Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2020


Τα βιβλία         
   Βιβλία στο σπίτι δεν είχαμε πολλά,  είχαμε όμως αρκετά για την εποχή τής παιδικής μας ηλικίας, είχαμε τη Γενοβέφα, την Ωραία τού Πέραν τον Μπερτόδουλο, και δύο βιβλία  της ιστορίας τού Παπαρηγόπουλου, το ένα πολύ χοντρό  όπου στα περιθώρια της σελίδας 400, ο πατέρας μου έγραφε τα σημαδιακά γεγονότα της οικογένειας, όπως αρραβωνιάστηκα 20-7-1937, παντρεύτηκα  . . . .  1938, γεννήθηκε  ο Βαγγέλης  τότε. .. και άλλα. Κάποιες χρονιές ο πατέρας αγόραζε και Καζαμία που έγραφε τις γιορτές και μερικά προφητικά έτσι αόριστα έγραφε ας πούμε μεγάλος σεισμός στην κεντρική Αμερική, ή πλημμύρες στην Ασία και ψάξε εσύ να το διασταυρώσεις. Την Ωραία του Πέραν τη διάβαζαν στα νυχτέρια και  όταν στο νυχτέρι έρχονταν και η θεια Κατερίνη, έφερνε και την αμαρτωλών σωτηρία, εμάς όμως μάς άρεσε η ιστορία της Γενοβέφας που την έδιωξαν από το κάστρο και μεγάλωνε το παιδί της μια ελαφίνα, θυμάμαι που στο φως της γκαζόλαμπας διάβαζε κάποια νεότερη, έβγαζε σιγά και συλλαβιστά μια φράση και μετά την επαναλάμβανε ολόκληρη, και άντε πάλι τα ίδια, άκουγαν οι θειές με προσοχή και κάποιες σκούπιζαν και τα μάτια τους. . .διάβαζαν το όνομα Σιτσεφρίδος –το θυμάμαι καλά αυτό- και ρωτούσαν μεταξύ τους «μ’ τί μαρ’ όνουμα είνι αυτό;» και μετά από μισό αιώνα, έμαθα και ο ίδιος οτι το όνομα Σιτσεφρίδος ήταν η Ελληνική μετάφραση τού Γερμανικού ονόματος Ζίγκφριντ κι’ όποιος το είχε απορία τόσα χρόνια, ευκαιρία τώρα να το μάθει, και ο Γοδεφρίδος στα τότε Ελληνικά είναι ο Γκότφριντ, δηλαδή ο Θεόφιλος, αυτά και να πάμε παρακάτω, να πούμε για τα βιβλία.       Όταν αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο σχολείο, μπήκαν στο σπίτι τα πρώτα αναγνωστικά, αφού προηγήθηκαν στην πρώτη και δεύτερη τάξη οι πλάκες και τα κοντύλια και κατόπιν όσο ανεβαίναμε στις παραπάνω τάξεις, ήρθαν τα μελανοδοχεία, τα καλαμάρια όπως τα λέγαμε, με τη μελάνη χύμα μέσα, που την πουλούσαν σε σπυριά και τη λειώναμε εμείς, μαζί ήρθαν και  οι κονδυλοφόροι με τις πένες Χί και τις άλλες τις Ιριντινόιντ. Το κάθε στάδιο απ’ αυτά που αναφέραμε σηκώνει να αναλυθεί μόνο του, αλλά έχουμε καιρό, υπομονή μόνο χρειάζεται και όποιος δεν την έχει, το είπαμε και άλλες φορές, τί να κάνουμε, ας διαβάσει κάτι άλλο, ή καλύτερα. . . τίποτα. Για τα βιβλία θα πούμε εδώ, όχι για τα βιβλία που κυκλοφορούν γενικά, αλλά θα πούμε για τα σχολικά βιβλία, που είχαμε  στο Γυμνάσιο, εκείνα που τύπωνε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων τα αρχικά τού οποίου φαίνονταν μπροστά στην πρώτη σελίδα, μεγαλογράμματα αρχικά σε στρογγυλοποιημένο σχήμα που έλεγε  ΟΕΣΒ. Στο Γυμνάσιο, έκτος από τα  εκπαιδευτικά τέλη που πληρώναμε κάθε εξάμηνο, αρκετά τσουχτερά για το
φτωχό οικογενειακό εισόδημα,   αγοράζαμε και όλα τα βιβλία από το βιβλιοπωλείο τού κυρίου Στρατή εκεί παραδίπλα από την πλατεία τής Αρναίας και από όσο θυμούμαι τα καινούργια ήταν ακριβά, γι’ αυτό κάθε χρόνο φροντίζαμε  να βρίσκουμε μεταχειρισμένα από τους παλιότερους που τα παίρναμε αρκετά φθηνότερα, ακόμα και στη μισή τιμή και πιο κάτω, ανάλογα δηλαδή, γιατί ήταν και μερικοί που σού έλεγαν οτι τόσο ζητούν και δεν κατέβαιναν, δεν παζάρευαν την τιμή, και  τα κορίτσια τα ζητούσαν ακριβότερα γιατί συνήθως  τα βιβλία τους τα διατηρούσαν καθαρότερα και ιδίως ατσαλάκωτα, χωρίς πολλές φθορές, κι’ αυτό επειδή συνήθως κουβαλούσαν τσάντα στο σχολείο, ενώ εμείς τετράδια και βιβλία τα παίρναμε στο χέρι,  τα παρατούσαμε κάτω  όπου νάναι και οπωσδήποτε  τα ταλαιπωρούσαμε, γύριζαν τα εξώφυλλα, λερώνονταν και στο τέλος καταντούσαν σε κακό χάλι, τα  έβλεπε ο υποψήφιος αγοραστής και κατέβαζε την τιμή ακόμα παρακάτω. Υπήρχαν μερικά βιβλία με σκληρά εξώφυλλα από χαρτόνι, όπως ήταν η Γραμματική και το Συντακτικό. Έχω στην κατοχή μου μια τέτοια Γραμματική τού Αχιλλέως Α. Τζάρτζανου με σκληρά εξώφυλλα, έκδοσης  1960 αγορασμένη από το βιβλιοχαρτοπωλείο ΔΗΜ. ΑΔΑΜΟΥ Ο.Ε. ΕΛΑΣΣΩΝ και άγνωστο πώς βρέθηκε και πουλήθηκε στην Αρναία. Αυτά με τα χαρτονένια σκληρά εξώφυλλα διατηρούνταν περισσότερο, αλλά όλα τα άλλα, ύστερα από δυο τρεις μπορεί και περισσότερες χρονιές που άλλαζαν χέρια, καταντούσαν  να πουλιούνται όσο όσο  κι’ έχω ένα τέτοιο με λύσεις των ασκήσεων της Άλγεβρας που  από μπροστά λείπουν καμιά δεκαριά φύλλα και επάνω του έχει σημειώσεις διάφορες, σημειώσεις συνήθως άσχετες με το περιεχόμενό του, γιατί δεν έφτανε που ο κάτοχος τού βιβλίου έγραφε το όνομά του όπου νόμιζε για να κατοχυρώσει την ιδιοκτησία του, αλλά  και οι διάφοροι που το δανείζονταν έγραφαν  τις εξυπνάδες τους κι’ ας ήταν το βιβλίο δανεικό. Τα πιο ταλαιπωρημένα βιβλία ήταν εκείνα των Αρχαίων Ελληνικών, και οι μεταφράσεις που κυκλοφορούσαν παράνομα και δεν επιτρέπονταν να τις παίρνουμε στο σχολείο. Και   αυτές οι μεταφράσεις και οι λύσεις  ήταν τυπωμένες και σε πολύ φτηνό και κάπως  σκούρο χαρτί, μάλλον από χαρτί εφημερίδας ήταν,  και δεν άντεχαν στις ταλαιπωρίες. Στα βιβλία των Αρχαίων   ο καθένας πάνω στο   κείμενο  εκτός από τη μετάφραση, σημείωνε ακόμα και γραμματικές ή συντακτικές παρατηρήσεις και σκέψου τώρα, ο επόμενος που τα  αγόραζε  έσβηνε μερικά γραψίματα και έγραφε τα δικά του, πολλές φορές το φύλλο από το γράψε- σβήσε τρυπούσε και

αλλού το αρχικό κείμενο δε φαίνονταν, και στο τέλος το κάθε φύλλο καταντούσε σαν να ήταν παλίμψηστο,  δηλαδή σαν εκείνες τις περγαμηνές  που τις έξυναν οι καλόγεροι για να γράψουν πάνω στο αρχαίο κείμενο  τροπάρια και διάφορα άλλα. Μάς έμειναν μερικά τέτοια βιβλία  κάπου τάχουμε βαλμένα, και υπάρχουν πολλοί που τα κράτησαν τα παλιά βιβλία αλλά πού να τα βρεις τώρα.  Στο ορεινό χωριό Δρυμιά της  Ξάνθης κοντά στο Νέστο, σε μια ταβέρνα, υπάρχει μια πρόχειρη ξύλινη βιβλιοθήκη με πάρα πολλά σχολικά βιβλία, από αναγνωστικά τού Δημοτικού ακόμα και προπολεμικά, μέχρι παλιά και καινούργια βιβλία του γυμνασίου που τα μάζεψε ο ταβερνιάρης από δω κι’ από κει, και όποιος περνάει από το μαγαζί, θα πάει οπωσδήποτε να τα περιεργαστεί, γιατί όλο και θα βρει κάποιο βιβλίο που κάποτε το διάβασε και το κράτησε στο σχολείο και τους βλέπεις όλους που περιεργάζονται και φυλλομετρούν τα βιβλία, να είναι φανερά συγκινημένοι και κάπως χαμένοι στο παρελθόν. Γενικά ως λαός με τα βιβλία δεν τα πάμε καλά, δεν ξέρουμε πού να τα βάλλουμε, και στα σαλόνια μας αντί να έχουμε μια βιβλιοθήκη, βάζουμε ένα ακριβό  έπιπλο για να μοστράρουν εκεί τα λίγα ή περισσότερα ασημικά και τα σερβίτσια μας που σπάνια τα χρησιμοποιούμε, αλλά, όλα κι’ όλα, όσοι μάς επισκέπτονται πρέπει να τα βλέπουν γιατί νομίζουμε οτι κάτι τέτοια μάς ανεβάζουν κοινωνικά, ενώ τα βιβλία είναι πιθανό  να προβληματίσουν και να «κουμπώσουν» μερικούς που ποτέ δεν τα πήγαν καλά μαζί τους, και μόνο με τα ακριβά έπιπλα τα κοσμήματα και τα ασημικά μπορούν να επιδείξουν, την πρόοδό τους, στη θέση όσων δεν μπορούν  να καταλάβουν. Και πάνω σ’ αυτό αν το διαβάσουν μερικοί πιθανό να πουν οτι τη ρίξαμε την κακία μας αλλά όσο και να το κρύψεις έτσι είναι δυστυχώς, παράγινε το πράγμα   και μάς κυρίεψε η μόδα των  γυαλιστερών-ιλουστρασιόν περιοδικών που αγοράζουμε για το Σαββατοκύριακο, να δούμε τη μόδα  και το τί φορούν οι επώνυμοι και πόσα πλήρωσαν για μια ξαπλώστρα στη Μύκονο και κανείς δε σκέφτεται οτι  αυτή  ξαπλώστρα των πεντακοσίων Ευρώ το μήνα (ή το δεκαπενθήμερο;) ισοδυναμεί με μια κατώτερη σύνταξη, ή με τα βερεσέδια για ένα μήνα στο τεφτέρι του μπακάλη που τώρα τελευταία έκανε πάλι την εμφάνισή του. Και αλήθεια, ποιος θυμάται το μπακαλοτέφτερο που έγραφε τα βερεσέδια ο μπακάλης, και στο πίσω μέρος είχε τυπωμένη την προπαίδεια;   Για τα σχολικά βιβλία αρχίσαμε να λέμε και θα το πάμε αλλού, αλλά αυτό το «αλλού» δεν είναι για αλλού, έτσι μάς έμαθαν, μόλις ξεστρατίζουμε λίγο από το κυρίως θέμα, αμέσως μάς έρχεται έμφυτος ο φόβος μη τυχόν και θίξουμε κάποιον έχοντα και κατέχοντα και δεν ξέρω πώς θα το πάρει και χαλάσει η ζαχαρένια του και δεν μπορεί να χωνέψει τα παϊδάκια. . . Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα βιβλίο, υπάρχει το σοβαρό  πρόβλημα τού χώρου  που ανακύπτει και για να γίνω σαφέστερος, ο άνθρωπος που αγαπάει τα βιβλία, όποιος μεγάλωσε μ’ αυτά, εκείνος που τα μαζεύει συνέχεια σαν να είναι σίγουρος οτι  έτσι θα πορευτεί  εσαεί, κάποτε όπως όλοι  καταλήγει εκεί που ξέρουμε και τότε έρχεται η λύση τής απελευθέρωσης τού χώρου που έπιανε ο παππούς, αλλά «τί θα τα κάνουμε τόσα βιβλία που μάζευε;» και αν μεν οι εναπομένοντες  έχουν κάποια σχέση με τα βιβλία και τη γνώση γενικώς τής όποιας αξίας τους, όλο και κάποια επιλογή θα κάνουν θα κρατήσουν μερικά, και θα χαρίσουν τα άλλα σε κάποια βιβλιοθήκη, αλλά οι τελείως άσχετοι, το πρώτο που θα σκεφθούν χωρίς να το πουν και να το φωνάξουν, μόνο μεταξύ τους θα το ομολογήσουν, θα πουν οτι καλός ο παππούς, αλλά «άδειασε το δωμάτιο επιτέλους», και να φωνάξουμε τον παλιατζή, ξέρω κάποιον εγώ. . . και κάποτε βγήκε ένας παλαιοβιβλιοπώλης  στην τηλεόραση-πού αλλού;- και είπε οτι τον φωνάζουν μόλις πεθάνει κάποιος και τού λεν να πάρει τα βιβλία όλα όπως είναι, «πάρτα ν’ αδειάσει το δωμάτιο» κι’ έτσι,  όσα βιβλία μάζευε τόσα χρόνια ο βιβλιόφιλος παππούς, καταλήγουν όλα χύμα στο φορτηγό, αλλά ο βιβλιοπώλης είπε και το άλλο, έδειξε μάλιστα και τρία πολύ παλιά βιβλία από τα πρώτα χρόνια τής τυπογραφίας  όπως είπε,  των οποίων η αξία σήμερα είναι ανυπολόγιστη. Άλλοτε πάλι όπως είπε ο ίδιος βιβλιοπώλης μέσα σε εγκυκλοπαίδειες, βρέθηκαν διαθήκες και ξεχασμένα χαρτονομίσματα, βρέθηκαν επιστολές και άλλα, που δε θάπρεπε να καταλήγουν έτσι. Και αν η κυρία με το σκρίνιο για τα ασημικά ήξερε να ψάξει και να εκτιμήσει, τα πράγματα θα ήταν αλλιώτικα, αλλά πάντα τα πράγματα για τους ομοίους της έτσι ήταν, κι  αν κάποιος έχει να προσθέσει κάτι πάνω στο θέμα ας το κάνει τώρα που είναι φρέσκα τα γεγονότα, αλλιώς ας σιωπήσει δια παντός .. . Αυτό είναι από άλλο ανέκδοτο, αλλά το βάλαμε για να ξεσοβαρέψει, να ελαφρύνει λίγο το όλο θέμα. . . .μα και δε θα μιλούμε συνέχεια για σοβαρά πράγματα, καλοκαίρι είναι να τα ελαφρύνουμε λίγο, κρίση έχουμε τί άλλο να πούμε; Όμως, για να ξαναγυρίσουμε στο θέμα, αυτά τα σχολικά βιβλία που κάθε χρόνο πετιούνται ή παίρνουν το δρόμο για πολτοποίηση, δε θα μπορούσαν να στεγαστούν κάπου, σε κάποιο χώρο τού Δήμου ας πούμε, και γιατί όχι και στα Δημόσια Σχολεία, να μπουν κατά σχολική χρονιά για να μπορούμε να τα βλέπουμε και να τα φυλλομετρούμε; Τί λέτε, είναι τόσο δύσκολο; Ίσως έτσι να αγαπήσουμε τα δικά μας βιβλία που κάποτε τα παραπετάξαμε. . .  Αυτά και περιμένω τη γνώμη σας, και μάλιστα τις διαφωνίες σας.      
  Βαγγέλης Μαυροδής  






                    Ο. . . Παρασυρτής
Καλός φίλος ο Ιορδάνης με αξίες όπως τις εννοούμε γενικώς, χαμογελαστός πάντα, ζγουρομάλλης, μπιρμπιλωμάτης κι’ ανοιχτόκαρδος, αλλά πολύ  παρασυρτικός βρε παιδί, παρασυρτικός δηλαδή με την έννοια ότι μπορεί να σε παρασύρει χωρίς να καταλάβεις, προς τα εκεί που ναι μεν βασικά που λέμε δεν έχεις αντίρρηση να  παρασυρθείς,  αλλά να, από μόνος σου δε θα πήγαινες προς  την κατεύθυνση της απωλείας που λένε οι συντηρητικοί και τιμητές της ηθικής, και εδώ έχει την πλήρη εφαρμογή του εκείνο το πολύ σοφό, -τραβάτε με κι’ ας κλαίω-, θα ‘θελα δηλαδή να πάω προς τα εκεί, αλλά να, αν βρισκόταν και κάποιος να οσφρανθεί αυτή μου την τάση και επιθυμία, να πει μια κουβέντα, κουβέντα όμως παρασυρτική, έτσι για να σωθεί η κατάσταση που λέμε, όχι ότι θα φορτώσουμε την πράξη και τα πιθανά επακόλουθά της στον Ιορδάνη, μπορούμε να πάρουμε οι ίδιοι την ευθύνη των πράξεών μας, αλλά είπαμε, ο Ιορδάνης ήταν το ομαδικό άλλοθι για όλους μας,  ήταν όμως άλλοθι για τους εαυτούς μας αποκλειστικά, γιατί ήταν αδιανόητο να φορτώσουμε στον Ιορδάνη την παρέκκλισή μας, θέλαμε οι ίδιοι και ξεστρατίζαμε λίγο, να, τόσο λίγο που και το παραστράτημα καταλαβαίναμε αλλά και τη συνείδησή μας την είχαμε ήσυχη , ήταν όμως και το άλλο, ο Ιορδάνης είχε καθιερωθεί στην εκτίμηση των συζύγων μας ως έντιμος  παρασυρτής!!, γιατί ύστερα από αρκετές εξόδους ιδίως στην ταβέρνα του Φάνογλου, είχαν βεβαιωθεί ότι μέχρις εκεί πηγαίναμε και έτερον ουδέν που λέμε και κατά κάποιο τρόπο ήταν ήσυχες για την εν γένει συμπεριφορά μας, είχαν το νού τους δηλαδή οι χριστιανές, πολλά ακούγονταν και περισσότερα λέγονταν για άλλους, κι’ έτσι ο Ιορδάνης είχε αναγνωριστεί ως άτυπος κηδεμόνας και μπορεί βέβαια να μουρμούριζαν ή να γκρίνιαζαν καμιά φορά, αλλά γενικώς και κατά κάποιο τρόπο, θεωρούσαν την κατάσταση υπό έλεγχο, ομολογουμένως όμως δεν μπορείς να ξεστρατίσεις μόνος σου, χρειάζεται η παρέα, και η παρέα δε γίνεται με δύο, χρειάζεται και τρίτος κι’ από κει  και πέρα, καθένας που προστίθεται, ανεβάζει το κέφι και κατεβάζει το  ρεφενέ, λίγο να ρίξει ο ένας μια ιδέα , άμα σχολάσουμε δεν πάμε μέχρι το Φάνογλου, να δούμε τι γίνεται, λίγο θα καθίσουμε, ένα τσιπουράκι πίνουμε να μην περάσει και πολύ η ώρα έχουμε και φαΐ στο σπίτι, τι λέτε, έφερε ένα τουρσί άλλο πράμα, από κοντά κι’ ο Χριστόδουλος, « η Ξτόδουλους» όπως προφέρεται στην πατρίδα του την Αρναία, δίπλα δίπλα τα χωριά μας, υπαρχηγός ο Ξτόδουλος στις παρασύρσεις, χωρίς πολλές κουβέντες, με νοήματα και με το χέρι να δείχνει προς τα εκεί, προς το Φάνογλου και συγχρόνως να κοιτάζει το ρολόι και να κουνάει χαμηλά και κυκλικά το δεξί χέρι, με νόημα όλα αυτά, και με τη γλώσσα των νοημάτων και των κινήσεων να μεταδίδει στους άλλους τη συγκατάθεσή του στην πρόταση  για τα υπόλοιπα, να λέει δηλαδή, πάμε, προλαβαίνουμε κι αφήστε τις κουβέντες και μόλις θρονιαζόμασταν στο μακρουλό τραπέζι του Φάνογλου δίπλα στη σόμπα, να τρίβει ο Ξτόδουλος τα χέρια και να βλέπει τον Ιορδάνη απέναντι και νάναι το βλέμμα αυτό, μια εν λευκώ εξουσιοδότηση για τους μεζέδες και τα ποτά, σιγανή η παραγγελία, ερωτήσεις για την ποσότητα, και με ένα «κανόνισέ τα εσύ», ο Φάνογλου αποσύρεται και χάνεται πίσω από τον πάγκο να ετοιμάσει τα τουρσιά, τα αρμυρά και τα υπόλοιπα, ο Ιορδάνης να χαμογελά στην ομήγυρη πανευτυχής, όλοι νάμαστε σε αναμονή, πατριωτάκια και οι τρεις,   ο Ιορδάνης από πιο πίσω, από χωριό με αρχαιοπρεπές όνομα, κατά θάλασσα μεριά, βόρειοι εμείς, νότιος εκείνος, βρεθήκαμε στο ίδιο μέρος στην Κομοτηνή, ά να πιούμε έναν καφέ, τι κάνεις το απόγευμα, να ένα τσίπουρο, καμιά  ονομαστική γιορτή, διανυκτέρευση μαζί για εργασία εκτός έδρας, έτσι γίνεται το δέσιμο, σιγά σιγά, οι καιροί πονηροί και οι συνθήκες δύσκολες, οι ηλικίες μας ψλά- χαμλά ίδιες, είπαμε παρασυρτικός ο Ιορδάνης, αλλά η ικανότητα για «παράσυρση» απαιτεί και παράλληλες έμφυτες ψυχολογικές δεξιότητες, να ξέρεις πότε ο άλλος σκέφτεται το ίδιο έστω και υπό άλλη γωνία, να γνωρίζεις τις συνήθειες και  τις επιθυμίες του, κρυφές και φανερές, ιδίως τις κρυφές και ιδίως να είσαι μέσα στο χρόνο και στις συγκυρίες, τότε που δε χρειάζεσαι και πολλά επιχειρήματα να πείσεις τον άλλο, ή μάλλον τους άλλους, γιατί σε τέτοιες ή παρόμοιες περιστάσεις, όταν πείθεις κάποιον από την παρέα και αυτός ο κάποιος έχει τις ίδιες ή έστω και μικρότερες παρασυρτικές ικανότητες τις οποίες θα επιβάλλει στους υπόλοιπους, έ τότε  η ομοφωνία είναι εξασφαλισμένη, αλλά μια ομοφωνία που εξασφαλίστηκε αφού η πρόταση ξεκίνησε από τον πρωταίτιο, από τον Ιορδάνη κι’ εδώ είναι το περίεργο, να ξεκινάς μια πρόταση με δική σου ιδέα, να παρασύρονται όλοι, αλλά όταν φτάσει η στιγμή να ξεκαθαριστούν οι ρόλοι και να αποδοθούν ευθύνες για τον πρωταίτιο, να μη βρίσκεται, να είναι αδύνατο να εντοπιστεί τέτοιος, να φαίνεται δηλαδή ότι η απόφαση είναι ομόφωνη, χωρίς την προτροπή και πρωτοβουλία κανενός από την παρέα, η απόφαση και το. . . αδίκημα ήταν στιγμιαία, έτσι μας ήρθε δηλαδή, κανένας δε μας παρέσυρε, τι θέλεις τώρα, ήταν όλοι εκεί, κα «έμαθα εγώ ποιοι ήταν, όλη η αφρόκρεμα, αλλού δε βρήκατε να  πάτε? ΄΄Ολοι εκεί μαζεύονται στη σκιά του τζαμιού, τι βρίσκετε εκεί μέσα και πηγαίνετε, θα πέσει η ταβέρνα να σας πλακώσει καμιά μέρα, Φάνογλου και Φάνογλου, αμάν πια, η γυναίκα του Τάκη  μού είπε ότι ήταν και οι καμηλιέρηδες, ποιοι είναι αυτοί, τέτοια ακούγονται μετά την αποχώρηση και τη σιωπηρή μεταμέλεια για την αργοπορία, την άλλη μέρα στη δουλειά μεταξύ μας  χαμόγελα με σημασία, πού και πού κανένα σιγανό, τι έγινε; τι είπε η δικιά
σου; συνενοχή χωρίς πολλά σχόλια και πανηγυρισμούς, πάντα πρέπει να αφήνεις περιθώριο και για άλλες μελλοντικές εξόδους, δεν είναι σωστό να οξύνεις τις  διπλωματικές σχέσεις με τη μία, είναι παρατηρημένο ότι τα πρώτα νεύρα περνούνε γρήγορα και οι κατσουφιασμένες όψεις των συζύγων επανέρχονται στο φυσιολογικό, ή στο κάπως φυσικό τους, και λέω κάπως γιατί με τις γυναίκες ποτέ δεν ξέρεις, πάντα αφήνουν κάτι αδιευκρίνιστο, φαινομενικά μπορεί να νομίζεις ότι ξεχάστηκε το πράγμα, αλλά  κάπου κάπου ακούς μια παρατήρηση πάνω στο θέμα, και δεν απαντάς, δε λες πολλά ή μάλλον δεν πρέπει να πεις τίποτα και μόνο να πεις, έ μωρέ δεν κάναμε και τίποτα κακό, πού να δεις εσύ άλλα, έρχεται αμέσως το κάρφωμα, «μωρέ τι μας λες; αυτό μας έλειπε να δούμε κι’ άλλα,» και δε μου λες πού τα ξέρεις εσύ αυτά τα άλλα; δεν απαντάς τότε, κάθε τι που λες για δικαιολογία ρίχνεις λάδι, άστο πού θα πάει, θα περάσει, κι’ όταν μέσα στη βδομάδα βρεθούν οι θιγμένες σύζυγοι και τα πουν μεταξύ τους, λεν λεν και τι δε σέρνουν, αλλά μετά τη συνάντηση εκτονώνονται, μελετημένα αυτά, και στην ουσία ξέρουν τι έχουν και δεν ανησυχούν, απλώς έχουν το νου τους, αν και ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα και από μέσα τους παραδέχονται ότι    καλά είναι αυτά απ’ τα χειρότερα, έχουν ακούσει για άλλα χειρότερα αλλονών, εκτονώνονται με λίγη ή περισσότερη  γκρίνια, που στο τέλος αυτή η γκρίνια μοναδική βάση έχει την οικονομική μας στενότητα, οι ίδιες συζητήσεις κάθε μέρα, οι αγωνίες γνωστές, ξέρουμε τι μας φταίει αλλά το ρίχνουμε αλλού, το οικονομικό είναι το πρώτο θέμα, όλα τα άλλα ακολουθούν, ο Φάνογλου για μας απλώς είναι το κερασάκι στην ανύπαρκτη τούρτα και για τις συζύγους που  παρακολουθούν την πορεία του οικογενειακού προϋπολογισμού ο οποίος πάντα είναι στα όρια τού συν και τού πλην, η επίσκεψη αυτή, είναι η σταγόνα που ανατρέπει το ισοζύγιο, είναι αυτό που λέμε ότι άλλο φταίει, το σαμάρι είναι που φταίει κι’ εμείς έχουμε πρόχειρο και χτυπούμε το γάιδαρο, κι’ ακούς τη διπλανή συνάδελφο στο γραφείο να ρωτάει, τον Ξτόδουλο, μ’ καλά τι τόκανες χριστιανέ μου το εικοσάρικο, απ’ τον Φάνογλου πέρασες; και να βγάζει ο άλλος το χαρτάκι, «Άβα τόσο, ψωμί τόσο, πατάτες, καρότα, μαϊδανός  αυγά και λεμόνια, όλα εννιά και εβδομήντα, από κάτω συν δέκα και τριάντα, . . . . . διάφορα!!! σύνολο είκοσι τι θέλεις άλλο;» καθαρά πράγματα,- εύκολα τα λογιστικά του νηστικού πορτοφολιού-και στον αέρα να πλανάται που λέμε μια κατάσταση όμοια με του αναβράζοντος δισκίου στο ποτήρι, κι’ εκεί απάνω με τον ορίζοντα σκοτεινιασμένο, να ρωτώ κι’ εγώ από απέναντι πόσο είπες για τα λεμόνια; και να  με αγριοκοιτάζει φουρκισμένη η διαμαρτυρόμενη σύζυγος, άντε, όλοι ίδιοι είσαστε, και να ζητά με το βλέμμα μόνο, τη συμπαράσταση της άλλης κυρίας εργαζόμενης στο ίδιο γραφείο, άλλη κι’ εκείνη, που συμφωνεί με τη διαμαρτυρόμενη, σιωπηρά όμως και μ’ εκείνο το χαμόγελο κάτω από τα γυαλιά χωρίς να σε βλέπει, χωρίς να βλέπει κανέναν, αλλά που δείχνει ότι συμφωνεί, κι’ ότι η ίδια στη θέση της διαμαρτυρόμενης θάλεγε περισσότερα, αλλά σε παρόμοιες περιπτώσεις την είδαμε κι’ αυτή πόσα λέει, μύλος η υπόθεση, κι’ είναι γνωστό αυτό, οι γυναίκες σε κάτι τέτοια πάντα αλληλοϋποστηρίζονται, κι’ εδώ που τα λέμε αν μας άφηναν «απολτούς» τελείως, το μέλλον μάλλον θα ήταν αβέβαιο, αυτά και ούτε ο Ιορδάνης φταίει ούτε εμείς φταίμε, η ανθρώπινη φύση είναι τέτοια, απαιτεί το ξέσπασμα, θετικό ή αρνητικό και καλά είναι να μη δημιουργούμε καταστάσεις για αρνητικές σχέσεις, να μην εξαντλούμε τα όρια ανοχής και αντοχής κανενός πόσο μάλλον των δικών μας ανθρώπων, έλα όμως που κάπου κάπου θέλεις να ξεσπάσεις να ξεφύγεις κι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει  με κανόνες και δοκιμασμένες ή αμφιβόλου αποτελεσματικότητας συμβουλές, δεν κάνεις κέφι πίνοντας κολυβόζουμο ή αριάνι, ούτε πίνοντας τσίπουρο μόνος σου, ο έρωτας θέλει δύο, αλλά το κέφι απαιτεί περισσότερους, θέλει παρέα  θέλει την κατάλληλη ώρα και το ανάλογο περιβάλλον και ιδίως για να γίνει και να στρωθεί το κέφι, χρειάζεται κάποιον να το οργανώνει, κι’ αυτός ο κάποιος πρέπει να γνωρίζει τις προτιμήσεις και τις αντοχές της παρέας, και ιδίως να γνωρίζει και να εξαφανίζει τις αναστολές όσων δεν παίρνουν γρήγορες αποφάσεις, όσων με λίγο σπρώξιμο, μπαίνουν στο παιγνίδι, με λίγα λόγια χρειάζεται πάντοτε ένας παρασυρτής, ένας  Ιορδάνης, αλλά δυστυχώς σκορπίσαμε εδώ και καιρό άλλος εδώ κι’ άλλος παρακάτω, πέρασαν και τα χρόνια, οι μισοί κουβαλούν στις τσέπες χαπούδια, ο ένας με πίεση, ο άλλος με διάφορα, όλοι προσέχουμε, οι μισοί ζούμε τις αταξίες μας αναδρομικά οι άλλοι κάνουμε ό τι μπορούμε, και παρ’ όλα τα  εμπόδια, νομίζω ότι αν ξαφνικά εμφανίζονταν ο Ιορδάνης ανάμεσά μας, θα λέγαμε πάλι, κανόνισέ το εσύ και βλέπουμε αλλά  την ταβέρνα του Φάνογλου την γκρέμισαν πριν από χρόνια και στη θέση της έγινε πολυκατοικία, και οι μερακλήδες Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί από τα απέναντι μαγαζιά, μαρτυρούν ότι, όταν έσκαβαν τα θεμέλια λέει, για πολύν καιρό στη γειτονιά ήταν σκόρπια μια γνωστή μυρωδιά, η  ευωδιά του τσίπουρου.!!!   Και,ο Ιορδάνης πριν από μερικά χρόνια πήγε αλλού.  "Δεδικαίωτε."                                                                    
                Βαγγέλης Μαυροδής

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020


Ο Γερμανός
Να πούμε και τι να πούμε, πολύ σοβάρεψαν τα πράγματα, βαριέσαι να λες  και παραβαριούνται  να σ’ ακούν, η σοβαρότητα άρχισε επί κωστάκη του μικρού, «την έκανε» ο κωστάκης (έτσι χωρίς το Κου κεφαλαίο), την κοπάνησε σαν τις θειές που περνούν το δρόμο και δε βλέπουν πουθενά νομίζοντας ότι με το να μη βλέπουν δεν τις βλέπουν τα αυτοκίνητα και σίγουρες ότι θα περάσουν με ασφάλεια το δρόμο  στο τέλος απασχολούν τα «μισοκομεία» και πληρώνουμε οι πάντες την  αφέλειά τους, κι’ αυτό βέβαια με το αζημίωτο, γιατί το πέρασμα μιας γριάς στο δρόμο για  απέναντι δημιουργεί καταστάσεις τελικές και μη αναστρέψιμες και ο εκάστοτε υπουργός τραβάει και ένα Χί  στην καταβολή της σύνταξης γράφοντας από κάτω «περικοπή λόγω θανάτου»  και άντε πάλι απ’ την αρχή, αλλά τώρα τελευταία κουβαλούν τις γριές στο ΙΚΑ  και αλλού για να δουν ότι ζουν, γιατί λέει  εντόπισαν γριές με σταυρό στα νεκροταφεία που έπαιρναν κανονικά τη σύνταξη, και  βέβαια οι νύφες τάβαψαν μαύρα, για κείνο το φοβερό «περικόπτομεν κλπ κλπ»  αλλά στο κράτος που ζούμε όλα είναι πιθανά και είναι αμφίβολο αν θα τα πάρουν πίσω, όλο και θα νομοθετήσουν κάποια «περαίωση» ή κάποιο διακανονισμό  όπως ας πούμε για τα αυθαίρετα, ενώ για τις αυθαιρεσίες των νομοθετούντων, τσιμουδιά. . . κι’ ως εδώ φτάνει η πικρόχολη  εισαγωγή, εδώ θα πρέπει να «δέσει» η εισαγωγή με το θέμα, να φανεί το  θέμα που είναι «ο Γερμανός» ο οποίος δεν είναι καθόλου Γερμανός, πόντιος είναι ο άνθρωπος, αλλά επειδή έκανε πολλά χρόνια στη Γερμανία όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, του κόλλησαν αυτό το ήπιο παρασούμι κι’ έτσι ακούς στο καφενείο του Μπαχρή να λέν «ποιος φωνάζει; Ο Γερμανός . .  Ποίος  τσακώνεται; Ο Γερμανός. . .»  
Παίζει τάβλι  και «ο στόμας του» δε σταματάει, μιλάει κι’ απαντάει σε όλους, κι’ όταν χάνει μισοδέχεται την καζούρα από όσους παρακολουθούν τον αγώνα, κι’ αν κάποιος τον  παραζορίσει, έ. . .τότε είναι που  θυμάται και μερικές βρισιές στα Γερμανικά κι’ ακούς γέλια και χάχανα.
Έτσι περνάει η ώρα στο καφενείο του Μπαχρή εκεί δίπλα από την κεντρική πλατεία της Ξάνθης , εκεί που ο καφές χρεώνεται ένα εβρό, και η τιμή του δεν άλλαξε εδώ και χρόνια.
Σήμερα, ο Γερμανός παίζοντας τάβλι με κάποιον εύκολο αντίπαλο, μιλούσε και μιλούσε συνέχεια και κάποια στιγμή  ένας από απέναντι του πέταξε μια «σπόντα» λέγοντάς του  ότι  «απ’ το πρωί  δεν άλλαξες καρέκλα . . .δε πιάστηκε ο κώλος σου  στην ίδια θέση;»
Κι’ ο Γερμανός ετοιμόλογος απάντησε με ένα καλαμπούρι λίγο άσχετο, με το τάβλι αλλά καλό, είπε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τα πούλια,  ότι . . . . .
Η Σιμέλα κάθε μέρα  πήγαινε στο νεκροταφείο και  χωρίς βρακί κάθονταν πάνω στο μάρμαρο, οπότε κάποια μέρα ο παπάς   τη ρώτησε και τη μάλωσε τι είναι αυτά, δεν επιτρέπονται κλπ κλπ και η Σιμέλα απάντησε ότι ο μακαρίτης όσο ζούσε της έλεγε  «Σιμέλα, ο κώλος σου και πεθαμένους ανασταίνει . . .»  φαίνεται ότι με την αφέλειά της  μπορεί και να ήλπιζε. . . 
Αυτά, και όσο πάμε με την «κρίση» τα πράγματα θα αγριέψουν, κι’ όσο θα αγριεύουν τόσο θάχουμε ανάγκη να ξεδίνουμε, κι’ αν κάποιος θίχτηκε από την περιγραφή ή το λεξιλόγιο, πριν εκφραστεί, να σκεφτεί ότι  αυτό που έβαζε η Σιμέλα  πάνω στο μάρμαρο  ξεβράκωτο έτσι το γράφουν τα λεξικά κι’ έτσι το λέμε όλοι, αλλά κι’ όποιος  μούτρωσε με τα γραφόμενα ας μη μας προτιμήσει  στο μέλλον, τι να κάνουμε, η αθυροστομία είναι εθνικό σπορ από τους πολύ αρχαίους παππούδες μας και όσο πλησιάζουν οι απόκριες  θα πούμε κι’ άλλα και μάλιστα  «με τόλμην περισσήν . . .»
Αυτή τη φορά ήμασταν σύντομοι και όσο γινόταν λιγότερο κουραστικοί. Και ά να δγιούμι  θα βρεθεί κανένας να σχολιάσει κάτι;  Ευχαριστώ την «Ιερισσό»  για τα  σχόλια στη Θυσία. . . 
Χαιρετίσματα  σε όλους και καλή χρονιά. Κι’ αν με όσα γράψαμε όλο το χρόνο καταφέραμε κάποιον δυσκοίλιο να χαμογελάσει, έ. . . τότε αυτό θα  είναι σίγουρα . . . . εθνικό κέρδος. .. .  Τους άλλους  τους εκ γενετής σοβαρούς, αυτούς άστους, γι’ αυτούς θα πούμε άλλη φορά     
Διαχρονικό   και αχρονολόγητο.
Βαγγέλης Μαυροδής