικά και να ρωτούν «μ’ ισύ βρε πχνού είσι;  ».
Εκεί στη γειτονιά στο « απάνου το γιοφύρι» έμενε ο Βασίλης, ήταν η τελευταία επίσκεψη που κάναμε στο σπίτι του.  . .
Σκορπίσαμε  μετά, άρχισε ο καθένας μας να χαράζει τη δική του αυλακιά στο χωράφι της ζωής.  . .    
Και κάποτε ο Βασίλης ο Παπάς ο Ράφτης έφυγε για το μεγάλο ταξίδι κι’ έμεινε το χαμόγελό του στη γαμπριάτικη φωτογραφία.
Δεν ήμασταν όλοι εκεί . .  .
Άλλοι τον ξεπροβόδησαν στο μεγάλο ταξίδι.  . ..
Τώρα μεγαλώσαμε κι’ εμείς κι’ ο καθένας μας έχει πολλές φωτογραφίες κι’ από κείνα τα χρόνια κι’ από τα άλλα που ακολούθησαν.
Και θα μένουν οι φωτογραφίες, να τις σχολιάζουν οι επόμενοι.
Αλλά τι να κάνουμε. . .  Cest la vie , αυτή είναι η ζωή.    
Καλή Χρονιά σε όλους
 Γενάρης  1993    Βαγγέλης Μαυροδής
                                                           

Δεν υπάρχουν σχόλια: